Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 23 Απριλίου 2017 (Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Κ´ 19 - 31
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· Εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· Λάβετε Πνεῦμα ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες. 30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Κ´ 19 - 31
19 Κατά την ημέραν εκείνην, την πρώτην της εβδομάδος, ενώ πλέον είχε βραδυάσει και αι θύραι του σπιτιού, όπου ευρίσκοντο συγκεντωμένοι οι μαθηταί, ήσαν κλεισμέναι δια τον φόβον των Ιουδαίων, ήλθεν έξαφνα ο Ιησούς, εστάθη στο μέσον και τους λέγει· “ειρήνη ας είναι εις σας”. 20 Και αφού είπε τούτο, έδειξεν εις αυτούς τα χέρια και την πλευράν του, δια να ίδουν τα σημάδια των πληγών και πιστεύσουν ότι αυτός είναι ο διδάσκαλός των. Και τότε οι μαθηταί, όταν είδαν τον Κυριον αναστημένον, εχάρησαν. 21 Είπε, λοιπόν, τότε εις αυτούς ο Ιησούς· “ειρήνη εις σας. Οπως έστειλεν εμέ ο Πατήρ, δια να τελειώσω το έργον της σωτηρίας των ανθρώπων, έτσι και εγώ στέλνω σας, να μεταφέρετε στους ανθρώπους την σωτηρίαν”. 22 Και αφού είπε τούτο, εφύσησε εις τα πρόσωπα των την ζωογόνον πνοήν της νέας ζωής και τους είπε· “λάβετε Πνεύμα Αγιον. 23 Εις όποιους συγχωρείτε τις αμαρτίες, θα είναι συγχωρημένες και από τον Θεόν. Εις όποιους όμως τις κρατείτε άλυτες και ασυγχώρητες, θα μείνουν αιωνίως ασυγχώρητες”. 24 Ο Θωμάς όμως, ένας από τους δώδεκα, ο οποίος ελέγετο εις την ελληνικήν Διδυμος, δεν ήτο μαζή τους, όταν ήλθε ο Ιησούς. 25 Ελεγαν, λοιπόν, εις αυτόν οι άλλοι μαθηταί· “είδαμε τον Κυριον”. Εκείνος όμως τους είπε· “εάν δεν ίδω εις τα χέρια του το σημάδι των καρφιών και δεν βάλω το δάκτυλό μου στο σημάδι των καρφιών, και αν δεν βάλω το χέρι μου εις την πλευράν, που την ετρύπησε η λόγχη, δεν θα πιστεύσω”. 26 Και έπειτα από οκτώ ημέρας ήσαν πάλιν οι μαθηταί μέσα στο σπίτι και ο Θωμάς μαζή με αυτούς. Ερχεται, λοιπόν, ο Ιησούς έξαφνα, ενώ οι πόρτες ήσαν κλεισμένες, εστάθηκε στο μέσον και είπε· “ειρήνη υμίν”. 27 Επειτα λέγει στον Θωμάν· “φέρε το δάκτυλό σου εδώ, ιδέ και με τα μάτια σου τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το εις την πλευράν μου, ψηλάφησε και ιδέ τα σημάδια των καρφιών και της λόγχης, και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός”. 28 Απήντησε τότε ο Θωμάς και είπε εις αυτόν· “Πιστεύω, Κυριε, ότι συ είσαι ο Κυριος μου και ο Θεός μου”. 29 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “επίστευσες, διότι με είδες· μακάριοι θα είναι απ' εδώ και πέρα στους αιώνας των αιώνων, εκείνοι οι οποίοι καίτοι δεν με είδαν, επίστευσαν”. 30 Εκτός από το θαύμα αυτό της αναστάσεως και από όσα άλλα θαύματα είχε κάμει προηγουμένως ο Ιησούς, έκαμε και πολλά άλλα, εμπρός στους μαθητάς του, τα οποία απεδείκνυαν την θεότητά του και το έργον του, και τα οποία δεν είναι γραμμένα στο ιερόν τούτο βιβλίον. 31 Αυτά δε, που εξιστορήσαμεν, εγράφησαν, δια να πιστεύσετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού και ίνα πιστεύοντες αυτόν με φωτισμένην και ενεργόν πίστιν, έχετε, ως παντοτεινόν κτήμα σας, εν τω ονόματι αυτού, την αιωνίαν ζωήν”. 

Το Ιερό Κήρυγμα

  Κυριακή του Θωμά –«καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»


Ἀπόστολος: Πράξ. ε´ 12-20
Εὐαγγέλιον: Ἰωάν. κ´ 19-31


«καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ, ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου»


Ὁ Ἀναστὰς Κύριος, τὴν ἑπομένην Κυριακὴ ("τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων") ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀναστάσεως, ἐμφανίζεται στοὺς φοβισμένους μαθητὲς διά τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων καὶ τοὺς μεταδίδει μήνυμα εἰρήνης καὶ χαρᾶς. Τοὺς χαιρετίζει μὲ τὸν χαιρετισμὸ "εἰρήνη ὑμῖν", τὸν ὁποῖον ἐπαναλαμβάνει ἄλλες δύο φορές. Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι μία ἁπλὴ καθημερινὴ ἔκφραση χαιρετισμοῦ, ἀλλὰ ἔχει βαθύτερο νόημα. Ἐπάνω στὸν Σταυρὸ ὁ Χριστὸς σχίζει τὸ χειρόγραφο τῶν ἁμαρτιῶν τῆς ἀνθρωπότητος καὶ συμφιλιώνει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὸν Θεό. Ἐνεργεῖται τὸ μυστήριο τῆς καταλλαγῆς (συμφιλιώσεως) μεταξὺ ἀνθρώπων καὶ Θεοῦ ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων ποὺ καλοῦνται νὰ ζήσουν τὴν νέα πνευματικὴ πραγματικότητα τῆς ἐν Χριστῷ ἀδελφότητος, νὰ γίνουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀδελφοὶ ἐν Κυρίῳ.


Ὁ Κύριος δείχνει στοὺς μαθητὲς τὰ σημάδια τῆς Σταυρώσεως, τὶς πληγὲς στὰ χέρια καὶ τὴν πλευρά Του στὸ ἀναστημένο ἔνδοξο Σῶμα Του. Οἱ μαθητὲς "ἐχάρησαν ἰδόντες τὸν Κύριον".

Μετὰ τὴν μεγάλη θλίψη, τὸν φόβο, τοὺς λογισμοὺς ἀμφιβολίας ποὺ ἀκολούθησαν τὰ δραματικὰ γεγονότα τῆς Σταυρώσεως καὶ τῆς Ταφῆς τοῦ Χριστοῦ, ἔρχεται τὸ ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, γιὰ νὰ χαροποιήσει τοὺς μαθητές. Ἡ χαρὰ τῶν μαθητῶν εἶναι καὶ δική μας χαρά, διότι ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου γίνεται γιὰ τοὺς πιστοὺς ἡ ἀπαρχὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς (Ἰω. ια´ 25-26).


Ἀπὸ τὴν πρώτη αὐτὴ συνάντηση τοῦ Κυρίου μὲ τοὺς μαθητὲς ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς. Ἐν ὅσῳ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς βιώνουν τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ τὴν βεβαιότητα τῆς παρουσίας τοῦ Κυρίου, ὁ Θωμᾶς ἐξακολουθεῖ νὰ βασανίζεται ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας καὶ ὀλιγοπιστίας. Γιὰ νὰ πιστεύσει θέλει ἁπτὲς ἀποδείξεις, νὰ ἀγγίσει τὶς πληγὲς τοῦ Κυρίου καὶ νὰ βεβαιωθεῖ γιὰ τὰ λεγόμενα τῶν ἄλλων μαθητῶν.


Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐκπλήσσει ἡ στάση τοῦ Θωμᾶ, διότι μὲ αὐτὴν ταυτίζεται ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων, ποὺ δὲν ἀρκεῖται στὸν λόγο καὶ τὶς διαβεβαιώσεις τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ζητοῦν τὸ κάτι περισσότερο, τὴν ἀκλόνητη ἀπόδειξη, τὸ ἀδιάσειστο τεκμήριο τοῦ δακτύλου ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων. Ἡ πίστη μας πολλὲς φορὲς χωλαίνει ὅταν τὴν ἀναμειγνύουμε μὲ λογισμοὺς ἀμφιβολίας, ὅταν μὲ τὴν πεπερασμένη μας ἀνθρώπινη λογικὴ προσπαθοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν προκειμένῳ τὴν Ἀνάσταση.


Ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ μὴ θαυμάσουμε τὴν ἄκρα συγκατάβαση τοῦ Κυρίου ποὺ συγκατανεύει στὴν ἀδυναμία τοῦ Θωμᾶ καὶ ἐμφανίζεται "μεθ᾽ ἡμέρας ὀκτώ", γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ αἴτημα τοῦ ὀλιγοπίστου ἢ δυσπίστου Θωμᾶ. Κατὰ θείαν οἰκονομίαν ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς τὴν προσωρινὴ ὀλιγοπιστία τοῦ μαθητοῦ, γιὰ νὰ πληροφορηθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὴν πραγματικότητα τῆς ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ προσηλώσεως τοῦ Κυρίου καὶ τῆς τριημέρου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ. Ἡ ψηλάφηση τοῦ Θωμᾶ τῶν πληγῶν τοῦ Κυρίου βεβαιώνει ὅτι τὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἔνδοξο βεβαίως, δὲν εἶναι πνευματικὸ ἢ ἀερῶδες (φάντασμα, ὀπτασία) ἀλλὰ πρα γματικό, σαρκικό, ἁπτό. Ὁ Χριστὸς ἐπιτρέπει στὸν Θωμᾶ νὰ ἀγγίσει τὶς πληγὲς τῆς ἁγίας Αὐτοῦ χειρὸς καὶ ἔτσι διά τῆς ψηλαφήσεως τῆς ἁγίας σαρκός, κατὰ χάριν Θεοῦ οἱ πιστοὶ μετέχουμε τῆς μυστικῆς εὐλογίας, δεχόμενοι τὸν Χριστόν, γιὰ νὰ πιστεύσουμε καὶ ἐμεῖς στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως (Ἅγ. Κύριλλος Ἀλεξανδρείας).


Ἡ εὐλογημένη ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ, κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, καταλήγει στὴν μεγαλειώδη ὁμολογία πίστεως: "ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου". Μία ὁμολογία πίστεως ποὺ κονιορτοποιεῖ τοὺς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες αἱρετικοὺς ποὺ ἀρνοῦνται τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Σάρκωση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου.


Τέλος, γιὰ νὰ μὴ ἀδικήσουμε τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ, ποὺ ἔλαβε τὸν χαρακτηρισμὸ τοῦ "ἀπίστου Θωμᾶ", ὀφείλουμε νὰ διευκρινήσουμε ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι μαθητὲς ἀρχικῶς ἦσαν δύσπιστοι ("ἀπιστούντων αὐτῶν καὶ θαυμαζόντων" - Λουκ. κδ´ 41) καὶ ὅτι ἡ πίστη τοῦ ἀτυχῶς ἀποκαλουμένου "ἀπίστου Θωμᾶ" ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε πῆγε πολὺ πιὸ μακρυὰ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους Ἀποστόλους. Ἔφθασε μέχρι τὴν μακρινὴ Ἰνδία, γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ μαρτυρήσει γιὰ τὴν πίστη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ.


Ἀρχιμανδρίτης π. Κύριλλος Κεφαλόπουλος


Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 16 Απριλίου 2017 (Κυριακὴ τοῦ Πάσχα)


Αρχαίο κείμενο



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Α´ 1 - 17
1 Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. 2 Οὗτος ἦν ἐν ἀρχῇ πρὸς τὸν Θεόν. 3 πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὃ γέγονεν. 4 ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. 5 καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν. 6 Ἐγένετο ἄνθρωπος ἀπεσταλμένος παρὰ Θεοῦ, ὄνομα αὐτῷ Ἰωάννης· 7 οὗτος ἦλθεν εἰς μαρτυρίαν, ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός, ἵνα πάντες πιστεύσωσιν δι’ αὐτοῦ. 8 οὐκ ἦν ἐκεῖνος τὸ φῶς, ἀλλ’ ἵνα μαρτυρήσῃ περὶ τοῦ φωτός. 9 Ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον, ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον. 10 ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω. 11 εἰς τὰ ἴδια ἦλθεν, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον. 12 ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ, 13 οἳ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκὸς, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν. 14 Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν, καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρός, πλήρης χάριτος καὶ ἀληθείας. 15 Ἰωάννης μαρτυρεῖ περὶ αὐτοῦ καὶ κέκραγεν λέγων· Οὗτος ἦν ὃν εἶπον, Ὁ ὀπίσω μου ἐρχόμενος ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν. 16 Καὶ ἐκ τοῦ πληρώματος αὐτοῦ ἡμεῖς πάντες ἐλάβομεν, καὶ χάριν ἀντὶ χάριτος· 17 ὅτι ὁ νόμος διὰ Μωϋσέως ἐδόθη, ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Α´ 1 - 17
1 Εις την αρχήν της πνευματικής και υλικής δημιουργίας, άναρχος και προαιώνιος, υπήρχεν ο Υιός και Λογος του Θεού. Και ο Λογος ήτο πάντοτε αχώριστος από τον Θεόν και πλησιέστατα προς αυτόν, και ο Λογος ήτο Θεός απειροτέλειος, όπως ο Πατήρ και το Αγιον Πνεύμα. 2 Αυτός υπήρχεν εις την αρχήν της δημιουργίας ηνωμένος προς τον Θεόν. 3 Ολα τα δημιουργήματα έγιναν δι' αυτού και χωρίς αυτόν δεν έλαβε ύπαρξιν κανένα, από όσα έχουν γίνει. 4 Εις αυτόν υπήρχε ζωή και ως άπειρος πηγή ζωής εδημιούργησε και διατηρεί κάθε ζωήν. Δια δε τους ανθρώπους δεν είναι μόνον η φυσική ζωη, αλλά και το πνευματικόν φως, που φωτίζει τον νουν των εις κατανόησιν και αποδοχήν της αληθείας. 5 Και το φως λάμπει μέσα στο σκοτάδι και το σκοτάδι δεν ημπόρεσε ποτέ να το επισκιάση και το εξουδετερώση. 6 Προάγγελος αυτού του φωτός κατά τας ημέρας εκείνας έγινεν ένας άνθρωπος, σταλμένος από τον Θεόν, του οποίου το όνομα ήτο Ιωάννης. 7 Αυτός ήλθε με κύριον σκοπόν να μαρτυρήση περί του φωτός, δηλαδή περί του Ιησού Χριστού, και με το κήρυγμά του να προπαρασκευάση τους ανθρώπους, ώστε να πιστεύσουν όλοι στο φως. 8 Δεν ήτο εκείνος το φως, αλλ' ήλθε να μαρτυρήση δια το φως. 9 Ο Υιός και Λογος του Θεού ήτο πάντοτε το αληθινόν φως, το οποίον φωτίζει κάθε άνθρωπον, που έρχεται στον κόσμον. 10 Ητο εξ αρχής στον κόσμον, ως δημιουργός και κυβερνήτης, και ο κόσμος όλος, ορατός και αόρατος, έλαβεν ύπαρξιν δι' αυτού. Και όμως όταν το φως, ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, ο κόσμος δεν τον ανεγνώρισε και δεν τον εδέχθη. 11 Ηλθε μεταξύ των ιδικών του, δηλαδή των Ιουδαίων, τους οποίους με ιδιαιτέραν στοργήν δια μέσου των αιώνων είχε προστατεύσει, και αυτοί οι ιδικοί του δεν τον εδέχθησαν ως Σωτήρα και Θεόν των. 12 Αλλοι όμως τον εδέχθησαν. Εις όσους δε τον εδέχθησαν με πίστιν ως Σωτήρα και Θεόν των έδωκε το δικαίωμα να γίνουν τέκνα Θεού, εις αυτούς δηλαδή που πιστεύουν στο όνομά του. 13 Αυτοί δεν εγεννήθησαν από ανθρώπινα αίματα ούτε από θέλημα σαρκός ούτε από θέλημα ανδρός, αλλά εγεννήθησαν από τον Θεόν. 14 Και ο Υιός και Λογος του Θεού έγινε άνθρωπος κατά υπερφυσικόν τρόπον και κατεσκήνωσεν με οικειότητα εν τω μέσω ημών και ημείς είδαμεν την μεγαλειώδη δόξαν του, δόξαν όχι ανθρωπίνην, αλλά θείαν και απέραντον, την οποίαν είχεν ως φυσικήν του κατάστασιν από τον Πατέρα, σαν Υιός του Θεού μονογενής, γεμάτος χάριν και αλήθειαν. 15 Ο Ιωάννης μαρτυρεί δι' αυτόν και κράζει με μεγάλην φωνήν, λέγων· “αυτός ήτο εκείνος, δια τον οποίον σας είπα, ότι ο ερχόμενος ύστερα από εμέ είναι ασυγκρίτως ανώτερος από εμέ, διότι ως Υιός μονογενής του Πατρός υπήρχε ήδη, πριν εγώ γεννηθώ”. 16 Και από τον άπειρον πνευματικόν πλούτον αυτού όλοι ημείς ελάβαμεν και χάριν επάνω εις την χάριν. 17 Διότι ενώ ο νόμος εδόθη δια του Μωϋσέως, δούλου του Θεού, η χάρις και η αλήθεια ήλθαν δια του Ιησού Χριστού, Υιού του Θεού.

Το Ιερό Κήρυγμα


Απόστολος Κυριακής: Πράξ. α’ 1-8
Τον μὲν πρῶτον λόγον ἐποιησάμην περὶ πάντων, ὦ Θεόφιλε, ὧν ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, 2 ἄχρι ἧς ἡμέρας ἐντειλάμενος τοῖς ἀποστόλοις διὰ Πνεύματος Ἁγίου οὓς ἐξελέξατο ἀνελήφθη· 3 οἷς καὶ παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις, δι᾿ ἡμερῶν τεσσαράκοντα ὀπτανόμενος αὐτοῖς καὶ λέγων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. 4 καὶ συναλιζόμενος παρήγγειλεν αὐτοῖς ἀπὸ Ἱεροσολύμων μὴ χωρίζεσθαι, ἀλλὰ περιμένειν τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρὸς ἣν ἠκούσατέ μου· 5 ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας. 6 οἱ μὲν οὖν συνελθόντες ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ; 7 εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· οὐχ ὑμῶν ἐστι γνῶναι χρόνους ἢ καιροὺς οὓς ὁ πατὴρ ἔθετο ἐν τῇ ἰδίᾳ ἐξουσίᾳ, 8 ἀλλὰ λήψεσθε δύναμιν ἐπελθόντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ ἔσεσθέ μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καὶ Σαμαρείᾳ καὶ ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς.
Χριστός Ανέστη!

Ατράνταχτα τεκμήρια

 

“Ηγέρθη ο Κύριος όντως”! Ανέστη! Και το θριαμβευτικό αυτό μήνυμα αντηχεί μέσα στους αιώνες και πλημμυρίζει τους πιστούς με αγαλλίαση. Μ’ αυτό το μήνυμα ξεκινά ο άγιος ευαγγελιστής Λουκάς τις “Πράξεις των Αποστόλων”. Και λέει ότι το πρώτο του βιβλίο, το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, το έγραψε για να εξιστορήσει όλα τα εκπληκτικά θαύματα που έκανε ο Ιησούς και τις θαυμαστές διδασκαλίες, που κήρυξε μέχρι την ημέρα που αναλήφθηκε στους ουρανούς. Πριν όμως από την Ανάληψή του ο Κύριος μετά τη Σταύρωσή του και το θάνατό του εμφανίστηκε αναστημένος στους Αποστόλους του. Και τους έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες και εντολές. “Παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις”. Με πολλά και αδιαμφισβήτητα τεκμήρια τους βεβαίωσε ότι ήταν πραγματικά ζωντανός. Γι’ αυτό και πολλές φορές μάλιστα έτρωγε μαζί τους. Και επί σαράντα ημέρες εμφανιζόταν σ’ αυτούς και τους εξηγούσε τα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού. Και τους παρήγγειλε να μην απομακρυνθούν από τα Ιεροσόλυμα, αλλά να περιμένουν την πραγματοποίηση της υποσχέσεως που τους έδωσε: ότι ο Θεός Πατήρ θα τους έστελνε το Άγιο Πνεύμα, που θα τους ενίσχυε στο έργο τους και στη ζωή τους.
Γιατί όμως ο ιερός Ευαγγελιστής τονίζει τόσο πολύ τα τεκμήρια της Αναστάσεως του Κυρίου; Διότι οι μαθητές, που άρχισαν να δυσπιστούν, έπρεπε να πεισθούν στην Ανάσταση με αποδείξεις μεγάλες και πολλές, για να μην τους μείνει καμία αμφιβολία. Αργότερα έπρεπε να διαβεβαιώνουν οι ίδιοι το μέγιστο θαύμα της Αναστάσεως μέσα από την προσωπική τους εμπειρία. Να διαβεβαιώνουν ότι δεν απατήθηκαν, ότι δεν πιστεύουν σ’ ένα μύθο. Γι’ αυτό και ο Κύριος ενώ θα μπορούσε αμέσως μετά την Ανάστασή του να αναληφθεί στους ουρανούς, παρέμεινε σαράντα ολόκληρες μέρες κοντά τους, συγκαταβαίνοντας στην αδυναμία τους. Για να τους δώσει τεκμήρια ότι πραγματικά αναστήθηκε· τεκμήρια που θα τους έπειθαν με τις αισθήσεις τους. Τους έδειξε τις ουλές από τα καρφιά στα χέρια του, στα πόδια του και στην αγία πλευρά του. Γι’ αυτό και έφαγε μαζί τους. Κι έτσι οι μαθητές βεβαιωμένοι απόλυτα στην Ανάσταση του Χριστού έτρεξαν στα πέρατα του κόσμου κι έγιναν μάρτυρες της Αναστάσεως. Κήρυξαν με απόλυτη πεποίθηση το συγκλονιστικότερο μήνυμα, ότι ο Χριστός νίκησε το θάνατο. Άνοιξε πλέον το δρόμο για την αιωνιότητα. Με τη δική του Ανάσταση έγινε ο πρόδρομος της δικής μας Αναστάσεως. Και μας καλεί σε νέα αναστημένη ζωή.

Βασιλεία του Ισραήλ

Στη συνέχεια ο ιερός ευαγγελιστής μας περιγράφει κάτι παράδοξο. Ενώ, λέει, ο Κύριος έδινε αδιάσειστα τεκμήρια στους μαθητές του για το συνταρακτικό γεγονός της Αναστάσεως, αυτοί περίμεναν μία άλλη Ανάσταση, επίγεια και πολύ κατώτερη. Περίμεναν την ανάσταση του έθνους τους. Γι’ αυτό και κάποια στιγμή όλοι μαζί πλησίασαν τον αναστημένο Κύριο και Τον ρωτούσαν: Κύριε, πες μας, έφθασε άραγε η ημέρα να αποκαταστήσεις τη βασιλεία του Ισραήλ; Ο Κύριος όμως τους απάντησε: Δεν είναι δικό σας δικαίωμα να μάθε αυτό που κρατά ο Πατήρ στην αποκλειστική του εξουσία. Εσείς θα πλημμυρίσετε με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Και θα γίνετε μάρτυρες της ζωής μου και της διδασκαλίας μου “έως εσχάτου της γης”.
Μας προκαλεί ασφαλώς εντύπωση η εσφαλμένη αυτή ιδέα που είχαν οι μαθητές ακόμη και μετά την Ανάσταση για τη βασιλεία του Ισραήλ. Νόμιζαν ότι ο Κύριος σε λίγο θα εγκαθίδρυε μία εγκόσμια βασιλεία. Μια βασιλεία που θα απελευθέρωνε το έθνος τους απ’ τη ρωμαϊκή κυριαρχία και θα το αποκαθιστούσε στην παλιά του δόξα. Τρία χρόνια ζούσαν μαζί με τον Κύριο και δεν είχαν καταλάβει ακόμη ότι η Βασιλεία του δεν ήταν “εκ του κόσμου τούτου”. Αλλά και τώρα; Βλέπουν τον Κύριο αναστημένο! Αυτόν που νίκησε το θάνατο. Αυτόν που τους καλεί σε μία Βασιλεία ασυγκρίτως ανώτερη. Κι αυτοί περιμένουν ακόμα βασιλεία εγκόσμια. Γι’ αυτό ο Κύριος τους διορθώνει και τους προσανατολίζει από τα επίγεια στα ουράνια. Και τους καλεί να δώσουν τη μαρτυρία τους όχι για μια βασιλεία ιουδαϊκή, αλλά για μια Βασιλεία παγκόσμια, πνευματική και αιώνια. Βέβαια οι μαθητές πριν από την Πεντηκοστή δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τις ασύλληπτες διαστάσεις της Βασιλείας του Θεού. Μετά όμως οπλισμένοι με τον φωτισμό και την ακατανίκητη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, όργωσαν τα πέρατα του κόσμου για να κηρύξουν το θριαμβευτικό μήνυμα της Βασιλείας αυτής· να κηρύξουν ότι ο Κύριος είναι ο αναστημένος βασιλιάς όχι μόνο του Ισραήλ αλλά όλης της κτίσεως. Και γι’ αυτό τους το κήρυγμα έδωσαν ακόμη και τη ζωή τους οι άγιοι Απόστολοι και εκατομμύρια μαρτύρων, κηρύττοντας την Ανάσταση του Χριστού και προσμένοντας την Ανάσταση όλων των νεκρών. Και η μαρτυρία τους θριαμβευτικά αντηχεί ακόμη σ’ όλη την κτίση. Ανέστη ο Κύριος. Διότι “εξήλθε νικών και ίνα νικήση”.

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 9 Απριλίου 2017 (Κυριακὴ τῶν Βαΐων)


Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 1 - 18
1 Ὁ οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν ἐκ τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 Διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· Ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἐκραύγαζον· Ὡσαννά· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 Μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.

Απόδοση στη Νεοελληνική



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 1 - 18
1 Ο δε Ιησούς, εξ ημέρας προ του πάσχα ήλθεν εις την Βηθανίαν, όπου ήτο ο Λαζαρος, ο οποίος είχε πεθάνει και τον οποίον είχε αναστήσει εκ νεκρών. 2 Παρέθεσαν, λοιπόν, εις αυτόν δείπνον εκεί και η Μαρθα υπηρετούσε. Ο Λαζαρος ήτο ένας από τους συνδαιτυμόνας. 3 Εν τω μεταξύ η Μαρία επήρε μίαν λίτραν μύρου γνησίου και πολυτίμου, καμωμένου από το αρωματικόν φυτόν που λέγεται νάρδος, και άλειψε τα πόδια του Ιησού, τα οποία και εσπόγγισε κατόπιν με τας τρίχας της κεφαλής της. (Τούτο δε έκαμε από βαθείαν πίστιν προς τον Σωτήρα και από θερμήν ευγνωμοσύνην προς αυτόν, που είχεν αναστήσει τον αδελφόν της). Ολο δε το σπίτι εγέμισε από την ευωδίαν του μύρου. 4 Λεγει τότε ένας από τους μαθητάς του Ιησού, ο Ιούδας, ο υιός του Σιμωνος ο Ισκαριώτης, ο οποίος μετ' ολίγον έμελε να τον παραδώση στους σταυρωτάς· 5 “διατί το μύρον αυτό δεν επωλήθη αντί τριακοσίων δηναρίων, αντί εξήντα περίπου χρυσών λιρών και δεν εδόθη το αντίτιμόν του στους πτωχούς;” 6 Είπε αυτό, όχι διότι είχε κανένα ενδιαφέρον δια τους πτωχούς, αλλά διότι ήτο κλέπτης, και είχε το κουτί των εισφορών, και εκρατούσε δια τον ευατόν του τα χρήματα, που έρριπταν εις αυτό. 7 Είπε τότε ο Ιησούς· “αφήστε ήσυχην αυτήν την γυναίκα· εφύλαξε το μύρον αυτό σαν να προησθάνετο και το εχρησιμοποίησε δι' εμέ τώρα, τας παραμονάς του ενταφιασμού μου. 8 Διότι τους πτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζή σας, εμέ όμως δεν με έχετε πάντοτε. Μετ' ολίγον θα παραδοθώ εις χείρας των σταυρωτών μου”. 9 Επληροφορήθηκε τότε πολύς λαός από τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς ευρίσκετο εις την Βηθανίαν και ήλθαν εκεί, όχι μόνον δια τον Ιησούν, αλλά δια να ίδουν και τον Λαζαρον, τον οποίον είχεν αναστήσει εκ νεκρών. 10 Οι αρχιερείς όταν επληροφορήθησαν αυτά, απεφάσισαν να φονεύσουν και τον Λαζαρον, 11 διότι πολλοί από τους Ιουδαίους επήγαν δι' αυτόν εις την Βηθανίαν και όταν τον έβλεπαν ζωντανόν και υγιή, αναστημένον εκ νεκρών, επίστευαν στον Ιησούν. 12 Την άλλην ημέραν πολύς λαός, που είχε έλθει δια την εορτήν, όταν ήκουσαν ότι ο Ιησούς έρχεται εις τα Ιεροσόλυμα, 13 επήραν εις τα χέρια των κλάδους από φοίνικας και εβγήκαν να τον προϋπαντήσουν και εφώναζαν· “δόξα και τιμή εις αυτόν· ευλογημένος και δοξασμένος ας είναι αυτός που έρχεται εκ μέρους του Κυρίου, αυτός που είναι ο ένδοξος και αληθινός βασιλεύς του Ισραήλ. 14 Ευρήκε δε ο Ιησούς ένα πουλάρι και εκάθισεν επάνω εις αυτό, σύμφωνα με εκείνο που είναι γραμμένο εις τις προφητείες· 15 Μη φοβάσαι, Ιερουσαλήμ, κόρη της Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται ταπεινός, γλυκύς, γεμάτος αγάπην δια σε, καθισμένος επάνω εις πουλάρι όνου. 16 Τι εσήμαιναν τα λόγια και τα γεγονότα αυτά δεν είχαν εννοήσει οι μαθηταί του προηγουμένως, αλλ' όταν ο Ιησούς με την θριαμβευτικήν ανάστασιν του και την ένδοξον ανάληψίν του εδοξάσθη, τότε εθυμήθηκαν, ότι αυτά όλα είχαν γραφή από το Πνεύμα του Θεού δι' αυτόν και εις την εκπλήρωσιν αυτών συνείργησαν αυτοί και ο λαός, χωρίς να το ενοούν. 17 Κατά τας ώρας της μεγάλης εκείνης υποδοχής ο λαός, που ήτο μαζή του όταν ο Ιησούς εφώναξε τον Λαζαρον από το μνημείον και και τον ανέστησε εκ νεκρών, εμαρτυρούσε και επεβεβαίωνε εις τα άλλα πλήθη το μεγάλο αυτό θαύμα. 18 Δι' αυτό δε και τα πολλά πλήθη του λαού τον προϋπήντησαν, διότι είχαν πληροφορηθή από αυτόπτας μάρτυρας, ότι αυτός είχε κάμει το μεγάλο τούτο θαύμα.

Το Ιερό Κήρυγμα


Α) Κυριακή των Βαΐων
 "Πρό ἕξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα" ὁ Ἰησοῦς ἀποθεώνεται στά Ἰεροσόλυμα. Εἰσέρχεται ὡς Βασιλεύς ἔστω καί "ἐπί πῶλον ὄνου". Μετά ταῦτα ὅμως, σέ λίγες ἡμέρες, ἀμέσως, ἀκολουθοῦν ἡ σύλληψις, τά φρικτά πάθη, ὁ σταυρός. Ὅμως καί αὐτή τήν ὥρα τῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου τοῦ Ἰησοῦ στά Ἰεροσόλυμα εἶναι παρών ὁ Σταυρός, τό μαρτύριο, ἡ ἀγωνία τῆς Γεθσημανῆ. Καί θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ ὅτι ἡ ἔνδοξος εἴσοδος τοῦ Ἰησοῦ στήν Ἁγία Πόλη, εἶναι ἡ εἴσοδος τοῦ μαρτυρίου στήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Κυρίου καί κατ' ἐπέκταση καί στήν ζωή τοῦ κόσμου, στή ζωή ὅλων μας.

Μαρτύριο, λοιπόν, διαμηνύει, καί μαρτύριο κηρύττει ἡ Κυριακή τῶν Βαΐων κάθε χρόνο. Μαρτύριο ὅμως χριστιανικό πού ὑπόσχεται αἰώνια ζωή καί Ἀνάσταση.
Στήν Βαϊφόρο εἰκόνα πού προσκυνοῦμε σήμερα, βλέπουμε τόν Χριστό νά εἰκονίζεται ἐπάνω στόν "υἱόν ὑποζυγίου" καί νά πορεύεται ἐπάνω στά Βάϊα τῶν κλάδων καί στά λουλούδια. Κάτω ὅμως ἀπό τίς δάφνες αὐτές καί τά ἄνθη καί τούς ἐνθουσιώδεις ἀλαλαγμούς τοῦ πλήθους ὑπάρχει ἕνα πικρό ποτήρι, ἄγνωστο στόν ἀνώνυμο ὄχλο. Εἶναι τό ποτήρι τῆς χαρμολύπης. Εἶναι συγχρόνως ἡ μαρτυρία τῆς καταιγίδος καί τῆς ἀνοίξεως, τῆς γλυκύτητος καί τοῦ πόνου.
Ἡ σημερινή δόξα καί ἀποθέωση τοῦ Ἰησοῦ ἀπό τόν ὄχλο ἦταν φευγαλέα καί πρόσκαιρη, γιατί τήν ἀκολούθησε ἡ καταδίκη καί ὁ θάνατος, πάλι ἀπό τόν ἴδιο ὄχλο. Καί μάλιστα θάνατος "ἐπί σταυροῦ". Γι' αὐτό καί ὁ Κύριος δέν δίνει σημασία στά Ὡσαννά, ἀλλά συνεχίζει τήν πορεία του εἰς Ἰερουσαλήμ. Γιατί ὁ Χριστός πίσω ἀπό αὐτά βλέπει τήν ἀλήθεια, βλέπει τόν Σταυρό καί τήν Ἀνάσταση ὡς πραγματικότητα γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους πού ἀγωνίζεται νά ζήσει ἀληθινά καί νά ἀνταποκριθεῖ στήν κλήση του.
Γι' αὐτό σήμερα, ὅταν προσκυνοῦμε τόν δοξασμένο Ἰησοῦ, δοξασμένο ἔστω καί κατά τήν κρίσι "τοῦ κόσμου τούτου", ψάλλουμε τό περίφημο τροπάριο τῆς σοφίας, τοῦ βιώματος καί τῆς θεοπνεύστου συλλήψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας: "Σήμερον ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἡμᾶς συνήγαγε, καί πάντες αἵροντες τόν Σταυρόν Σου, Κύριε, λέγομεν: Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου".
Καί ἀμέσως ἡ καρδιά καί τό βλέμμα μας βυθίζεται πέρα καί πίσω ἀπό τό σκοτάδι τοῦ Γολγοθᾶ, στό φῶς καί τήν δόξα τῆς Ἀναστάσεως.
 π. Α.Χ.
αποστολική διακονία 
Β) Ἅγιος Ἐπιφάνιος Κύπρου - Βαϊφόρος. Λόγος τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου Κύπρου τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων


Μὲ χαρὰ στὶς καρδιὲς λαμπάδες γιορτινὲς ἂς ἀνάψουμε.
Μὲ χιτῶνες τῶν ψυχῶν ἀντάξιους γιὰ συνάντηση μὲ τὸ Θεὸ τοὺς παλιοὺς ἂς ἀνταλλάξουμε.Τῆς ζωῆς μας τοὺς δρόμους, ὅσο μποροῦμε πιὸ καλά, ἂς ἑτοιμάσουμε.Τὶς εἰσόδους τῶν ψυχῶν μας διάπλατα στὸ Βασιλιὰ ἂς ἀνοίξουμε.Τὰ κλωνάρια τῆς νίκης κρατώντας τὸ νικητὴ τοῦ θανάτου ἂς δοξάσουμε.Μὲ κλαδιὰ ἀπὸ ἐλιὲς τῆς Μαρίας τὸ βλαστάρι, ὅπως ἁρμόζει σὲ Θεὸ ἂς ὑποδεχθοῦμε.Μὲ ὕμνους ἀγγελικοὺς τὸ Θεὸ τῶν ἀγγέλων ἂς ὑμνήσουμε.

Μὲ τοὺς παῖδες μαζὶ στὸ Θεὸ κι ἐμεῖς ἂς κραυγάσουμε.Μὲ τὸ πλῆθος μαζί, μέγα πλῆθος κι ἐμεῖς, δυνατὰ ἂς φωνάξουμε:«Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».Εἶναι Θεός, Κύριος κι ἔρχεται ὁλόφωτος σὲ μᾶς,ἔρχεται σὲ μᾶς ποὺ βρισκόμαστε στὸ σκοτάδι καὶ στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου.Ἔρχεται τῶν ξεπεσμένων ἡ ἀνόρθωση, τῶν αἰχμαλώτων ἡ ἀπελευθέρωση,τῶν τυφλῶν ἡ θεραπεία, τῶν πενθούντων ἡ παρηγοριά,τῶν κουρασμένων ἡ ἀνάπαυση, τῶν διψασμένων ἡ ἀναψυχή,τῶν ἀδικημένων ἡ δικαίωση, τῶν ἀπελπισμένων ἡ ἐνθάρρυνση,τῶν χωρισμένων ἡ ἕνωση, τῶν νοσούντων ἡ ἴαση,ἔρχεται τῶν χειμαζομένων ἡ γαλήνη.Γι᾿ αὐτὸ κι ἐμεῖς, ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς φωνάξουμε μαζὶ μὲ τὸ πλῆθοςλέγοντας σήμερα πρὸς τὸ Χριστό:«Ὡσαννά - δηλαδή, ναὶ σῶσε μας - σύ, ὁ ἐν ὑψίστοις Θεός».



Σάββατο, 1 Απριλίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 2 Απριλίου 2017. (Κυριακὴ Ε’ τῶν Νηστειῶν)

Κυριακὴ Ε’ τῶν Νηστειῶν (Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας)

 Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ι´ 32 - 45
32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, 33 ὅτι Ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι, 34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτὸν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν. 36 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν; 37 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται. 41 καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· Οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος, 44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

 Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Ι´ 32 - 45
32 Ανέβαιναν δε τον δρόμον που ωδηγούσε προς τα Ιεροσόλυμα, και ο Ιησούς επροπορεύετο από αυτούς. Και οι μαθηταί καθώς έβλεπαν τον διδάσκαλον να προχωρή προς το μαρτύριον κατελήφθησαν από θάμβος (εμπρός στο μεγαλείο της θυσίας που ακτινοβολούσε η μορφή του”. Και καθώς με σεβασμόν τον ακολουθούσαν, εφοβούντο δι' όσα έμελλον να γίνουν εις Ιεροσόλυμα. Επήρε πάλιν τους δώδεκα ο Κυριος και ήρχισε να λέγη εις αυτούς όσα έμελλον να του συμβούν. 33 Ελεγε δηλαδή ότι “ιδού αναβαίνομεν εις τα Ιεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου θα παραδοθή στους αρχιερείς και στους γραμματείς και θα τον καταδικάσουν εις θάνατον, και θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρας στρατιώτας της Ρωμης. 34 Και θα τον εμπαίξουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν, και την τρίτην ημέραν θα αναστηθή”. 35 Και έρχονται προς αυτόν ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, και λέγουν· “διδάσκαλε, θέλομεν να μας κάμης αυτό που θα ζητήσωμεν”. 36 Αυτός δε τους είπε· “τι θέλετε να σας κάμω;” 37 Εκείνοι απήντησαν· “όταν ως ένδοξος βασιλεύς καθίσης στον βασιλικόν θρόνον της Ιερουσαλήμ, δος μας να καθίσωμεν ένας εκ δεξιών σου και ένας εξ αριστερών σου”. 38 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “δεν ξέρετε τι ζητείτε. Ημπορείτε να πίετε το ποτήριον του πόνου και του μαρτυρίου, το οποίον εγώ πίνω, και να βαπτισθήτε το βάπτισμα του αίματος, το οποίον εγώ βαπτίζομαι;” 39 Εκείνοι δε χωρίς καλά-καλά να σκεφθούν, του είπαν· “ημπορούμεν”. Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτούς· “το μεν ποτήριον του μαρτυρίου, το οποίον εγώ έντος ολίγου πίνω, θα το πίετε και το βάπτισμα της οδύνης και του αίματος και της θυσίας, το οποίον εγώ έντος ολίγου θα βαπτισθώ, θα το βαπτισθήτε. (Διότι και σεις θα δοκιμάσετε οδύνας και διωγμούς εξ αιτίας της πίστεώς σας εις εμέ). 40 Το να καθίσετε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου δεν είναι εις την εξουσίαν μου να το δώσω εις όποιον απλώς μου το ζητήσει, αλλά θα δοθή στους αξίους, εις αυτούς δηλαδή που θα ζήσουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιον και θα αγωνισθούν, δια τους οποίους άλωστε και έχει ετοιμασθή”. 41 Οι άλλοι δέκα, όταν ήκουσαν αυτά, ήρχισαν να αγανακτούν δια την φιλόδοξον αυτήν συμπεριφοράν του Ιακώβου και του Ιωάννου. 42 Ο δε Ιησούς τους εκάλεσε κοντά του και τους είπε· “ξέρετε, ότι αυτοί που προβάλλονται σαν άρχοντες των εθνών, συμπεριφέρονται προς τους λαούς σαν να ήσαν απόλυτοι κύριοι αυτών. Και εκείνοι που κατέχουν ανάμεσα στους ανθρώπους μεγάλα αξιώματα, κάνουν κακήν χρήσιν της εξουσίας των και καταδυναστεύουν αυτούς, σαν να τους έχουν δούλους των. 43 Δεν πρέπει όμως τέτοια εγωϊστική τάσις και συμπεριφορά να παρατηρήται ματαξύ σας. Αλλ' όποιος θέλει να αναδειχθή μέγας μεταξύ σας, πρέπει να γίνη υπηρέτης σας, που να σας εξυπηρετή με αγάπην. 44 Και όποιος από σας θέλει να γίνη πρώτος, πρέπει να γίνη δούλος όλων και να συμπεριφέρεται με την ταπεινοφροσύνην και την υπομονήν και υπακοήν του δούλου. 45 Διότι και ο υιός του ανθρώπου δεν ήλθε να εξυπηρετηθή από τους ανθρώπους, αλλά να τους εξυπηρετήση και να δώση την ψυχήν αυτού λύτρον και αντάλλαγμα, δια να ελευθερωθούν πολλοί από την ενόχην της αμαρτίας και τον αιώνιον θάνατον”.

 Το Ιερό Κήρυγμα

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
Κυριακή Ε΄ Νηστειών 

Η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού
Καθώς πλησιάζουμε τις Άγιες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα, αγαπητοί μου αδελφοί, οι Χριστιανοί, λίγο ως πολύ, ετοιμαζόμαστε για να κοινωνήσουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Αυτή η προετοιμασία γίνεται από κάποιους με συνείδηση και πλήρη συναίσθηση της σπουδαιότητάς της, από κάποιους άλλους, όμως, ίσως τους περισσότερους, από συνήθεια ή επειδή έτσι το θέλει το έθιμο και η παράδοση.

Ο Απόστολος Παύλος, στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, αναφέρεται στη σπουδαιότητα της προσφοράς του Αίματος του Χριστού, θέλοντας έτσι να τοποθετήσει όλους μας υπεύθυνα απέναντι στην κρίσιμη και πολύ σημαντική για τη ζωή μας συνάντηση μαζί Του. Υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι ενώ οι θυσίες των ζώων και η προσφορά του αίματός τους στον Θεό, σύμφωνα με τα θέσμια της Ιουδαϊκής θρησκείας, αφορούσαν στον εξωτερικό καθαρμό των μολυσμένων, η θυσία και η εκούσια προσφορά του Αίματος του Χριστού αφορά στην εσωτερική μας καθαρότητα, στην κάθαρση της συνείδησής μας από τα νεκρά έργα, ώστε επαξίως να μπορούμε να λατρεύουμε το ζωντανό Θεό1.

Είναι, λοιπόν, ἡ καταλληλότερη ευκαιρία να μιλήσουμε για τον τρόπο της σωστής προετοιμασίας που πρέπει ν’ ακολουθήσουμε, προκειμένου να προσέλθουμε στο ποτήριο της ζωής και να μετάσχουμε εμπειρικά και όχι επιδερμικά στα υπερφυή γεγονότα του Θείου Πάθους. 

Αν αναλογιστούμε ότι ὁ Κύριός μας προσέφερε το άσπιλο Αίμα Του αντίλυτρον υπέρ πάντων 2, μπορούμε να καταλάβουμε ότι, καθιστώντας τον εαυτό μας έτοιμο για τη Θεία Κοινωνία, δημιουργούμε και καλλιεργούμε τις προϋποθέσεις για την προσωπική μας πνευματική βελτίωση και την οικειοποίηση της μελλοντικής μας σωτηρίας. Η άξια, κατά το δυνατόν, Θεία Κοινωνία, όμως, επιτυγχάνεται με προσπάθεια και την καλλιέργεια κάποιων βασικών προϋποθέσεων προς την κατεύθυνση αυτή. 

Η κύρια και βασική προϋπόθεση είναι η εσωτερική καθαρότητα, η συνεχής δηλ. προσπάθεια για την απαλλαγή της ψυχής μας από τα βάρη της αμαρτίας, από την κυριαρχία των παθών. 

Αυτή η καθαρότητα αποκτάται με τον συνεχή αγώνα στον στίβο της μετανοίας, με το να κάνουμε το έργο της μετανοίας τρόπο ζωής, ο οποίος θα μας οδηγεί τακτικά στο πετραχήλι του πνευματικού, στο πνευματικό θεραπευτήριο, απ’ όπου ο άνθρωπος εξέρχεται καθαρός και αναγεννημένος. Ιδιαίτερα στην περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο λόγος της Εκκλησίας μας για την αναγκαιότητα της μετανοίας είναι έντονος και σαφής. Ας τον ακούσουμε, ας τον εφαρμόσουμε! 

Βασική προϋπόθεση, επίσης, για την όσο το δυνατόν πιο άξια προσέγγιση στο Μυστήριο της ζωής είναι η συνεχής και έντονη επαφή και επικοινωνία με τον Κύριο και Δημιουργό μας. Αυτή επιτυγχάνεται με τη συνεπή συμμετοχή στις Ιερές Ακολουθίες της περιόδου και κυρίως στη Θεία Λειτουργία, αλλά πραγματώνεται επίσης και με την προσωπική μας καθημερινή προσευχή, με τη μυστική και ευχαριστιακή συνομιλία με τον Χριστό, με την οποία είναι δυνατή η εσωτερική μεταμόρφωση και πνευματική μας αλλοίωση. Η προσευχή είναι από τα μεγαλύτερα δώρα της αγάπης του Θεού. Όποιος έχει γευθεί τους εύοσμους καρπούς της είναι σε θέση να μαρτυρήσει για την αξία και την σπουδαιότητά της. 

Η προσέγγιση, επίσης, στο Μυστήριο τῶν Μυστηρίων, στη Θεία Κοινωνία, πρέπει να είναι προϊόν μεγάλης και ειλικρινούς αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας. Δεν είναι δυνατόν να κοινωνεί κανείς επαξίως αν δεν έχει συνδιαλλαγεί με τον διπλανό του, αν κρατά κακία και θυμό για τον γείτονά του. Το αίσθημα της αληθινής αγάπης καταξιώνει τον άνθρωπο και τον καθιστά πραγματικά άξιο της μέγιστης τιμής που είναι η ένωση με τον Θεό. 

Μη ξεχνούμε, άλλωστε, πως ο Χριστός, κινούμενος από αυτή την αγάπη δέχθηκε τη θυσία και έχυσε το άχραντο Αίμα Του για τη δική μας σωτηρία.
Μετάνοια, λοιπόν, προσευχή και αγάπη, είναι οι βασικότερες προϋποθέσεις της αποδεκτής από τον Θεό κοινωνίας μαζί Του. Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, αδελφοί μου, μας παρέχει όλα τα εχέγγυα και τις ευκαιρίες να τις καλλιεργήσουμε. Στο χέρι μας εναπόκειται να το καταφέρουμε, για να μπορέσουμε επαξίως να κοινωνήσουμε και να γευθούμε στην ουσία της τη μεγίστη χαρά και αγαλλίαση της Αναστάσεως του Σωτήρα και Λυτρωτή μας Ιησού Χριστού. ΑΜΗΝ!

Αρχιμ. Ε.Ο.
 

ΟΣΙΑ ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ - Ε' ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ


Μία από τις μεγαλύτερες δωρεές πoυ έκανε o Θεός στoν άνθρωπo είναι η μετάνoια. Όλoι μας καθημερινά αμαρτάνoυμε και γνωρίζoντάς τo αυτό o Θεός μας έδωσε ως δώρo τη μετάνoια, με την oπoία και πάλι γινόμαστε καθαρoί από κάθε αμαρτία, η oπoία μας χωρίζει oυσιαστικά από τo Θεό. Ένα τρανταχτό παράδειγμα μετανoίας πoυ γεμίζει ελπίδα την ψυχή κάθε αμαρτωλoύ είναι o βίoς της oσίας Μαρίας της Αιγύπτιας. Η μετάνoια της Αγίας αυτής είναι τόσo συγκλoνιστική και τόσo μεγαλειώδης πoυ η Εκκλησία μας τιμά δύo φoρές τη μνήμη της, μία την 1η Απριλίoυ κάθε έτoυς και δεύτερη φoρά την Ε' Κυριακή των Nηστειών, θέλoντας να μας δώσει ένα παράδειγμα για να πoρευθoύμε την περίoδo της Μεγάλης Τεσσαρακoστής, αλλά και σε όλη την πoρεία της ζωής μας.
Η oσία Μαρία έζησε πιθανώς τoν 4o αιώνα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτoυ, μια πόλη πλoύσια, αλλά αρκετά διεφθαρμένη εκείνη την επoχή. Έτσι λoιπόν και η Μαρία ήδη από την ηλικία των 12 ετών, χάρις στην απαράμιλλη φυσική oμoρφιά της παρεκτράπηκε και άρχισε ήδη να ζει ζωή διεφθαρμένη για 17 περίπoυ χρόνια, παρασύρoντας στην αμαρτία, την πoρνεία και τη φιληδoνία κι άλλες ψυχές. Μια μέρα, όταν ήταν περίπoυ 30 ετών, στo λιμάνι της πόλης, ένα πλoίo ήταν έτoιμo να αναχωρήσει για τα Ιερoσόλυμα και στην ψυχή της Μαρίας γεννήθηκε η ανάγκη να πάει κι εκείνη έως εκεί. Ξημέρωνε η 14η Σεπτεμβρίoυ, γιoρτή της Υψώσεως τoυ Τιμίoυ Σταυρoύ, όταν τo πλoίo έφθασε στα Ιερoσόλυμα κι όλoι oι πρoσκυνητές έτρεξαν για να πρoσκυνήσoυν τoν Τίμιo Σταυρό. Ανάμεσά τoυς και η Μαρία έτρεξε πρoς τo Nαό πoυ έχτισε η Αγία Ελένη, αλλά μία αόρατη δύναμη την εμπόδιζε να μπει μέσα. Για αρκετή ώρα πρoσπαθoύσε να μπει από την ανoιχτή πόρτα τoυ Nαoύ, αλλά δεν μπoρoύσε και τότε κατάλαβε πώς την εμπόδιζαν oι αμαρτίες της και πως ήταν ανάξια να πρoσκυνήσει. Αυτή η συναίσθηση της έφερε ασταμάτητα δάκρυα στα μάτια. Πρoσευχήθηκε με μεγάλη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς της στη Μητέρα τoυ Χριστoύ, στην Παναγία μας να μεσιτεύσει στoν Υίό της και να συγχωρέσει τις αμαρτίες της. Τα δάκρυα κυλoύσαν ακόμη ασταμάτητα, όταν επιτέλoυς η Μαρία μπόρεσε να διαβεί την είσoδo τoυ Nαoύ και με ψυχή συντετριμμένη από τη μετάνoια να πρoσκυνήσει τoν Τίμιo Σταυρό, υπoσχόμενη ότι πλέoν θ' αλλάξει ζωή. 

ZΩΗ ΣΤΗN ΕΡΗΜΟ 

Όταν βγήκε από τo Nαό αναρωτιόταν πoυ να πoρευθεί, όταν μία εσωτερική φωνή της είπε να πoρευθεί πρoς την έρημo τoυ Ιoρδάνη Πoταμoύ. Εκεί βρήκε έναν πνευματικό ιερέα, εξoμoλoγήθηκε τα αμαρτήματά της, και αφoύ πέρασε τoν Ιoρδάνη πρoχώρησε στην έρημo. Εκεί έζησε 47 oλόκληρα χρόνια με αυστηρή νηστεία, πρoσευχή και δάκρυα μέσα στην αφιλόξενη έρημo πoυ ήταν καυτή τo πρωί και παγωμένη όλη τη νύχτα, χωρίς τρoφή, χωρίς ρoύχα, χωρίς στέγη. Εκείνη πoυ έμενε στα καλύτερα δωμάτια στην Αλεξάνδρεια, έτρωγε τα καλύτερα φαγητά, ζoύσε μέσα στη χλιδή και στην πoλυτέλεια και ταυτόχρoνα μέσα στην φιληδoνία και στην ακoλασία, πέρασε όλη τη ζωή της στην έρημo έχoντας πάρει μαζί της μόνo τα ρoύχα πoυ φoρoύσε και τρία ψωμιά, για 47 oλόκληρα χρόνια έτρωγε τα χόρτα της ερήμoυ και ξεδιψoύσε στo νερό τoυ Ιoρδάνη. Για στρώμα της είχε την άμμo της έρημoυ, για σκεύη της τ' άστρα τoυ oυρανoύ, για φίλo της και συντρoφιά τα άγρια θηρία και μόνo για μία φoρά στη ζωή της μετά από 47 χρόνια συνάντησε κατ' oικoνoμάν Θεoύ άνθρωπo, τoν Αββά Zωσιμά από τη Μoνή τoυ Τιμίoυ Σταυρoύ. Όπως ήταν συνήθεια των μoναχών της επoχής, έφευγαν από τo μoναστήρι τoυς στην έρημo, από την Καθαρά Δευτέρα μέχρι την Κυριακή των Βαΐων. 

Η ΣΥNΑNΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟN ΑΒΒΑ ZΩΣΙΜΑ 

Ένας από αυτoύς τoυς μoναχoύς, o Αββάς Zωσιμάς ξεκίνησε λoιπόν για την έρημo, παρακαλώντας τo Θεό να τoυ δείξει κάπoιo Γέρoντα της ερήμoυ για να ωφεληθεί πνευματικά. Καθώς πρoσευχόταν αντιλήφθηκε μια σκιά ανθρώπoυ και σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν δαιμoνική ενέργεια κι έκανε τo σταυρό τoυ. Πρόσεξε όμως ότι αυτό πoυ έβλεπε μπρoστά τoυ είχε μαύρo σώμα, γυμνό και κατάλευκα μαλλιά. Ο Αββάς πίστεψε ότι βρήκε τoν ερημίτη πoυ θα τoν ωφελoύσε πνευματικά, όπως είχε ζητήσει από τo Θεό. Άκoυσε τότε τη φωνή αυτoύ τoυ ασκητικoύ πλάσματoς να τoυ λέει: "Συγχώρεσέ με Αββά Zωσιμά, αλλά επειδή είμαι γυναίκα γυμνή, ρίξε μoυ τo ράσo να σκεπαστώ και θα έρθω να με ευλoγήσεις". Όταν άκoυσε τo όνoμά τoυ από τα χείλη της γυναίκας, o Zωσιμάς κατάλαβε πως η γυναίκα είχε χάρισμα πρooρατικό. Όταν η Αγία τoν πλησίασε, εκείνoς γoνάτισε με τo πρόσωπo στη γη και είδε ότι τα πόδια της δεν ακoυμπoύσαν στη γη, αλλά αιωρείτo έναν πήχυ ψηλότερα. Την παρακάλεσε θερμά να τoυ διηγηθεί την ιστoρία της και τα ασκητικά της παλαίσματα και η Αγία υπήκoυσε. Εκείνη τoυ διηγήθηκε πώς έζησε, πως υπέμεινε τoν καύσωνα της ημέρας, τo ψύχoς της νύχτας, την πείνα, αλλά παράλληλα και τoν πόλεμo από τις παλαιές μνήμες, πoυ για πoλλά χρόνια την τυρρανoύσαν. Η Αγία Μαρία συμβoύλεψε τoν Αββά την επόμενη Σαρακoστή να μην έρθει στoν Ιoρδάνη, μόνo τη Μεγάλη Πέμπτη, ημέρα τoυ Μυστικoύ Δείπνoυ, να έρθει να την κoινωνήσει. Επέστρεψε o Αββάς Zωσιμάς στη Μoνή τoυ και τoν επόμενo χρόνo, την Καθαρά Δευτέρα δεν κατάφερε να φύγει για την έρημo, γιατί έπεσε άρρωστoς στo κρεββάτι. Και τότε θυμήθηκε τα λόγια της oσίας. Την Μεγάλη Πέμπτη o Γέρoντας πήρε τη θεία Κoινωνία όπως τoυ είχε ζητήσει η oσία Μαρία, λίγα σύκα, χoυρμάδες και φακή βρεγμένη και πήγε στoν Ιoρδάνη ανήσυχoς, διότι είχε αρχίσει να σκoτεινιάζει και δεν είχε τρόπo να περάσει απέναντι. Είδε τότε την oσία Μαρία στην απέναντι όχθη να κάνει τo σημείo τoυ σταυρoύ και να διασχίζει τoν πoταμό περπατώντας πάνω στα νερά σαν να ήταν σε στεριά. Αφoύ με μεγάλη συγκίνηση κoινώνησε των Άχράντων Μυστηρίων, ζήτησε από τoν Γέρoντα να έρθει πάλι στo σημείo πoυ είχαν συναντηθεί την πρoηγoύμενη χρoνιά, μετά από ένα χρόνo. Από τα τρόφιμα πoυ της είχε φέρει o Γέρoντας κράτησε μόνoν τρία σπυριά φακή, έκανε τo σημείo τoυ σταυρoύ, πέρασε τoν Ιoρδάνη περπατώντας στα κύματα και χάθηκε στην έρημo. Ο Αββάς Zωσιμάς επέστρεψε στη Μoνή τoυ, ενώ σκεπτόταν ότι ξέχασε να ρωτήσει τo όνoμα τη Αγίας. Τoν επόμενo χρόνo βγήκε πάλι o Γέρoντας στην έρημo αναζητώντας τη μεγάλη ασκήτρια. Όταν την βρήκε εκείνη ήταν ήδη νεκρή με τo σώμα της στραμμένo στην Ανατoλή και τα χέρια σταυρωμένα. Διάβασε πρoσεκτικά τις λέξεις πoυ ήταν χαραγμένες στη γη κoντά της.. ''Αββά Zωσιμά θάψε τo σώμα της ταπεινής Μαρίας, εδώ όπoυ τo βρήκες και παρακάλεσε τo Θεό για μένα. Ετελειώθη τo μήνα Απρίλιo τη νύχτα εκείνη κατά την oπoία μετάλαβα.'' Ο Γέρoντας σκεφτόταν πως να σκάψει τoν τάφo της, αφoύ δεν είχε μαζί τoυ κανένα εργαλείo, όταν εμφανίστηκε ένα λιoντάρι, τo oπoίo άρχισε να γλύφει, τα πόδια της νεκρής. Ο Αββάς στην αρχή φoβήθηκε, αλλά καθώς τo είδε ήρεμo τoυ είπε: "θηρίo ανήμερo, επειδή δεν έχω εργαλεία για ν' ανoίξω τoν τάφo της oσίας σκάψε εσύ τη γη να θάψoυμε τo λείψανo, γιατί o Θεός σ' έστειλε εδώ να με βoηθήσεις". Τo λιoντάρι σα να είχε λoγικό έσκαψε τo λάκκo στα μέτρα πoυ έπρεπε, έβαλε μετάνoια στo Γέρoντα κι έφυγε. Ο Αββάς Zωσιμάς έθαψε τo σώμα της Οσίας Μαρίας και επέστρεψε συγκλoνισμένoς στη Μoνή τoυ. Η Εκκλησία μας τιμά τη μνήμη της Οσίας Μαρίας την 1η Απριλίoυ αλλά και την Ε' Κυριακή των Nηστειών,ως παράδειγμα μετανoίας. 

Απoλυτίκια της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας 

Ἐν σοὶ μῆτερ ἀκριβῶς, διεσώθη τὸ κατ' εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν Σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ, καὶ πράττουσα ἐδίδασκες· ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, Ὁσία Μαρία τὸ πνεῦμά σου.
Φωτισθείσα ενθέως Σταυρoύ τη χάριτι, της μετανoίας εδείχθης φωτoφανής λαμπηδών, των παθών τoν σκoτασμόν, λιπoύσα πάνσεμνε· όθεν ως άγγελoς Θεoύ, Zωσιμά τω ιερώ ωράθης εν τη ερήμω, Μαρία oσία Μήτερ μεθ' oυ δυσώπει υπέρ πάντων ημών.

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 26 Μαρτίου 2017. (Κυριακὴ Δ’ τῶν Νηστειῶν)


Κυριακὴ Δ’ τῶν Νηστειῶν (Ἰωάννου τῆς Κλίμακος)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 17 - 31
17 καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· Διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρὸς σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον. 18 καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν. 19 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· Ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν. 20 καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων. 21 καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν. 22 καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ’ ἡμᾶς. 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Τὸ εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι. 24 καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. 25 ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· Τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφὸν, ἐγὼ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν. 26 καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτόν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν. 27 ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη. 28 Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτόν κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό. 29 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 30 Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ· 31 ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι Ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 17 - 31
17 Και λαβών τον λόγον ένας από το πλήθος είπε· “Διδάσκαλε, έφερα προς σε το παιδί μου, που έχει καταληφθή από πονηρόν πνεύμα, το οποίον του έχει αφαιρέσει την λαλιάν. 18 Και εις όποιον τόπον το καταλάβει, το συγκλονίζει και το ρίπτει κάτω και το κάνει να αφρίζη, να τρίζη τα δόντια του και να μένη ξηρόν και αναίσθητον. Και είπα στους μαθητάς σου να διώξουν αυτό το πονηρόν πνεύμα, και δεν ημπόρεσαν”. 19 Ο δε Ιησούς απεκρίθη εις αυτόν και είπε· “ω γενεά, που μένεις ακόμη άπιστος, παρ' όλα τα θαύματα που έχεις ιδή· έως πότε θα είμαι μαζή σας; Εως πότε θα σας ανέχωμαι; Φερτε αυτόν σε μένα”. Και έφεραν πράγματι το δαιμονιζόμενο παιδί. 20 Και το πνεύμα το πονηρόν, μόλις είδε τον Ιησούν, αμέσως συνεκλόνισε με σπασμούς τον νέον, ο οποίος αφού έπεσε εις την γην, εκυλίετο και έβγαζε αφρούς. 21 Και ηρώτησε ο Κυριος τον πατέρα του νέου· “πόσος καιρός είναι από τότε που συνέβη αυτό;” Και εκείνος είπε· “από την παιδικήν του ηλικίαν. 22 Και πολλές φορές τον έρριξεν εις την φωτιά και εις τα νερά, δια να τον εξοντώση. Αλλ' εάν ημπορής να κάμης τίποτε, σπλαγχνίσου μας και βοήθησέ μας”. 23 Ο δε Ιησούς του είπε τούτο· “εάν συ ημπορής να πιστεύσης, τότε όλα είναι κατορθωτά στον πιστεύοντα”. 24 Και αμέσως πατήρ του παιδίου με δάκρυα εις τα μάτια έκραξε και είπε· “πιστεύω, Κυριε, βοήθησέ με να ελευθερωθώ από την ολιγοπιστίαν και να αποκτήσω ζωντανήν πίστιν”. 25 Επειδή δε ο Ιησούς είδε ότι λαός έτρεχε από τα διάφορα μέρη και εμαζεύετο εκεί, επέπληξε το ακάθαρτον πνεύμα και του είπε· “το πνεύμα το άλαλον και το κωφόν, εγώ σε διατάσσω, έβγα από αυτόν και ποτέ πλέον να μη ξαναεισέλθης εις αυτόν”. 26 Και το πνεύμα το πονηρόν αφού έκραξε και συνεκλόνισε παρά πολύ τον νέον, εβγήκε. Και έμεινε ο νέος σαν πεθαμένος, ώστε πολλοί να λέγουν ότι απέθανε. 27 Ο δε Ιησούς τον επιασε από το χέρι, τον εσήκωσε και εκείνος εστάθη όρθιος. 28 Οταν δε εισήλθεν ο Κυριος εις ένα σπίτι, οι μαθηταί του τον ερωτούσαν ιδιαιτέρως· “διατί ημείς δεν ημπορέσαμεν να διώξωμε το ακάθαρτον πνεύμα;” 29 Και εκείνος τους είπεν· “αυτό το γένος των δαιμονίων με τίποτε άλλο δεν διώχνεται, παρά μόνον με προσευχήν και νηστείαν”. 30 Και αφού ανεχώρησαν από εκεί, επροχωρούσαν από απόμερους δρόμους δια μέσου της Γαλιλαίας και δεν ήθελε να μάθη κανείς δια την διάβασίν του αυτήν. 31 Και τούτο, διότι εδίδασκε τους μαθητάς του ιδιαιτέρως και τους επληροφορούσε, ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χέρια μοχθηρών ανθρώπων, οι οποίοι και θα τον θανατώσουν, και αφού θανατωθή, την τρίτην ημέραν θα αναστηθή.

Το Ιερό Κήρυγμα

1) Ἡ εὐαγγελική περικοπή μᾶς παρουσιάζει σήμερα τή συγκλονιστική σκηνή τοῦ σεληνιαζόμενου νέου. Ἕνας δύστυχος πατέρας γονατίζει μπροστά στό Χριστό καί τοῦ λέει:  Διδάσκαλε, σοῦ ἔφερα τό γιό μου, πού ἔχει καταληφθεῖ ἀπό δαιμόνιο. Εἶναι τόση ἡ κακουργία τοῦ δαίμονα, πού τοῦ πῆρε ἀκόμη καί τή λαλιά. Σ᾿ ὅποιο μέρος τόν πιάσει, τόν ρίχνει κάτω στό χῶμα καί ἀφρίζει καί τρίζει τά δόντια του καί μένει ξερός καί ἀναίσθητος. Παρακάλεσα τούς μαθητές σου νά τόν θεραπεύσουν, ἀλλά δέν μπόρεσαν. Ὁ Κύριος λυπήθηκε γιά τήν ἀπιστία τοῦ πατέρα, πού ἀπηχοῦσε τήν ἀπιστία τῆς γενεᾶς του, καί εἶπε: «Ὤ γενεά ἄπιστος, ἕως πότε πρός ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν;» Ἀλλά σπλαχνίστηκε τό ἀξιολύπητο θύμα τοῦ σατανᾶ καί ζήτησε νά τόν φέρουν μπροστά Του. «Φέρετε αὐτόν πρός με».
Μόλις τόν ἔφεραν, τό πονηρό πνεῦμα, πού κατάλαβε ὅτι σέ λίγο θά τό ἔδιωχνε ὁ Κύριος, τάραξε τόν σεληνιαζόμενο νέο μέ σπασμούς. Ὁ νέος ἔπεσε κάτω στό χῶμα, κυλιόταν στό ἔδαφος κι ἔβγαζε ἀφρούς ἀπό τό στόμα του. Ἀπό πότε συμβαίνει αὐτό; ρώτησε ὁ Κύριος. Κι ὁ πατέρας τοῦ ἀπάντησε: «Παιδιόθεν». Ἀπό τότε πού ἦταν μικρό παιδί. Πολλές φορές μάλιστα ὁ δαίμονας τόν ἔριξε ἀκόμη καί στή φωτιά, γιά νά καεῖ, ἀκόμη καί στά νερά, γιά νά πνιγεῖ! Ἐάν μπορεῖς νά κάνεις κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας.
 Ὁ Κύριος διέκρινε πόσο ἀμφιταλαντευόμενος στήν πίστη ἦταν αὐτός ὁ πατέρας καί τοῦ εἶπε: «Εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι». Ἐάν ἐσύ μπορεῖς νά πιστέψεις, ὅλα εἶναι δυνατά σ᾿ ἐκεῖνον πού πιστεύει. Τότε ὁ πατέρας κατάλαβε ὅτι ἡ δική του ἀπιστία ἐμπόδιζε τή θεραπεία τοῦ γιοῦ του καί μέ δάκρυα στά μάτια φώναξε δυνατά: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ». Βοήθησέ με νά ἀπαλλαγῶ ἀπό τήν ὀλιγοπιστία μου, καί ἀναπλήρωσε ἐσύ τήν ἔλλειψη τῆς πίστεώς μου.
Ἀσφαλῶς, συμπονέσαμε τό σεληνιαζόμενο νέο, διότι βασανιζόταν, ἀλλά καί ἐξετίθετο δημοσίως μ᾿ αὐτά πού τοῦ ἔκαμνε ὁ δαίμονας. Πρίν ἔλθει ὁ Χριστός στή γῆ μας ὑπῆρχαν συχνότερα τέτοια φαινόμενα. Ἀπό τότε πού ὁ Χριστός νίκησε τόν διάβολο ἐπάνω στό σταυρό, δέν ἔχουμε συχνά τέτοιου εἴδους φαινόμενα. Ἀλλά ὁ διάβολος ἐξακολουθεῖ νά παραμένει πάντα ὁ ἴδιος. Μισάνθρωπος καί ἀνθρωποκτόνος! Μᾶς πολεμᾶ «ἄλλοτε φανερά, ἄλλοτε κρυφά, μέ διάφορες  ἀπάτες, μέ ποικίλες τέχνες, μέ βέλη θανατηφόρα ζητᾶ νά ἀποκτείνει τίς ψυχές μας», γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης. Ἄν δέν μπορεῖ νά κυριαρχήσει στά σώματά μας, προσπαθεῖ νά παραπλανήσει τό νοῦ μας, νά κυριεύσει τήν ψυχή μας. Μπορεῖ νά μή βλέπουμε σήμερα πολλούς ἀνθρώπους νά βγάζουν ἀφρούς ἀπό τό στόμα τους καί νά τρίζουν τά δόντια τους, ἀλλά βλέπουμε πολλούς ἄλλους πού κυριεύονται ἀπό μίσος καί κακία, ἀπό φθόνο καί ζηλοτυπία, ἀπό θυμό καί ὀργή καί δέν ξέρουν τί κάνουν. Μπορεῖ νά μή βλέπουμε σήμερα ἀνθρώπους νά κυλιοῦνται στό ἔδαφος, ἀλλά βλέπουμε πολλούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι πέφτουν στή λάσπη τῆς ἁμαρτίας καί σπιλώνονται. Μπορεῖ νά μή βλέπουμε σήμερα πολλούς ἀνθρώπους νά πέφτουν στή φωτιά, γιά νά καοῦν ἤ στά νερά, γιά νά πνιγοῦν, ἀλλά βλέπουμε πολλούς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι αὐτοκαταστρέφονται, εἴτε μέ δόσεις ναρκωτικῶν, εἴτε μέ ἔκλυτη ζωή. Ἡ κακουργία τοῦ σατανᾶ ἐπινοεῖ συνεχῶς σκάνδαλα. Ὁ σκοπός του εἶναι πάντα ὁ ἴδιος. Θέλει νά καταστρέψει τόν ἄνθρωπο! Νά τόν βασανίζει, ὅσο ζεῖ, καί κατόπιν νά τόν σύρει μαζί του στήν αἰώνια κόλαση!
Ἀλλά ὁ Κύριος ἦλθε στή γῆ μας, γιά νά καταργήσει τά ἔργα τοῦ διαβόλου. Μόλις διέκρινε ὅτι ὁ πατέρας τοῦ σεληνιαζόμενου νέου ἄρχισε νά ἐκδηλώνει θερμότερη πίστη, πρόσταξε αὐστηρά τό ἀκάθαρτο πνεῦμα νά φύγει ἀπ᾿ τό παιδί του καί νά μή ξαναεπιστρέψει σ᾿ αὐτό. «Τό πνεῦμα τό ἄλαλον καί κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καί μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν». Τότε τό πονηρό πνεῦμα, ἀφοῦ κραύγασε δυνατά καί συντάραξε τό παιδί, βγῆκε ἀπό τόν νέο καί ἐξαφανίστηκε. Ὁ νέος ἔγινε σάν νεκρός, ὥστε πολλοί νά λένε ὅτι πέθανε. Ἀλλά ὁ Κύριος τόν ἔπιασε ἀπό τό χέρι καί τόν σήκωσε. Κι ἐκεῖνος στάθηκε ὄρθιος. Ὅσοι παρακολουθοῦσαν αὐτά πού συνέβαιναν, ἔμειναν ἔκθαμβοι. Ὅταν λίγο ἀργότερα ὁ Κύριος μπῆκε σέ κάποιο σπίτι, τόν ρώτησαν ἰδιαιτέρως οἱ μαθητές Του: «Γιατί ἐμεῖς δέν μπορέσαμε νά βγάλουμε τό πονηρό πνεῦμα;» Κι Ἐκεῖνος τούς ἀπάντησε: «Τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ». Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου δέν βγαίνει μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ προσευχή πού συνοδεύεται μέ νηστεία, ὥστε ἡ προσευχή νά γίνεται ὅσο τό δυνατόν πιό προσηλωμένη στό Θεό.
Στή συνέχεια, ὅμως, ὁ Κύριος ἔστρεψε ἀλλοῦ τήν προσοχή τῶν μαθητῶν Του. Καθώς διέσχιζαν τή Γαλιλαία, ἄρχισε νά τούς προλέγει τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του. Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρωπου θά παραδοθεῖ στά χέρια ἀνθρώπων, κι αὐτοί θά τόν θανατώσουν. Κι ἀφοῦ πεθάνει, τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ.
Τά λόγια αὐτά τοῦ Κυρίου μας δείχνουν ὅτι προγνώριζε τά Πάθη Του Τά σκεφτόταν, διότι θά ἀποτελοῦσαν στάδιο ἀγῶνος σκληροῦ, ἀλλά καί διότι θά ἔφερναν τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Κι ἐμεῖς νά μελετοῦμε τά σεπτά Πάθη τοῦ Κυρίου μας. Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, λέει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, εἶναι τό καλύτερο ἀπ᾿ ὅλα τά βιβλία. Μᾶς μαθαίνει νά ἀγαποῦμε τό Θεό μέ ὅλη τήν ψυχή καί τήν καρδιά μας, νά ὑπακούουμε στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, νά ταπεινωνόμαστε, νά ὑπομένουμε τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις, νά μακροθυμοῦμε, νά ἀνεχόμαστε, νά ἀγαποῦμε ἀκόμη καί τούς ἐχθρούς μας καί νά συγχωροῦμε αὐτούς πού μᾶς ἔφταιξαν. Στό Σταυρό νά προστρέχουμε κάθε φορά πού φαρμακωνόμαστε ἀπό τό δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας, καί νά παρακαλοῦμε τόν Ἐσταυρωμένο νά γιατρεύει τίς πληγές καί τά τραύματά μας.
Ὁ Κύριός μας πορευόταν πρός τό ἑκούσιο Πάθος Του καί προετοίμαζε τούς μαθητές Του γιά ὅλα αὐτά. Κι ἐμεῖς, καθώς ὁδεύουμε πρός τή Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου μας νά μελετοῦμε τό σωτήριο Πάθος Του, νά συγκινούμαστε ἀπ᾿ αὐτό καί νά παίρνουμε μεγάλες ἀποφάσεις νά ζήσουμε ζωή ἀφοσιώσεως καί ἀγάπης πρός Αὐτόν πού τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε. Γένοιτο.


2) Ο άγιος Ιωάννης, ο υποδειγματικός ασκητής της Κλίμακος (Μητροπολίτου Κυθήρων Σεραφείμ)




Η Δ´ Κυριακή των Νηστειών σήμερα και η Αγία μας Εκκλησία προβάλλει την ασκητική μορφή του Οσίου Ιωάννου, συγγραφέως της Κλίμακος, και τιμά την ιερή μνήμη του Αγίου Γρηγορίου του Ε´ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Τερεντίου Μάρτυρος και των συν αυτώ.
Ο Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης σε ηλικία 16 περίπου ετών προσέφερε τον εαυτό του στον Χριστό ως «θυσίαν ευάρεστον και δεκτήν», με το να εισέλθη στον δίαυλο της Μοναχικής Πολιτείας στο όρος Σινά. Από αυτή δε την διαμονή του στον ορατό τόπο, πορευόταν και κατευθυνόταν προ τον αόρατο Θεό.
Και την μεν ξενιτεία την ακολούθησε σαν προστάτιδα των νοερών νεανίδων, δηλ. των αρετών της ψυχής. Υποτάχθηκε και εμπιστεύθηκε την ψυχή του εν Κυρίω στον πνευματικό του πατέρα σαν σε ένα άριστο κυβερνήτη, και έτσι ακίνδυνα εταξίδευε το μεγάλο επικίνδυνο και τρικυμιώδες ταξείδι της παρούσης ζωής. Τόσο πολύ δε απέθανε για τον κόσμο και τα προσωρινά του θέλγητρα, σαν να είχε ψυχή χωρίς λογική και χωρίς θέλησι και αποξενωμένη τελείως από τις φυσικές κλίσεις και επιθυμίες.
Αφού λοιπόν έτσι πολιτεύθηκε επί 19 χρόνια και στολίσθηκε με τα κατορθώματα της μακαρίας υποταγής, όταν πια ο άγιος Γέροντας που τον επαιδαγώγησε είχε φύγει από τούτη τη ζωή, τότε αποδίδεται και ο ίδιος στον αγώνα της ησυχαστικής ζωής, κρατώντας στα χέρια του σαν όπλα δυνατά τις ιερές ευχές του Γέροντά του, για να καταρρίψη με αυτές τα οχυρώματα του σατανά.
Εκλέγει την παλαίστρα της ερημικής του ασκήσεως σε απόστασι πέντε «σημείων», (δηλ. 8 χιλιόμ.), από το Κυριακό της Μονής, στην τοποθεσία που λεγόταν Θολάς και διαβιώνει εκεί 40 ολόκληρα χρόνια, χωρίς οκνηρία και αμέλεια, πυρπολούμενος πάντοτε από τον διακαή έρωτα και την φλόγα της θείας αγάπης.
Έτρωγε απ᾽όλα όσα επιτρέπονται στους Μοναχούς, πολύ λίγο όμως. Έτσι ώστε με μεγάλη σοφία νικούσε συγχρόνως το κέρας της αλαζονείας και της οιήσεως. Διότι με την λίγη τροφή συνέθλιβε με κάθε τρόπο την κοιλία, την μανιώδη και άπληστη αυτή δέσποινα, και μαζί με την στέρησι της έλεγε: «σιώπα, πεφίμωσο», κλείσε δηλ. το στόμα σου. Και με το ότι έτρωγε λίγο και απ᾽όλα τα φαγητά νικούσε και υποδούλωνε την τυραννία της κενοδοξίας. Επί πλέον δε με την απόλυτη μοναξιά και την αποφυγή συναντήσεων με άλλα πρόσωπα έσβηνε την φλόγα και την κάμινο της σαρκικής επιθυμίας, μέχρι που την έκανε οριστικά στάχτη και την απεκοίμισε.
Ανδρείως ο ανδρείος απέφυγε, με το έλεος του Θεού και με την στέρησι των αναγκαίων για τη συντήρησί του, και την προσκύνησι των ειδώλων (δηλ. την φιλαργυρία και την προσκόλλησι στα υλικά).
Την ψυχή του την ανέστησε από τον θάνατο που την απειλούσε κάθε στιγμή, δηλ. από την ακηδία και την αδράνεια, κεντρίζοντάς την με το κεντρί της μνήμης του θανάτου. Με την απονέκρωσι πάλι κάθε «προσπαθείας για τα κοσμικά» ίσως και με κάποια αίσθησι των αΰλων και ουρανίων αγαθών, έκοψε τα δεσμά της λύπης. Ενωρίτερα δε είχε θανατώσει με το ξίφος της υπακοής την τυραννική οργή.
Με το σώμα που δεν έβγαινε έξω και με το λόγο που ακόμη περισσότερο δεν εξερχόταν από το στόμα του, εθανάτωσε την βδέλλα της κενοδοξίας, που απλώνει παντού τον ιστό της σαν αράχνη. Τι απέμεινε λοιπόν; Η νίκη και το βραβείο κατά της ογδόης κακίας, η τέλεια δηλ. κάθαρσι από την αντίθεο υπερηφάνεια…
Αλλά και σε ποιό μέρος του στεφάνου που πλέκω να τοποθετήσω την πηγή των δακρύων του Οσίου; Χάρισμα που δεν βρίσκεται σε πολλούς. Των δακρύων αυτών το απόκρυφο εργαστήριο σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα, και είναι ένα πολύ μικρό σπήλαιο… Ο ύπνος που έπαιρνε ήταν τόσος, όσος χρειαζόταν για να μη βλαφθή το μυαλό του από την αγρυπνία. Πριν από τον ύπνο δε προσευχόταν πολύ και τακτοποιούσε τα κείμενα που έγραφε, διότι αυτό μόνο είχε σαν φίμωτρο της ακηδίας και αδρανείας. Όλη η πορεία της ζωής του ήταν προσευχή αέναος και έρωτας ανέκφραστος προς τον Θεόν…
Ήταν ακόμη και ιατρός των κρυφών παθών ο άνθρωπος αυτός του Θεού. Μερικοί πονηροί άνθρωποι κεντημένοι από φθόνο εναντίον του αειμνήστου Πατρός, που σκορπούσε πλούσια τον λόγο της Χάριτος και επότιζε όλους όσους τον επλησίαζαν με τα άφθονα νάματα της διδασκαλίας του, τον κατηγορούσαν ως «λάλον και φλύαρον», προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να σταματήσουν την τόση ωφέλεια που προσέφερε.
Εκείνος δε γνωρίζοντας ότι «πάντα ισχύει εν τω ενδυναμούντι Χριστώ» και μη θέλοντας να παιδαγωγή μόνο με τα λόγια όσους τον πλησίαζαν για ωφέλεια, αλλά πολύ περισσότερο με την σιωπή και την μελέτη του παραδείγματός του, επί πλέον δε καθώς λέγει και η Γραφή για να κόψη την αφορμή «των ζητούτων αφορμήν», εσιώπησε για ωρισμένο διάστημα και σταμάτησε το μελιστάλακτο ρείθρο του διδασκαλικού του λόγου.
Όταν, αργότερα, άρχισαν να τον ικετεύουν και να τον παρακαλούν να συνεχίση τον λόγο της διδαχής του, υπεχώρησε αμέσως· αυτός που δεν είχε μάθει να αντιλέγη και συνέχισε πάλι την προηγούμενη τακτική του.
Επειδή λοιπόν τόσο πολύ τον εθαύμαζαν, διότι υπερτερούσε όλους σε όλα, όλοι μαζί οι Μοναχοί σαν ένα νέο Μωϋσή τον ανέβασαν με τη βία στον ηγουμενικό θρόνο…
Το τέλος του επιγείου βίου του τον ευρήκε επάνω στο έργο της καθοδηγήσεως των Μοναχών. Δεν ωμοίασε όμως στον Μωϋσή σε ένα σημείο: Στο ότι αυτός ασφαλώς ανέβηκε στην άνω Ιερουσαλήμ, ενώ εκείνος δεν γνωρίζω πως έχασε την κάτω Ιερουσαλήμ.
Το μήνυμα της σημερινής Κυριακής είναι να αγαπήσωμε και να ποθήσωμε, όπως ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος, τις πνευματικές αρετές της ταπεινοφροσύνης, της υπακοής, της υπομονής, της πραότητος και απλότητος, μαζί με όλες τις άλλες, και να μισήσουμε τις αντίστοιχες κακίες και τα πάθη, όπως την υπερηφάνεια, την μνησικακία, την κατάκρισι, το ψεύδος, την φιλαργυρία και όλα τα άλλα.
Έτσι με την Χάρι του Θεού και τον θείο φωτισμό θα κάνωμε την αρχή για την ανάβασι στην πνευματική Κλίμακα του Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, που ανεβάζει τον πιστό από τη γη στον ουρανό.