Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ θαυματουργός


Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι «ἐξήχθη ἐκ τῆς θαλάσσης, ὑπό τῶν ἁλιέων τῆς Μονῆς κατά τούς χρόνους τῆς ἀνιδρύσεως αὐτῆς», κατά τύχη, μέ τά δίχτυά τους, μέ τό ὄστρακο πάνω στό μέτωπο τοῦ ἁγίου Νικολάου. Οἱ ἁλιεῖς προσπάθησαν ἐπιτηδείως νά ἀποκολλήσουν τό στρείδι ἀπό τό μέτωπο τοῦ ἁγίου. Μόλις ὅμως τό ξεκόλλησαν, στό μέτωπο τοῦ ἁγίου ἐφάνη αἷμα, πού μέχρι σήμερα φαίνεται καί βεβαιώνει τό θαῦμα.

Ἐξ' αἰτίας αὐτοῦ τοῦ θαύματος ὁ πατριάρχης Ἰερεμίας ὅρισε, νά ἑορτάζει καί νά τιμᾶται ἡ Μονή ἐπ' ὀνόματι τοῦ ἁγίου Νικολάου. Τό ὄστρακο αὐτό διατηρήθηκε σάν κειμήλιο. Τό μισό εὑρίσκεται στή Μονή. Τό ἄλλο μισό τό ἔκαμαν, κατά τήν παράδοση, ἐγκόλπιο-δῶρο στόν πατριάρχη Ἰώβ τῆς Ρωσίας. Τό πιό πιθανό εἶναι νά ρίχτηκε ἡ εἰκόνα στό βυθό ἀπό τούς Καταλανούς πειρατές μετά τήν ἐπιδρομή πού ἔγινε τό 1306. Αὐτό μᾶς τό ἐπιβεβαιώνουν οἱ εἰδικοί, πού χρονολόγησαν τήν κατασκευή τῆς εἰκόνας στά τέλη τοῦ 13ου αἰῶνα. Ἡ εἰκόνα ἀνελκύστηκε τό ἔτος 1589, ἐπί πατριαρχίας Ἰερεμίου Β΄. Ἄρα ἡ εἰκόνα ΕΜΕΙΝΕ ΑΒΛΑΒΗΣ ΣΤΟΝ ΒΥΘΟ 283 ΧΡΟΝΙΑ.

(Ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ θαυματουργός, Ἐκδ. Παπαδημητρίου, 1998, σελ. 82-83)

* * *

Ἔχουμε, λοιπόν ἐδῶ, ἕνα ἀναμφισβήτητα θαυμαστό γεγονός γιά τήν συγκεκριμένη εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου. Φυσικά ὑπάρχουν καί ἄλλα ἀνάλογα θαύματα τῆς Παναγίας καί ἄλλων ἁγίων. Μαρτυροῦν, ὅτι ὁ Θεός δίνει τή χάρη Του ΚΑΙ ΣΤΑ ΛΕΙΨΑΝΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥΣ.

Θαύματα ἀπό τίς ἅγιες εἰκόνες γίνονταν στό παρελθόν. Γίνονται καί ΤΩΡΑ. Καί θά συνεχίσουν νά γίνονται καί στό μέλλον. Γιά πάντα. Γιατί ὁ Θεός, εἶναι καί θά εἶναι πάντοτε ὁ ἴδιος.

* * *

Συμπέρασμα πνευματικό.

Ὅποιος δέν πιστεύει στά θαύματα τῶν ἁγίων καί τῶν εἰκόνων τους, ξεχνάει ὅτι ὁ Θεός εἶναι παντοδύναμος. Καί ὅτι ἐνεργεῖ, ὅποτε θέλει· καί ὅπως θέλει.

Ὅποιος πιστεύει μέν στά θαύματα τῶν ἁγίων μέσῳ τῶν λειψάνων τους καί τῶν εἰκόνων τους, ἀλλά δυσπιστεῖ, ἄν κάποιο ἀπό τά θαύματα, πού τοῦ διηγοῦνται, εἶναι ἀληθινό καί αὐθεντικό ἤ ὄχι, δέν ἁμαρτάνει. Γιατί ἡ δυσπιστία του δέν ἀναφέρεται στόν Θεό, ἀλλά σέ ἀνθρώπους.

Ἡ Ὁσία Μελάνη ἡ Ρωμαία



σία Μελάνη Ρωμαία


31 Δεκεμβρίου 
 
 Μὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγίων Μετεώρων 












Ἔζησε στὰ χρόνια ποὺ βασιλιὰς ἦταν ὁ Ὀνώριος, δεύτερος γιὸς τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου. Οἱ γονεῖς της, εὐγενεῖς καὶ πλούσιοι, τὴν πάντρεψαν σὲ μικρὴ ἡλικία καὶ ἀπέκτησε δύο παιδιά. Ὅμως μεγάλες δοκιμασίες τὴν περίμεναν. Τὴν μητρική της καρδιὰ σπάραξε ὁ θάνατος τῶν δυὸ παιδιῶν της. Μετὰ ἀπὸ λίγο καὶ ἐντελῶς ξαφνικά, πέθανε καὶ ὁ σύζυγός της. Καὶ γιὰ νὰ γεμίσει τὸ πικρὸ ποτήρι τῆς λύπης, χάνει καὶ τοὺς γονεῖς της. Οἱ στιγμὲς δύσκολες. Ποιὸς θὰ τὴν παρηγορήσει; Μὰ ποιὸς ἄλλος; Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ λέει: «τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες, τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες». Δηλαδή, ἡ ἀκλόνητη ἐλπίδα σας στὰ μέλλοντα ἀγαθά, νὰ σᾶς γεμίζει χαρὰ καὶ νὰ σᾶς ἐνισχύει γιὰ νὰ δείχνετε ὑπομονὴ στὴν θλίψη. Καὶ νὰ ἐπιμένετε στὴν προσευχή, συνεχίζει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία θὰ λαμβάνετε σπουδαία βοήθεια στὶς δύσκολες περιστάσεις τῆς ζωῆς σας.
Ἔτσι καὶ ἡ Μελάνη, ἀδιάφορη γιὰ τὶς κοσμικὲς ἀπολαύσεις, ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα ἐξοχικό της κτῆμα, ὅπου ἀφοσιώθηκε στὴν μελέτη καὶ τὴν προσευχή. Ἐκεῖ ἐπίσης καλλιγραφοῦσε ἱερὰ βιβλία καὶ τὰ ἔδινε νὰ τὰ διαβάζουν οἱ πιστοί. Διέθεσε ὅλη της τὴν περιουσία γιὰ τὴν ἀνακούφιση τῶν φτωχῶν καὶ ἀσθενῶν.
Καὶ ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε πολλοὺς τόπους βοηθώντας τοὺς πάσχοντες, κατέληξε στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου καὶ πέθανε ἀπὸ πλευρίτιδα.
Ὁ δὲ Σ. Εὐστρατιάδης γράφει τὰ ἑξῆς γιὰ τὴν Ἁγία αὐτή: «...Αὐτὴ ἣν ἐπὶ τῆς βασιλείας Ὀνωρίου (395 – 423), Ρωμαία πλούσια καὶ ἐκ γένους περιφανοῦς καὶ ἐνδόξου. Συζευχθεῖσα παρὰ τὴν θέλησιν αὐτῆς, ἀπεσύρθη μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀνδρὸς καὶ τῶν δύο αὐτῆς τέκνων εἰς ἐν προάστειον τῆς Ρώμης, ἐπιμελουμένη τῶν πτωχῶν, ὑποδεχόμενη τοὺς ξένους, ἐπισκεπτόμενη τοὺς ἐξόριστους καὶ ἐν φυλακαὶς καὶ θεραπεύουσα τοὺς νοσοῦντας. Μετὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων αὐτῆς καὶ διανομὴν τῶν προσόντων εἰς μονὰς καὶ ἐκκλησίας, διὰ τῆς Ἀφρικῆς καὶ Ἀλεξανδρείας κατέλαβε τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐνεκλείσθη εἰς πενιχρὸν κελλίον ἐκεῖ ἔκτισε καὶ μονὴν εἰς ἣν συνήγαγεν ἐνενήκοντα παρθένους, ἐξ ἰδίων διὰ τὴν διατροφὴν αὐτῶν δαπανώσα, μικρὸν ἀσθενήσασα ἐκ πλευρίτιδας, μετέλαβε τῶν ἀχράντων μυστηρίων ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ἐπισκόπου Ἐλευθερουπόλεως καὶ ἀνεπαύθη ἐν Κυρίῳ".

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ πλούτου σκορπίσασα, τὰς μυριάδας σεμνή, τὸν πλοῦτον τῆς χάριτος, δι’ ἐναρέτου ζωῆς, Ὁσία ἐπλούτησας· σὺ γὰρ δι’ ἐγκρατείας, καὶ ζωῆς ἰσαγγέλου, σκεῦος τοῦ Παρακλήτου, ἐπαξίως ἐδείχθης· διὸ σὲ μακαρίζομεν, Μελάνη θεόληπτε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τῇ ἰσαγγέλῳ πολιτείᾳ σου δοξάσασα
Μῆτερ Μελάνη τὸν λαμπρῶς σε θαυμαστώσαντα
Οὐρανίου κατηξίωσαι εὐκληρίας.
Ἀλλ’ ὡς θείας ἀπολαύουσα λαμπρότητος
Σκοτασμοῦ ἁμαρτιῶν ἡμᾶς ἀπάλλαξον
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις Μῆτερ ἰσάγγελε.

Μεγαλυνάριον.     
Ἔρωτι τῷ θείῳ τὴν σὴν ψυχήν, πτερώσασα Μῆτερ,ἠγωνίσω ἀσκητικῶς, καὶ ἀντί τοῦ πλούτου, τοῦ ἐπιγείου εὗρες, Μελάνη μακαρία, ὄλβον οὐράνιον.

Τας ατςγίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.
.




Ἀπόδοσις ἑορτῆς τῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως

gennisi-1


Ἀπόδοση τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας μας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ χρόνων ἐπέκεινα, καὶ τῶν αἰώνων Θεός, τὴν δέησιν πρόσδεξαι, τῇ συμπληρώσει Χριστέ, τοῦ ἔτους δεόμεθα, θείαν ἰσχύν δὲ δίδου, ἐν εἰρήνῃ τελέσαι, ἅμα καὶ εὐσεβείᾳ τὸ ἀρχόμενον ἔτος, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Εἰς τὸ τέλος φθάσαντες, τοῦ χρόνου μόνε Οἰκτίρμον, τὴν σὴν ἀτελεύτητον, ὑμνοῦμεν χάριν ἀπαύστως· πάντας γὰρ, ἐκ πάσης βλάβης θᾶττον ἐρρύσω, δίδου δέ, καὶ τὰ ἐλέη σου δυσωποῦμεν, τῷ ἐνιαυτῷ τῷ νέῳ, τοῖς προσκυνοῦσι τὴν δυναστείαν σου.

Μεγαλυνάριον.
Τῇ τοῦ χρόνου λήξει Χριστὲ Σητήρ, διάρρηξον Λόγε, τῶν ἀμέτρων ἁμαρτιῶν, ἡμῶν τὸ δελτίον, καὶ χάριτος ἁγίας, ἡμῶν τὰς διανοίας πλήρωσον Κύριε.

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Παρεκκλήσιο τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου στή μονή Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Μετώρων



Στήν ἱερά μονή Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ τῆς μοναστικῆς πολιτείας τῶν Μετεώρων καί στόν ὑποβλητικό χῶρο τῆς κοιλότητας ἑνός φυσικοῦ σπηλαίου ἔχει ἱδρυθεῖ σπηλαιῶδες παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στόν ὅσιο Σιλουανό τόν Ἀθωνίτη, τόν νεώτερο ἅγιο τοῦ Ἁγίου Ὄρους.
Στό παρεκκλήσιο αὐτό, ἀπό τό ὁποῖο προέρχονται καί οἱ φωτογραφίες, τελοῦνται κατά τακτά διαστήματα ἱερές ἀγρυπνίες, ἱερουργοῦντος τοῦ πανοσιολογιωτάτου ἀρχιμανδρίτου Πολυκάρπου Βενέτη, τοῦ κτίτορος τοῦ παρεκκλησίου, τοῦ καί καθηγουμένου τῆς ἱερᾶς μονῆς Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ.

OI AΓΙΟΙ ΤΗC ΕΚΚΛΗCΙΑC MAC ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ

Μὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγίων Μετεώρων

Τὸν 4ο αἰώνα μ.Χ., ἐπὶ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ, οἱ   χριστιανοὶ τῆς Νικομήδειας ἦταν ἀρκετὰ πολυπληθείς. Ὁ ἐπίσκοπος Ἄνθιμος, ἄνδρας ἄξιος καὶ μὲ αὐταπάρνηση, κοπίαζε νύχτα – μέρα γιὰ τὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἡ πρόοδος αὐτὴ τῶν χριστιανῶν κέντρισε τὸ φθόνο τῶν εἰδωλολατρῶν ἀρχόντων καὶ θέλησαν νὰ ἐξοντώσουν τὴν χριστιανικὴ Ἐκκλησία, προπάντων στὰ μεγαλύτερα καὶ πολυπληθέστερα κέντρα της.
Σχεδίασαν λοιπόν, ἀνήμερα Χριστούγεννα νὰ κάνουν γενικὴ σφαγὴ τῶν χριστιανῶν τῆς Νικομήδειας. Οἱ χριστιανοὶ εἶχαν μαζευτεῖ καὶ πανηγύριζαν τὸ κοσμοσωτήριο γεγονὸς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἐπίσκοπος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι τοὺς εἶχαν περικυκλώσει στρατὸς καὶ ὄχλος εἰδωλολατρῶν μὲ ὄπλα καὶ ρόπαλα, διέταξε νὰ γίνει γρήγορα ἡ κοινωνία τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἔπειτα, βάπτισε τοὺς κατηχουμένους, γιὰ νὰ ἔχουν ἀσφαλὴ ἐφόδια στὴν αἰώνια σωτηρία.
Τότε οἱ εἰδωλολάτρες ἔβαλαν φωτιὰ στὸ ναό, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καοῦν χιλιάδες πιστοί. Τὸ τραγικὸ αὐτὸ γεγονός, ἀντὶ νὰ μειώσει τὸν ἀριθμὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ἀντίθετα τὸν πολλαπλασίασε καὶ χαλύβδωσε ἀκόμα περισσότερο τὸ ἠθικὸ τῶν πιστῶν.
Ἔτσι καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀποδείχθηκε περίτρανα αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Ἰησοῦς Χριστός: «καὶ πύλαι ἅδου οὗ κατισχύσουσιν αὐτῆς». Ὁ θάνατος δηλαδὴ καὶ οἱ ὀργανωμένες δυνάμεις τοῦ κακοῦ, δὲ θὰ ὑπερισχύσουν, οὔτε θὰ κατανικήσουν τὴν Ἐκκλησία, ποὺ εἶναι αἰώνια καὶ ἀθάνατη.
(Συναξαριακὴ πηγή, μαζὶ μὲ τὴν μνήμη τῶν πιὸ πάνω Μαρτύρων, ἀναφέρει καὶ τὴν μνήμη τῶν Ἁγίων Δημοσθένους, Δημοκλέους καὶ Δημοκρίτου. Ἡ ὕπαρξη ὅμως τῶν Ἁγίων αὐτῶν εἶναι ἀμφίβολη, διότι τὰ ὀνόματά τους καθὼς καὶ βιογραφικὰ στοιχεῖα γι’ αὐτοὺς δὲν ἀναφέρονται ἀπὸ καμία Ἁγιολογικὴ πηγή. Ἴσως εἶναι οἱ ἴδιοι καὶ συγχέονται μὲ τοὺς ὁμώνυμούς τους Μάρτυρες τῆς 10ης Ἀπριλίου).

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θεῖον στράτευμα, πόλις ἁγία, περιούσιος λαὸς Κυρίου, ἀνεδείχθητε Δισμύριοι Μάρτυρες· τῇ γὰρ ἀγάπῃ αὐτοῦ δροσιζόμενοι, διὰ πυρὸς τὸν ἀγώνα ἠνύσατε. Ἀλλ’ αἰτήσασθε, ἐλέους σοφοὶ τὸν πρύτανιν, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Συρατὸς ἐν ἀριθμῷ, δισμυρίων Μαρτύρων, ὡς ἄδυτος φωστήρ, ἀνατέλλει φωτίζων, καρδίας καὶ νοήματα, εὐσεβῶν διὰ πίστεως· ἐξαφθέντες γάρ, θείᾳ στοργῇ τοῦ Δεσπότου, τέλος ἅγιον, διὰ πυρὸς οἱ γενναῖοι, προθύμως ἐδέξαντο.

Μεγαλυνάριον.
Φάλαγξ τροπαιοῦχος ἀθλητική, καὶ ἅγιος κλῆρος, ὦ Δισμύριοι Ἀθληταί, ἐκ παντὸς γένους, καὶ πάσης ἡλικίας, λαμπρῶς συγκροτηθέντες, Θεῷ ἐδείχθητε
Τας ατῶν γίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.
.

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

OI AΓΙΟΙ ΤΗC ΕΚΚΛΗCΙΑC MAC ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ



ίων ΜετεΜὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγώρων

Ἡ Ἁγία Ἀναστασία εἶχε πατέρα τὸν Πατρίκιο, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος. Διακρινόταν γιὰ τὸ ὑπέροχο κάλος, τὴν παιδεία καὶ τὴν κοσμιότητά της. Παντρεύτηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν Ποπλίωνα, ἄρχοντα τῶν Ρωμαίων καὶ φανατικὸ εἰδωλολάτρη. Ἡ Ἀναστασία ὅμως, κατηχήθηκε στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔλαβε τὸ Θεῖο Βάπτισμα. Ἐπειδὴ δὲν φανέρωσε δημόσια, λόγω τοῦ ἀνδρός της, τὴν χριστιανική της πίστη βοηθοῦσε κρυφὰ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα χέρι βοηθείας ἢ ἕνα λόγο παρηγοριάς. Ντυνόταν πενιχρὰ καὶ μετέβαινε στὶς φυλακὲς πηγαίνοντας τροφὴ καὶ χρήματα.
Ὅταν ἔμαθε ὁ Ποπλίωνας τὴν δράση τῆς Ἁγίας, ἐξοργίστηκε. Ἀρχικὰ προσπάθησε νὰ τὴν μεταπείσει μὲ συμβουλές. Ὅμως, ἡ Ἀναστασία παρέμενε ἀκλόνητη στὴν πίστη της ἀκόμα καὶ ὅταν τὴν κακοποίησε. Αὐτὴ ἡ ἐπιμονή της, ἐξόργισε τὸν Ποπλίωνα καὶ τὴν κατέδωσε στὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν φυλάκισή της.
Ἐπειδὴ ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑμνολογεῖ τὸν Κύριο, ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὸν βασανισμό της. Τελικὰ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέδωσε τὸ πνεῦμά της στὴν πυρά.
                                                                                           
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ταῖς χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικῶς ἐμιμήσω τὰς ἀριστείας αὐτῶν, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν καταπαλαίσασα· ὅθεν βλυστάνεις δαψιλῶς, χάριν ἄφθονον ἀεί, Ἀναστασία θεόφρον, τοῖς προσιοῦσιν ἐκ πόθου, τῇ ἀρωγῇ τῆς προστασίας σου.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Οἱ ἐν πειρασμοῖς, καὶ θλίψεσιν ὑπάρχοντες, πρὸς τὸν σὸν ναόν, προστρέχοντες λαμβάνουσι, τὰ σεπτὰ δωρήματα, τῆς ἐν σοὶ οἰκούσης θείας χάριτος, Ἀναστασία· σὺ γὰρ ἀεί, τῷ κόσμῳ πηγάζεις τὰ ἰάματα.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ πάθη ἡμῶν, τὰ μυσαρὰ καὶ χρόνια, ῥοπῇ μυστικῇ, Ἀναστασία ἴασαι, καὶ ζωὴν ἀκίνδυνον, διανύειν ἡμᾶς, καταξίωσον, ὡς ἂν τῶν θείων ἐντολῶν, τρυγήσωμεν πάντες τοὺς ἐνθέους καρπούς.

Μεγαλυνάριον.
Φάρμακα προχέουσα μυστικά, ψυχῶν καὶ σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ Ἀναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διὸ τὰς χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν.


Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

XΡIΣΤΟΥΓENIATIKH ΙΕΡΑ ΑΓΡΥΠΝΙΑ




ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ  ΑΝΑΠΑΥΣΑ
genisis         ΑΓΙΩΝ   ΜΕΤΕΩΡΩΝ
Χριστὸς γεννᾶται˙ δοξάσατε˙ Χριστὸς ἐξ οὐρανῶν˙ ἀπαντήσατε˙ Χριστὸς ἐπὶ γῆς˙ ὑψώθητε. Ἄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, καὶ ἐν ἐυφροσύνῃ ἀνυμνήσατε, λαοί, ὅτι δεδόξασται.{Καταβασία  Χριστουγγένων}

Στὴν Ἱερὰ Μονὴ γίου Νικόλαου Ἀναπαυσ
Ἁγίων Μετέωρων, Θὰ Τελεσθῆ Χριστουγγενιατικη Ἱερὰ Ἀγρυπνία.Τὴν Δευτέρα 24/12/2012 Παραμονὴ Χριστουγγένων  καὶ ὥρα 9.30 τὸ βράδι θὰ ἀρχίσει ἡ Ἱερὰ Ἀγρυπνία, μὲ τὸν Ὄρθρο καὶ τὴν Πανηγυρικὴ  Θεία Λειτουργια.Στο ἀρχονταρίκη  μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία Θὰ προσφερθῆ τὸ Παραδοσιακὸ Μοναστηριακὸ κέρασμα {Κουραμπιέδες καὶ μελομακάρονα]

                  Μὲ θερμὲς Χριστουγγενιατικες Εὐχὲς
                                 Ὁ Κθηγουμενος
                           Ἀρχιμ. Πολύκαρπος






Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

OI AΓΙΟΙ ΤΗC ΕΚΚΛΗCΙΑC MAC ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ

Μὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγίων Μετεώρων

Άγιοι Θύρσος, Λεύκιος και Καλλίνικος, Άγιοι Φιλήμων, Απολλώνιος, Αρριανός και οι τέσσερις Προτεκτοράτοι


Οἱ Ἅγιοι Θύρσος, Λεύκιος καὶ Καλλίνικος (κατ' ἄλλους Κορωνάτος) ἔζησαν στὰ μέσα τοῦ 3ου αἰώνα μ.Χ. Κατάγονταν ἀπὸ τὴ Βιθυνία καὶ κατοικοῦσαν στὴν Καισαρεία καὶ ἀνῆκαν ὅλοι σὲ διακεκριμένες οἰκογένειες. Ἦταν χαρακτῆρες ταπεινοὶ καὶ ἀγαποῦσαν τὸ Θεὸ «ἐν ἀγάπη ἀνυποκρίτω» (Β' πρὸς Κορινθίους, στ' 6), δηλαδὴ μὲ ἀγάπη πραγματικὴ καὶ ἐλεύθερη ἀπὸ ὑποκρισία. Γι' αὐτὸ ἀπέφευγαν τὸ θόρυβο τῆς δημοσιότητας, ἀλλὰ ὅμως ἦταν πασίγνωστοι γιὰ τὴ γεμάτη ἐλεημοσύνες ζωή τους.

παρχος Κουμβρίκιος, φανατικς εδωλολάτρης, βλέποντας ν προοδεύουν ο χριστιανοί, προσπαθοσε μ κάθε τρόπο ν τος περιορίσει. Ατ κατάσταση κανε τ Λεύκιο κα πγε στν παρχο. Τν παρακάλεσε ν εναι μετριότερος πρς τος χριστιανούς. Μόλις τ κουσε ατ Κουμβρίκιος, μέσως τν συνέλαβε κα τν καταδίκασε σ θάνατο. Κα τ πρωί, ξω π τν πόλη τν ποκεφάλισε.

Τ γεγονς λύπησε τος χριστιανούς, λλ ναψε κόμα περισσότερο τ φλόγα τς πίστης πρς τ Χριστό. Μετ π δύο μέρες, πγε λλος χριστιανς στν παρχο, Θύρσος. Θαρραλέα του επε τι εδωλολατρία εναι πλάνη κα τι τελικς νικητς θ εναι Χριστός. Ατ κα λλα πολλ σοφ λόγια του Θύρσου, τ κουσε κα νας ερέας τν εδώλων, Καλλίνικος. ψυχ το φωτίστηκε κα δήλωσε τι εναι χριστιανός. Τότε, π τόπου παρχος ποκεφάλισε τν Καλλίνικο κα πριόνισε τ Θύρσο.
Τας ατῶν γίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.


πολυτκιον 
χος γ'. Τν ραιότητα.
T
ν ξαστέλεχον μαρτύρων φάλαγγα, σμάτων νθεσιν νευφημήσωμεν, ς καθαιρέτας το χθρο κα στύλους τς εσεβείας· Θύρσον κα Φιλήμονα κα στερρν πολλώνιον, ρριανόν Καλλίνικον κα τν νδοξον Λεύκιον· ατο γρ ορανίων χαρίτων κόσμ πυρσεύουσι τν αγλην.

Κοντ
κιον
χος δ’. πεφνης σμερον.
Το
ς φωστρας παντες, τς κκλησας, συνελθντες σμερον, ν γκωμοις ερος, νευφημοντες μνσωμεν, ς θλοφρους Χριστο το Θεο μν.

Τας ατῶν γίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.




Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Κυριακή ΙΓ' Λουκά






πρωτ. π. Γεωργίου Δορμπαράκη
«Διδάσκαλε αγαθέ…».
«Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός, ει μη εις∙ ο Θεός»
α. Μία αξιολογική κρίση για τον Ίδιο και μία ερώτηση περί της αιώνιας ζωής δέχεται ο Κύριος από έναν άρχοντα, στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα του Λουκά, το οποίο είναι καθ’  όλα ίδιο – πλην της προσθήκης  ότι πρόκειται περί πλουσίου νεαρού – με το αντίστοιχο ευαγγέλιο του  Ματθαίου. Και προξενεί εντύπωση  το γεγονός ότι ο Κύριος δεν μένει μόνο στο θεωρούμενο βασικό ερώτημα – ποιο ερώτημα μπορεί να θεωρηθεί πιο ουσιαστικό από αυτό της αιώνιας ζωής; - αλλά σχολιάζει και την κρίση γι’  Αυτόν: «Διδάσκαλε αγαθέ». Γιατί άραγε; Ποιος ο λόγος ο Κύριος να μην αφήσει κατά μέρος την προσφώνησή Του από τον προσελθόντα άρχοντα;

β. 1. Ο Κύριος καταρχάς δεν αμφισβητεί τον ρόλο Του ως διδασκάλου. Δεν σχολιάζει το γεγονός ότι πράγματι ήλθε στον κόσμο και ως Διδάσκαλος. Όλοι όσοι Τον προσήγγιζαν, όντως Τον αποδέχονταν με τον συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς ο Κύριος να απορρίπτει τη συγκεκριμένη Του ιδιότητα. Κι είναι ευνόητο: ήταν ο Ίδιος ο Λόγος του Θεού, που και ως άνθρωπος λειτούργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο. «Εγώ ήλθον ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία». «Με αποκαλείτε Διδάσκαλο και Κύριο. Και πράγματι είμαι». Ο λόγος συνεπώς και η διδασκαλία Του περιέκλειε την παντοδυναμία του Θεού, ήταν το όχημα, θα έλεγε κανείς, να καλέσει η χάρη του Θεού την καρδιά του ανθρώπου, ή, με τη διατύπωση του αποστόλου Παύλου, το ευαγγέλιό Του ήταν και είναι  «η δύναμις του Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι». Το «ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο άνθρωπος» θα αποτελεί πάντοτε σε όλους τους αιώνες την αντίδραση των ακροατών Του, ακόμη και των θεωρουμένων αρνητών και εχθρών Του. Και βεβαίως, ως γνωστόν, ο Κύριος λειτουργούσε ως διδάσκαλος και μέσα από τα θαύματά Του. Τα θαύματά Του δεν ήταν «μαγικά», προς θάμπωμα των ανθρώπων, αλλά άλλου είδους φανέρωση και μαρτυρία της νέας πραγματικότητας που έφερνε στον κόσμο.
2. Η αντίδρασή Του είναι για τον χρωματισμό που δίδει σ’  Αυτόν ως διδάσκαλο ο προσελθών άρχων: «Τι με λέγεις αγαθόν;» Για να συμπληρώσει με ό,τι αποκαλύπτει για την έννοια του αγαθού η Παλαιά Διαθήκη: «ουδείς αγαθός, ει μη εις, ο Θεός». Το δεύτερος σκέλος, η αξιωματική θέση ότι ο Θεός είναι ο μόνος αγαθός φωτίζει την άρνηση της αποδοχής του χαρακτηρισμού και για τον Ίδιο. Τι θέλουμε να πούμε; Ο Κύριος προφανώς δεν αρνείται αυτό που ήλθε να φανερώσει: ότι είναι ο ενανθρωπήσας Θεός. Αλλά η φανέρωση αυτή γινόταν σταδιακά, διότι απαιτούσε την ανάλογη πίστη των ανθρώπων. Ας θυμηθούμε ότι και οι μαθητές Του, ακόμη δε και η ίδια η Παναγία Μητέρα Του, δεν έφτασαν στο σημείο αυτό φωτισμού – να Τον πιστεύουν και ως Θεό – παρά μόνον μετά την Ανάληψή Του, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Με τη δύναμη της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος θα διανοίγονταν τα μάτια της ψυχής τους, για να Τον δουν στην ολοκληρία Του: τον Θεό που ενανθρώπησε. Ακόμη και η ομολογία του αποστόλου Πέτρου ότι είναι ο Υιός του Θεού του ζώντος, λίγο καιρό προ των Παθών Του, ήταν μία περιστασιακή ομολογία, η οποία μετά από λίγο θα γινόταν τριπλή άρνηση. Και περισσότερο: η αποκάλυψη της θεϊκής Του δόξας στο όρος Θαβώρ στους «προκρίτους» των μαθητών Του, τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, θα συνοδευόταν από την εντολή να μην πουν τίποτε για όσα είδαν και άκουσαν, παρά μόνον μετά την εκ νεκρών Ανάστασή Του.
3. Έτσι, η ερωτηματική άρνησή Του ότι είναι  και Αυτός αγαθός αποτελεί το προστατευτικό κάλυμμα σ’ εκείνον – τον άρχοντα, αλλά και όλους τους ακροατές Του της ώρας εκείνης – που έτσι κι αλλιώς δεν Τον προσήγγισε ως τον Μεσσία  και που δεν είχε τους ανάλογους οφθαλμούς και τη δύναμη να Τον αποδεχτεί ως Θεό, πολλώ μάλλον που η εξέλιξη του διαλόγου απέδειξε και τη μη γνησιότητα της αναζήτησης του άρχοντα: στην υπόδειξη του Κυρίου να Τον ακολουθήσει για να βρει το «ένα που του έλειπε», ώστε να κερδίσει την αιώνια ζωή, με απόρριψη του βάρους του πλούτου του, εκείνος «απήλθε λυπούμενος». Διότι προφανώς η αγάπη για τα πλούτη του ήταν μεγαλύτερη από την αγάπη του για τον Θεό. Η πλάγια αυτή άρνηση του Κυρίου ότι είναι αγαθός, γι’ αυτούς που δεν μπορούν να Τον δουν ως Θεό, θυμίζει την περίπτωση του Μωυσή, όταν κατέβηκε από το όρος Σινά με τις πλάκες του Νόμου: είχε κάλυμμα στο πρόσωπό του, διότι οι συμπατριώτες του αδυνατούσαν να αντέξουν τη λάμψη που εξέπεμπε. Αντιστοίχως λοιπόν και ο Κύριος: δρα με τρόπο φιλάνθρωπο, προκειμένου να προστατέψει τους αδύναμους πνευματικούς οφθαλμούς του προσελθόντος σ’ αυτόν άρχοντα.
4. Είπαμε όμως ότι ο Κύριος προσανατολίζει στον μόνο Αγαθό, τον αληθινό Θεό. «Ουδείς αγαθός, ει μη εις, ο Θεός». Μία αλήθεια που καταλαβαίνει κανείς τη σημασία της, όταν σκεφτεί ότι όλες οι φιλοσοφίες και οι προβληματισμοί του ανθρώπου στο διάβα των αιώνων το περί αγαθού ερώτημα είχαν ως επίκεντρο των αναζητήσεών τους. Διότι ανάλογα με το τι προσδιόριζε κανείς ως αγαθό, αντιστοίχως καθόριζε και το πρακτέο της ζωής του. Με άλλα λόγια, η αξιολογία – ο λόγος περί του αγαθού – οδηγούσε και στην ανάλογη δεοντολογία. Δύο απλά παραδείγματα νομίζουμε μπορούν να φωτίσουν τα πράγματα. Το ένα: Ο άφρων πλούσιος της προηγουμένης Κυριακής – που σημειωτέον στο βάθος δεν διαφέρει και πολύ από τον σημερινό άρχοντα – ως αγαθό της ζωής του είχε τα πλούτη του και τα υλικά αγαθά του. Η αξιολογία του αυτή: ο πλούτος είναι ό,τι αξίζει στη ζωή, τον οδήγησε και στην ανάλογη πράξη: να είναι ένας ατομιστής, που δεν βλέπει τίποτε στη ζωή του πέρα από τον εαυτό του. Κι από την άλλη: Ο Ζακχαίος του γνωστού περιστατικού της Καινής Διαθήκης, πλούσιος και αυτός, έχει διαφορετική αξιολογική κλίμακα. Η συνάντησή του με τον Κύριο αλλάζει τις προτεραιότητές του και αγαθό γι’ αυτόν γίνεται ο Θεός και το θέλημά Του. Η πράξη έπειτα της ζωής του επιβεβαιώνει την αλλαγή: αποκαθιστά τις αδικίες που είχε διαπράξει, μοιράζει την περιουσία του στους πτωχούς.
Έτσι, ο τονισμός από τον Κύριο του Θεού ως του μόνου Αγαθού προσανατολίζει τον άνθρωπο σ’  Εκείνον που (πρέπει να) συνιστά κέντρο της ζωής του και κινητήρια δύναμη των ενεργειών του. Είναι σαν να υπενθυμίζει ο Κύριος ότι ο Θεός δεν είναι το περιθώριο της ζωής, αλλά η βάση και το θεμέλιο, η πηγή όλων των αξιών, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα ότι ο άνθρωπος δεν είναι ο ίδιος αγαθός, δηλαδή δεν είναι και δεν μπορεί να είναι η αξιακή αναφορά του κόσμου, μπορεί όμως να γίνει αγαθός, στο βαθμό που αποδέχεται τον αγαθό Θεό και σχετίζεται με Αυτόν.
γ. Ως χριστιανοί είμαστε σε προνομιούχο θέση: πιστεύουμε στον Χριστό, ως Θεό και άνθρωπο, συνεπώς Τον θεωρούμε ως τον όντως Αγαθό, την μόνη και απόλυτη αξία της ζωής μας. Όλη η εκκλησιαστική ζωή πλέκεται γύρω από αυτήν την πραγματικότητα, που καθορίζει και την πορεία μας ως χριστιανών. Είμαστε όμως, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, και στη δεινότερη θέση: αν δεν γινόμαστε μαζί Του αγαθοί, αν δεν είμαστε κι εμείς ως μέλη Του αγαθοί, σημαίνει ότι δεν έχουμε καμία πραγματική σχέση μ’  Εκείνον. Και αγαθός, κατά το πρότυπο του Κυρίου, θα πει: άνθρωπος πίστεως και αγάπης προς τον Θεό, άνθρωπος πίστεως και αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Αγαθός μ’  ένα λόγο γίνεται εκείνος που διαπνέεται πραγματικά από αγάπη, διότι ο φύσει Αγαθός, ο Θεός, «αγάπη εστί».