Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Πατὴρ Εὐμένιος· Ὁ κρυφὸς ἅγιος της ἐποχῆς μας (+13 Μαΐου 1999)




φιερώματα / Γέροντας Εμένιος Σαριδάκης   Μορφς  
Στν θι πάρχουν δύο κκλησίες: κεντρικ εναι φιερωμένη στν Παναγία μας κα φυλάσσει θαυματουργ εκόνα της. κε Παναγία εχε μφανισθε σν γυναίκα ντυμένη στ μαρα κάποια μέρα, πο πατρ Εμένιος, μικρ παιδ τότε, ναβε τ κανδήλια.Ο πατρ Εμένιος ταν γόνος μίας πολυμελος κα πάμπτωχης οκογενείας. Γεννήθηκε τν 1η ανουαρίου το τους 1931. μικρς Κωνσταντνος ρφάνεψε π πατέρα σ λικία μόλις δύο τν, δηλαδ οκογένειά του χασε τν προστάτη τς πολ νωρίς. ταν πο ταν φτωχή, χάνοντας κα τ στήριγμά της βρέθηκε σ πολ δύσκολη κατάστασι. χήρα μάνα του μ τί δυνατότητες ν θρέψη τόσα στόματα; Ξενοδούλευε γι ν τ φέρη κάπως βόλτα. Μετ ρθε κα γερμανικ κατοχή, ποία χειροτέρευσε κατ πολ τ πράγματα. Σ’ ατ τ περιβάλλον κα μ πολλς στερήσεις μεγάλωσε Παππούλης μας. Παπούτσια φόρεσε στ δώδεκά του χρόνια. Παρ’ λα ατά, δηλαδ τς στερήσεις, τν πείνα κα τν νέχεια, τ θος κα τ φρόνημα το μικρο ατο παιδιο δν λλοιώθηκαν.Γι παράδειγμα, ερες το χωριο τος θελε ν το δίνη μία μικρ βοήθεια, πειδ πήγαινε κα τν βοηθοσε στν ναό. μικρς Κωνσταντνος, μως, το λεγε: «χι, Πάπα-Γιάννη, δν παίρνουμε ποτ χρήματα π τν κκλησία». (Μαρτυρία ριστέας Σαριδάκη).Η, ταν το διναν μισ κουλούρα ψωμ γι κάποια δουλει πο κανε, ποτ δν τν τρωγε μόνος του, λλ τν πήγαινε στ σπίτι του κα τν τρωγε μ τ’ δέλφια του, λοι μαζί.
Χαρισματικ παιδ
κκλησία γάλλεται κα καυχται, διότι γέννησε κα νέδειξε να τέτοιο λαμπρ στέρι κα κόσμημά της? κα Κρήτη πρέπει ν σεμνύνεται γι τ γιασμένο τέκνο της. Παππούλης, π τν νηπιακή του λικία, δειχνε τι ταν σκεος κλεκτόν του Κυρίου μας. π τν βρεφική του λικία, ταν κόμα δν καταλάβαινε, προσπαθοσε ν εχαριστ τν Κύριό μας, φο δν θήλαζε Τετάρτη κα Παρασκευή, λλ κοιμόταν λη τν μέρα, σύμφωνα μ τν μαρτυρία τς δελφς του Εγενίας, ποία τ εχε κούσει π τν μητέρα τους ν τ μολογή.
Ονον κα μεθύσματα οδέποτε γεύθη πατρ Εμένιος, δηλαδ ονοπνευματώδη ποτά, μπύρα, κρασ κα λκοολούχα ποτ δν πιε ποτ στν ζωή του.
Χαρακτηριστικ εναι τι, ταν λειτούργησε γι πρώτη φορ μόνος του ς ερεύς, ζαλίστηκε λίγο π τν κατάλυσι τς Θείας Κοινωνίας κα γι’ ατό, μετά, βαζε λιγώτερο νάμα κα περισσότερο ζέον.
Κωστάκης, πως τν λεγαν, ταν να χαριτωμένο κα χαρισματικ παιδί, κόμα κα γι τ κοσμικ δεδομένα, ν δν εχε μάθει σχεδν καθόλου γράμματα.
Ο δυσκολίες, Κατοχή, κατ τν διάρκεια τς ποίας τ σχολεα πολειτουργοσαν, δν το πέτρεψαν ν γευθ τ γαθόν της μαθήσεως. Παρ’ λα ατ μποροσε, πως διος λεγε, ν κάνη πράξεις μαθηματικές, λογαριασμος δύσκολους, λα π μνήμης, γι’ ατ ο χωριανοί του, ταν θελαν κάτι σχετικό, τν φώναξαν: «λα, Κωστάκη, ν μς πς πόσο κάνει ατ κι ατό», κάτι πι δύσκολο. Κι ταν τος τ κανε, μετ τν γέμιζαν λουκούμια.
Κάποια φορ, ταν Παππούλης ταν μικρ παιδ κόμη, πέθανε στ χωρι τος να κοριτσάκι κτ-ννέα τν. Ο γονες κα oι συγγενες του κοριτσιο κλαιγαν παρηγόρητοι γι τν χαμ το παιδιο τους. Παππούλης μς λεγε σχετικά:
«Κάποτε, εχε πεθάνει να κοριτσάκι κα περνοσε π μπροστ μας νεκρώσιμη πομπή. Πέρασαν μπροστ κι π τν δική μας αλή. τσι καναν τότε. καναν τν βόλτα, γι ν γίνη πι πίσημη κηδεία. κλαιγαν λοι κι γ βλεπα τ στολίδια, πολλ στολίδια, πο εχε τ φέρετρο. Κι ατο κλαιγαν. Κι γ τρεχα κι βλεπα τ στολίδια, πο εχε τ φέρετρο. μουν ξι-πτ χρόνων τότε. Δν εχα δε καλύτερα κα ραιότερα στολίδια. Ο λλοι κλαιγαν κι γ χαιρόμουν, πο βλεπα τ στολίδια. βλεπα τ στολίδια κα χαιρόμουν. Μο ρεσαν.Δν ταν στολισμένα π τος νθρώπους, μως γ τ βλεπα τσι. Στολίδια… στολίδια… χι τι τ βαλαν ο νθρωποι. Κι ατο κλαιγαν, πο χασαν τ παιδί, κι γ βλεπα τ στολίδια, πο εχε πάνω του, τ στολίδια το Θεο, κα χαιρόμουν».
Μητροπολίτης Μόρφου Νεόφυτος θυμται, σχετικ μ τν Χάρι, πο π νωρς εχε δοθε στν Παππούλη μας: « πατρ Εμένιος, ταν ταν μικρός, εχε δε γι πρώτη φορ τν χάριν τς ρχιερωσύνης. Τν εχε δε στ πρόσωπο νς ρχιεπισκόπου, πο εχε πάει στ χωριό του. “Έβλεπα”, μο επε, “τ φς το γίου Πνεύματος πάνω στ πρόσωπό του. Τ φς τς ρχιερωσύνης, τν χάρι τς ρχιερωσύνης. Τν βλεπα κα πήγαινα συνεχς μπροστά του». Κα επε ρχιεπίσκοπος: “Ατ τ παιδ τί βλέπει;”.” γ δν λεγα τί βλεπα, λλά μου ρεσε ν βλέπω τν χάρι τς ρχιερωσύνης”».
Μοναχς Θεοκλητς δι φωτοφανείας
πατρ Εμένιος ταν θεοκλητς στν μοναχισμό. διος μας λεγε:«γώ, δεκαεπτ χρόνων πγα στ μοναστήρι. μουν δεκαέξι χρόνια στ χωριό μου. γαποσα τν Θεό, βέβαια, σκεπτόμουν πολλς φορς ν γίνω καλόγερος. Μία μέρα μου λέει παπάς: “λα ν σ κάνω νεωκόρο”. Πγα κι γώ. ναβα τ καντήλια πρω-βράδυ, διάβαζα κιόλας, ,τι βιβλία βλεπα τ διάβαζα. νήμερα τς Πρωτοχρονις το 1944, τ πόγευμα, πγα, ναψα τ καντήλια στν κκλησία καί, μετά, πγα στ σπίτι μας. ταν κε δελφή μου Εγενία. Φάγαμε ξεροτήγανα, τηγανίτες κα μακαρόνες. κε πο τρώγαμε, ρθε μία λάμψι κα μ τύφλωσε κα μπκε μέσα στ βάθη τς ψυχς μου. Κι μέσως, τν δια στιγμή, φώναξα τς Εγενίας: “Εγενία, θ γίνω καλογέρος”. Τν δια στιγμή. κείνη τν στιγμ μ φώτισε Θεός. Τν εδα μ τ μάτια μου κείνη τν λάμψι, πο μπκε μέσα μου.
Μόλις εδα ατ τν λάμψι, επα κατ’ εθείαν: “Θ γίνω καλογερος”.
ταν νθρωπος χει τν κλσι π τν Θε γι ν κάνη κάτι καλό, Θες νεργε κα τν βοηθ».
Στ διο θέμα ναφέρεται κα Μιχαλ Χατζηγεωργίου:
«Τόλμησα, κάποτε, ν τν ρωτήσω: “Γέροντα, εχες δίλημμα γι τ ποιν δρόμο θ κολουθήσης; Σκέφθηκες ν γνωρίσης κάποια γυναίκα, ν τν ρωτευθς, ν κάνης οκογένεια;”
Τότε μου ποκάλυψε τν πόλυτη πόφασί του ν κολουθήση τν παρθενικ ζωή, πο τν σηματοδότησε να ξαιρετικ γεγονός.
“Χειμώνας το 1944, Κωστς τότε, δεκατριν τών”, μο επε. “Ήμουν στ πατρικό μου σπίτι. Ζεσταινόμαστε στ τζάκι. Τότε εδα μία τεράστια φωτιά, πο μπκε μέσα μου. Κα π κείνη τν στιγμή, γεμάτος χαρά, λεγα: γ θ γίνω μοναχός. Θ γίνω μοναχός”. Κα μο συμπλήρωσε: “ν μ πίεζαν ργότερα ν παντρευτ, θ πέθαινα, θ πέθαινα!”.
π τ 1944 ψυχ το νεαρο Κωστ εχε να μόνο προσανατολισμό: τν φιέρωσι στν Χριστό. κλίσι πρχε. κλσι μ μφατικ τρόπο συντελέστηκε κα μικρς Κωστς βιαζόταν ν νηλικιωθ, ν λάβη ζω πιθυμία τς καρδις του.
φλόγα καιγε σβεστος μεσά του. Στ 1951 Κωνσταντνος κείρεται Σωφρόνιος μοναχός».
Μ ζλο στν μοναχικ γώνα
Σ λικία δεκαεπτ τν Κωνσταντνος φήνει τ γκόσμια κα δεύει κε, πο τν δηγε καρδιά του, ψυχή του κα λο του τ εναι. κε, πο τ γιο Πνεμα, ν εδει λαμπρο φωτός, τν φωτίζει, στν πλήρη φιέρωσί του στν Χριστό, στν γαπημένο το ησο, Τν ποο π μικρς λατρεύει κα πηρετε, ετε στ ξωκκλήσια το χωριο του, ετε κατ μόνας.
Τ βήματά του τν δηγον στν ερ Μον γίου Νικήτα, στ νότια της Κρήτης, κάπως κοντ στ χωριό του, φο πέχει μόνο δύο-δυόμισυ ρες μ τ πόδια.
Κωνσταντνος γινε δεκτς π τν γούμενο π. ερόθεο (Κωστομανωλάκη), στν ποο βαλε μετάνοια κα ρχισε δοκιμή του.
Στν Μον τότε πρχαν, κτός του γουμένου, κα δύο περήλικες κα τυφλο μοναχοί, τος ποίους Κωνσταντνος φρόντιζε παντοιοτρόπως κα ποικιλοτρόπως, λόγω το νεαρο της λικίας του, λλά, κυρίως κα πρωτίστως, λόγω τς πέρμετρου γάπης πο εχε.
ς νέος, δόκιμος μοναχός, κανε σχεδν λα τ διακονήματα τς Μονς, ταν πρόθυμος κα φιλότιμος.
Μετ τν τριετ του δοκιμασία, κάρη μοναχός, μετονομασθες Σωφρόνιος. ς μοναχός, Σωφρόνιος βαλε θεμέλιό της μοναχικς του ζως τν ταπεινοφροσύνη, τν πακο κα τν ργατικότητα. πιδόθηκε σ νέους γνες. Τς μέρες κοπίαζε σωματικ κα τς νύκτες παρέμενε ϋπνος κα προσευχόμενος. Ατ τ τυπικ τ κράτησε μέχρι τέλους τς ζως του.
Καθημεριν πατρ Σωφρόνιος δινε γώνα σ λα τ διακονήματα, σ λες τς ργασίες, στ ν’ νοίξουν καλύτερους δρόμους γι ν διευκολυνθ λευσι τν προσκυνητν, στος κήπους, στ ν καλλιεργον τ κτήματα, στ ν φέρνουν νερ π μακρυά, γιατί δν παρκοσε τ πάρχον.
Ατ βλεπε διάβολος κα μηχανεύετο τρόπους γι ν ρίξη τν γωνιστή. Δν ρκετο μόνον στν πόλεμο τν λογισμν, φο μόνον μ ατος δν μποροσε ν νακόψη τν γωνιστικότητα το πατρς Σωφρονίου. Γι’ ατ το παρουσιαζόταν, κα ασθητς κα φθαλμοφανς, κα το μιλοσε. Κάποια μέρα, μάλιστα, καθς διος Παππούλης μς λεγε, διάβολος μφανίσθηκε μπροστά του κα το επε: «γ εμαι γγελος κα πέσε κάτω ν μ προσκύνησης». ταν, μως, κενος τ λεγε ατά, πατρ Σωφρόνιος πρόσεξε τι το λειπε να δόντι κα το λέει γελώντας κα κοροϊδευτικά: «Δν εσαι γγελος, δν εσαι γγελος, γιατί σου λείπει να δόντι!». Τότε διάβολος γυρίζει ξαγριωμένος κα το δίνει να δυνατ χαστούκι κα μέσως ξαφανίζεται π μπροστά του.
γονες του, Γεώργιος κα Σοφία Σαριδάκη, ταν νθρωποι εσεβες κα νάρετοι. Εχαν κτ παιδιά. Τ γδοο κα τελευταο τους παιδ ταν πατρ Εμένιος, πο στν βάπτισί του πρε τ νομα Κωνσταντνος. Τ δέλφια του, κατ σειρ λικίας, ταν: λένη, Μιχαήλ, Ακατερίνη, Βασίλειος, μαλία, Μαρία κα Εγενία.
Καταγωγ
θιά, πατρίδα το πατρς Εμενίου, εναι να ρειν χωρι στ νότια του νομο ρακλείου Κρήτης. Βρίσκεται σ ψόμετρο 740μ. κα πέχει π τ ράκλειο 38 χλμ. Εναι πολ γονο μέρος, γι’ ατ κα ο κάτοικοί του μετοίκησαν σ’ να χαμηλότερο μέρος, στ χωρι Ροτάσι.

Θαυματουργς εκόνα τς Παναγίας, θι ρακλείου Κρήτης
Κάποια λλη μέρα, πατρ Σωφρόνιος κατέβηκε κοντ στν θάλασσα, πως διος λεγε, κα κουσε μέσα π τν θάλασσα τν Παναγία μας ν το μιλάη κα ν το λέη, μ τν γλυκει φωνή της: «Παιδί μου, μ φοβσαι κι γ δν θ σ φήσω ν χαθς». Σ ρώτησι, πς κατάλαβε τι ταν Παναγία μας, πάντησε πολ φυσικά: «Ε, τν Παναγία μας δν γνωρίζω;».
Κα λλοτε πάλι, λεγε τι Παναγία μας τν γκαλίασε. « Παναγία μου κανε μία γκαλιά», μς λεγε.
Εδε τν γία Μαρίνα
«π νωρς ελογημένος Κωνσταντνος κάρη μοναχός. ριμότητα κα ποφασιστικότητά του φάνηκε μέσως. Τ ασθημα κα τ χρέος τς ξενιτείας τν συνεχε πόλυτα. πεδίωκε ν μν ξενυχτάη ποτ ξω π τ μοναστήρι. ταν, κάποια φορ, ατ στάθηκε δύνατο κα ναγκάσθηκε ν παραμείνη στ πατρικό του σπίτι, εδε στ εκονοστάσι ν βγαίνει γία Μαρίνα π τν εκόνα της, κρατώντας τν πειρασμ π τ κέρατα κα δείχνοντάς του τν, το επε: “Ατς σας βάζει τος λογισμούς, ν μν κοτε τν Γέροντα κα ν νυστάζετε στς κολουθίες».
Στρατιωτικ θητεία
πατρ Σωφρόνιος, ταν φθασε τν λικία τν εκοσιτριν τν, πρεπε ν πάη στρατιώτης, διότι τότε ο μοναχο δν παλλάσσοντο τν στρατιωτικν τους ποχρεώσεων.
Μον τν τοίμασε σχετικά, τν κούρεψε, το κοψε δηλαδ τ μαλλι κα τ γένεια, κα το τ φύλαξε, γιατί τσι γινόταν τότε.
Παρουσιάσθηκε στ Μεγάλο Πεκο, στς 24 ανουαρίου το 1954. πηρέτησε στ Μηχανικ κα ταν βοηθς μαγείρου. Κατόπιν, πρε μετάθεσι γι τν Θεσσαλονίκη.
Στν στρατ Γέροντας ταν πόδειγμα πακος κα ργατικώτατος, γι’ ατ τν γαποσαν λοι, π τν Διοικητ ως τν πι πλ στρατιώτη. Ποτ δν θεώρησε γγαρεία ποιαδήποτε ργασία το νέθεταν, λλ τν κανε μ γάπη, σωστ κα καλά. ξιωματικς πηρεσίας τν σταματοσε πολλς φορς μ τ ζόρι, γι ν ξεκουρασθ.
Τ θος κα κέραιος χαρακτήρας το πατρς Σωφρονίου κανε κόμη κα τ πειραχτήρια το στρατο ν ργον, παρ’ λο πο ξέρανε τι εναι καλόγερος.
Τς νηστεες τς κρατοσε λες: Πάσχα, Χριστούγεννα, 15 Αγούστου, γίων ποστόλων καί, φυσικά, Δευτέρα, Τετάρτη κα Παρασκευή. Πς τ κατάφερνε; νας συνάδελφός του, μάγειρας, λεγε σχετικά: «Μέχρι κα λιές, ψωμ κα κρεμμύδι τρωγε μόνον, ρκε ν μ χαλοσε τς διατεταγμένες νηστεες τς κκλησίας μας».
Κάθε μέρα, Διοικητς το πέτρεπε ν ποσύρεται γι λίγο ν προσεύχεται, πέραν τς γενικς Προσευχς, πειδ γνώριζε τι ταν καλόγερος. Τς Κυριακς κα τς μεγάλες γιορτς το δινε δεια ν πηγαίνη στν ερ Να το γίου λευθερίου Θεσσαλονίκης, ν κκλησιάζεται κα ν ψέλνη.
Τ πίδομα τν στρατιωτν, τότε, ταν 53 δραχμς τν μήνα. Φυσικά, το Παππούλη ατ τ λάχιστο ποσ χι μόνο το φθανε, λλ μ ατ κανε λεημοσύνες, «δάνειζε» τος συναδέλφους του, δινε σ’ ποιον το ζητοσε.
Στν στρατ πατρ Σωφρόνιος ρρώστησε βαρειά. κανε ψηλ πυρετ 40°-41°, πο δν πεφτε. κατάστασί του ταν πελπιστική. Τότε το καναν φοδο χιλιάδες δαίμονες, γι ν τν τρομάξουν κα ν τν τρομοκρατήσουν. μως, μόνο μέχρι γύρω-γύρω στ κρεββάτι μποροσαν ν φθάσουν. «γγίζανε τ κρεββάτι», πως λεγε διος, «λλ πάνω δν μποροσαν ν νέβουν. Γύρω-γύρω μόνο».
Ο γιατρο δν μποροσαν ν βρον τν ατία. Νοσηλεύθηκε στ 424 Στρατιωτικ Νοσοκομεο Θεσσαλονίκης γι να μεγάλο χρονικ διάστημα, χωρς κανένα ποτέλεσμα. κατάστασί του, ντ ν βελτιώνεται, χειροτέρευε. Τν φεραν στν θήνα κα νοσηλεύθηκε σ διάφορα νοσοκομεα. Τελικά, βρέθηκε τι πάσχει π τν νόσο το Χάνσεν, τν γνωστ λέπρα, κα μεταφέρθηκε στν ντιλεπρικ Σταθμ θηνν.
πατρ Εάγγελος Παπανικολάου, κα ατρός, θυμται πο το λεγε Παππούλης μας:
«”Με παίρνουν φαντάρο κα μ στέλνουν στν Θεσσαλονίκη. κε ρρώστησα κι λλο. Μ πνε στν στρατιωτικ γιατρό, μο λέει: “χεις φροδίσια”.”Τί χω;”.”Αφροδίσια, τ κόλλησες π γυναίκα”. Γελ, Βαγγέλη μου, γελ. “Γιατρέ μο, λλο πράγμα χω”, το λέω. “Δεν χω φροδίσια”. κος, Βαγγέλη, φροδίσια”, κα γέλαγε, γέλαγε. “Και τί γινε, Γέροντα;”, ρώτησα. “Είμαι στ λεωφορεο κα λεγα: “Παναγία μου, Καλυβιανή, τί ρρώστια χω γώ;”.Μ πλησιάζει νας νθρωπος κα μο λέει: “Πάτερ, ν σο π, εσαι ρρωστος π λέπρα, ν πς στ νοσοκομεο, στν θήνα. Εμαι κι γ ρρωστος π’ ατο.Ν πς στ νοσοκομεο στν γία Βαρβάρα”». πγε πατρ Εμένιος στ νοσοκομεο, τν εδαν κα το ρχισαν τν θεραπεία. κε συνάντησε τν πατέρα Νικηφόρο, πο εωδιάζουν τ λείψανά του».
Κα Μόρφου Νεόφυτός μας λεγε:
«πρχε τότε νας νόμος, πο λεγε τι πρεπε ο καλόγεροι, ταν ταν σ νεανικ λικία, ν πνε στρατιωτικό. Κα τν ξύρισαν. Φανταστετε τώρα, τν κούρεψαν. Κι ατς πγε. Πγε στν στρατό, στν Θεσσαλονίκη, κι κε, γι πρώτη φορά, φάνηκε τ πρόβλημα τς σθένειας το Χάνσεν, τς λέπρας.
“Και μουν”, λέει, “ξαπλωμένος σ’ να κρεββάτι κα εχα πάρα πολ πυρετό. Κι κείνη τν ρα μου επαν: “κουσε, πάτερ Σωφρόνιε, εσαι ρρωστος, πολ βαρει ρρωστος, κα δν μπορες πι ν πιστρέψης στ μοναστήρι σου. ν πς, θ πρέπη ν πς γι λίγο κα μετ θ πρέπη ν σ πνε στ Νοσοκομεο”.
ταν μαθε τι πασχε π λέπρα, λεγε: “Χάρηκα πάρα πολύ”. “Χάρηκες;”, το λέω. “Ναι, μ γέμισε πέραντη χαρά. “Οσο πι μεγάλη σθένεια, τόσο πι μεγάλος σταυρός, τόσο πι μεγάλη νάστασι. Κα επα: Π, π, π, μεγάλο δρο μου δωσες, Θεέ μου. Σ’ εχαριστ, Χριστέ μου, πού μου δωσες μεγάλο σταυρό. Θ χω μαζί Σου μεγαλύτερη συμμετοχ στ πάθη Σου, λλ κα μεγαλύτερη συμμετοχ στν νάστασι Σού”. κου νθρωπος! Κα ταν μόλις 20 χρόνων».
διάλειπτος γώνας
Στν ντιλεπρικ Σταθμ θηνν, πατρ Σωφρόνιος νοσηλεύτηκε πιτυχς κα θεραπεύτηκε τελείως. σθένεια δν το φησε καμμία παραμόρφωσι, οτε τ παραμικρ σημάδι.
Μετ τν θεραπεία του π ατ τ σοβαρ σθένεια, παρέμεινε μέσα στν ντιλεπρικ Σταθμό, π γάπη γι τος πάσχοντας δελφούς του. Διεύθυνσι το Σταθμο, πειδ ταν μοναχός, το παρεχώρησε τομικ κελλάκι, δίπλα στ κκλησάκι τν γίων ναργύρων. Στ κελλάκι ατ Παππούλης πέρασε λη τν πόλοιπη ζωή του.
κε ξανάρχισε τος πνευματικος γνες, πο εχε στερηθε λόγω το στρατο κα τς σθενείας του.
Καθημερινς σχολίες το πατρς Σωφρονίου ταν φροντίδα γι τν επρέπεια το Ναο, στν ποο νέλαβε κα καθήκοντα εροψάλτου, κα περιποίησι σθενν, πο ταν παράλυτοι κα δν εχαν κανένα ν τος φροντίση.
κόμη, φτίαχνε λιβάνι κα τ μοίραζε σ μοναστήρια κα ναούς, κα γέμισε τος θαλάμους μ ερς εκόνες κα πνευματικ βιβλία.
Τ καλοκαίρια πήγαινε γι μνες στ γιο ρος, στ ποο ναπαυόταν πολύ.
Πήγαινε πίσης στν Κρήτη, στν Μον τς μετανοίας του κα στν ερ Μον Καλυβιανής, που συνεδέθη μ τν δρυτ τς Μητροπολίτη Τιμόθεο, μετέπειτα ρχιεπίσκοπο Κρήτης.
ταν κλεισε τ Λωβοκομεο τς Χίου, το στειλε γιος νθιμος τν σιώτατο μοναχ Νικηφόρο, τυφλ κα παράλυτο. πατρ Σωφρόνιος τν πηρέτησε μ λη του τν ψυχ κα καρδι κα τν εχε πνευματικ πατέρα κα δηγό.
ντίδικος, μως, διάβολος φθόνησε τν καλ πολιτεία το γωνιστο Σωφρονίου κα τν πολέμησε μ σφοδρότητα κα τν ταλαιπώρησε πολύ. Τν πάλλαξε δι παντς π’ ατν Χάρις το Θεο κα τς Κυρίας Θεοτόκου.
Τ 1975, σ λικία σαραντατεσσάρων τν, μοναχς Σωφρόνιος χειροτονήθηκε ες πρεσβύτερον κα πρε τ νομα Εμένιος. πατρ Εμένιος συνέχισε τ ζωή του στ Λοιμωδν ς ερεύς, διεκρίθη δ κα ς ριστος πνευματικός.
Μετ τν πτσι το κομμουνιστικο καθεσττος στν Ρωσσία, πγε προσκυνηματικ ταξείδι στ Μόσχα, στν Πετρούπολη κα στ Κίεβο.
Μ τν πιστροφ π κε, ρχισαν τ λλα μεγάλα προβλήματα γείας: σάκχαρο, νεπάρκεια νεφρν, προβλήματα ράσεως κα τ πόδια του, πο λεγαν ο γιατρο ν το τ κόψουν. μπαινε κα βγαινε συνεχς σ νοσοκομεα.
Παρ’ λα ατά, μως, κανε κόμη μερικ ταξείδια κα συνέχιζε τ ερατικά του καθήκοντα ες τ κέραιον: ερς κολουθίες κα τελείωτες πισκέψεις σ σπίτια πνευματικν του παιδιν γι γιασμούς, εχέλαια κα ξορκισμούς.
Ατ κράτησε πάνω π κτ-δέκα χρόνια, ποτε μπκε γι τελευταία φορ στ νοσοκομεο Εαγγελισμός, που, στς 23 Μαΐου 1999, πεδήμησε ες Κύριον σ λικία ξηνταοκτω τν.
κολουθον κάποιες μαρτυρίες π τς τελευταες κενες ρες.
Γέροντας Εμένιος Σαριδάκης μ τν μετέπειτα μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο τότε ς διάκονο στ Ρωσία
Στν μέρα τς ορτς τους…
Τν σεβαστ Πατέρα Εμένιο, τν γαπημένο μς «Παππούλη», κάλεσε Κύριός μας κοντά του στς 23 Μαΐου το τους 1999, μέρα Κυριακή, στν μνήμη τν γίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, τς ν Νικαία ΄ Οκουμενικς Συνόδου, γύρω στς τέσσερεις τ πόγευμα, ν ερισκόταν στ θεραπευτήριον Εαγγελισμός.
ς σημειωθ, τι Πατρ Εμένιος νκε στν Μητρόπολι Νικαίας κα εναι ξιον θαυμασμο τ τι φάνη σν ν λθαν ο γιοι προστάτες τς μητροπολιτικς του περιφέρειας ν παραλάβουν τ κλεκτ κα περευλογημένο τέκνο τους, τν μέρα τς ορτς τους.
ξόδιος κολουθία ψάλη ες τν ερ Να τν γίων ναργύρων, τν ποο διεκόνησε γιότητά του μ περίσσια αταπάρνησι.
νταφιασμς το γινε τν πομένη μέρα στν διαιτέρα του πατρίδα, τ χωρι θιά, το νομο ρακλείου.
ποχαιρετισμς
«Δν μπορ ν περιγράψω τν θλίψι, πο εχε στ πρόσωπό του, ταν γι τελευταία φορ κλείδωνε τν κκλησία τν γίων ναργύρων, τν γλυκύτατων κα γαπημένων το γίων, πως συνήθιζε ν λέη, κα ποχαιρετοσε τ γιο κελλί του. Κα τς τελευταες εχς γι τ δρυμα: “Τν εχή μου ν χετε λοι, τν εχή μου ν χετε λοι”, παναλάμβανε, ν τν πνιγε να βουβ κλάμα, καθς περνούσαμε γι τελευταία φορ τος δρόμους τς γαπημένης το θήνας.
Ελογοσε συνέχεια κα λεγε: “ραία πο εναι θήνα! ραία θήνα, ελογημένη θήνα! Τίποτε λλο δν πάρχει πι ραο π τν θήνα”. Ελογοσε τος δρόμους, τν μόνοια, τν γορά, τν Μητρόπολι, τν Βουλ τν λλήνων, τος πάντες κα τ πάντα.
νεξίτηλα χουν μείνει στν μνήμη μου τ λόγια, πο επε τν Πέμπτη 29 πριλίου το 1999, τ μεσάνυκτα: “Σήμερα θελαν πάλι ν μο κάνουν αμοκάθαρσι δύο ρες. Μ τρύπησαν πτ-κτ φορές. Μ τρύπαγαν ατές, μ τρύπαγαν σν τν Δεσπότη Χριστό. Μαρτύρησα, μαρτύρησα σν τν Δεσπότη Χριστό. Γιατί τ κάνουν ατς ατό;” “Γέροντα”, το παντ, “δν θ ξεραν ο νοσοκόμες”. “Θέλετε ν λλάξουμε γιατρος κα νοσοκομεο”, το πρότεινα. “Μπά, δν χρειάζεται”, μο παντάει. “Μου ρέσει πολ Εαγγελισμός…”».
τελευταος σπερινς
«Γι τελευταία φορ Γέροντας εσήχθη στν Εαγγελισμ στς 17 Δεκεμβρίου το 1997 (ορτ το γίου Διονυσίου).
1η Μαΐου το 1999. Δν ασθάνεται καθόλου καλά.
2α Μαΐου. Τν θυμμαι τ βράδυ κενο τς Κυριακς, μ τ ραδιοφωνάκι στ χέρια, ν παρακολουθ τν σπερινό του γίου Πέτρου, πολιούχου ργους. ταν τελευταος σπερινός, πο κουγε.
3η Μαΐου, 4η Μαΐου, Γέροντας χειροτέρευε. π τος γιατρος καμμία βοήθεια. λεγε συνέχεια: ” λτε, πεθαίνω, πεθαίνω, πεθαίνω…”.
5η Μαΐου ως 23η Μαΐου, πονοσε φοβερ λες ατς τς μέρες.
Στς 23 Μαΐου το 1999, τν Κυριακ τν γίων Θεοφόρων Πατέρων, στς 4:10 μ.μ., κοιμήθη».
Μετ τν κοίμησί του πιτελε πολλ κα μεγάλα θαύματα, πως τ μολογον νθρωποι πο εργετήθηκαν ατόπτες μάρτυρες. βίος το πρξε ρετ κα ρετ βίος.
Πηγή: Σίμωνος Μοναχο, Πατρ Εμένιος – κρυφς γιος της ποχς μας, πιμέλεια κειμένου: Μαίρη ποστολάρα, Πρώτη κδοσι, Δεκέμβριος 2009

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου