Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

«Ἀγρυπνία μετὰ τὴν Ἀγρυπνία»



  
Μὲ ἀπόλυτη ἐξωτερικὴ καὶ πνευματικὴ ἡσυχία  σήμερα Παρασκευὴ 28/12/2012  τὸ βράδυ ξημερώματα  σαββάτου29/12/2012,ἐτελέσθη Ἱερὰ Ἀγρυπνία, γιὰ τὰ ἅγια Νήπια τὰ ὁποία ἐσφάγησαν μὲ διαταγὴ τοῦ ἡρώδου.Ἀλλὰ τί εἶναι Ἀγρυπνία καὶ πῶς συμμετέχουν οἱ μοναχοὶ σ΄ αὐτὸ τὸ Οὐράνιο πνευματικὸ  Πανηγύρι; .Σ΄αὐτὸ τὸ ἐρώτημα θὰ μᾶς βοηθήσει τὸ βιβλίο:«ΑΓΙΟΝ  ΟΡΟΣ»βηματίζοντας στὸν τόπο καὶ τὴν Ἱστορία του, τοῦ Πατρός Παταπίου Μοναχοῦ Κυσοκαλυβίτου.
Ἱερὰ Ἀγρυπνία Διάλογοι μὲ τὸν θεὸ σὲ ὧρες νυκτυρινές
Στὴν λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς ἐν Χριστῷ κοινωνίας, πραγματώνεται ὁ λόγος τοῦ Κύριου: «οὐ γὰρ εἰσι δύο  τρες συνηγμένοι ες τὸ ἐμὸν ὄνομα,ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσω αὐτῶν»
Ἡ προσευχὴ  εἶναι «ὡς πῦρ εὐφροσύνης, ὡς φῶς εὐωδιάζον, Ἀποστόλων κήρυγμα, Εὐαγγέλιον Θεοῦ, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου, χάρις θεοῦ.Προσευχὴ ἐστιν ὁ Θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσι»Ὁ ἀπόηχος τῆς προσευχῆς γεμίζει ὁλόκληρη τὴν κτίση  καὶ ἡ ἐνέργεια της συνεργε τὴν ἀνακαίνηση τοῦ κόσμου. Εἴμαστε ὁ καθένας ναὸς τοῦ θεοῦ καὶ ὅταν προσευχόμαστε, γινόμαστε διάκονοι  τῶν μυστηρίων Του.
Ἡ Ἐκκλησία μας ζεῖ μὲ τὴν προσευχὴ τῶν φωτοφόρων τέκνων της, τόσο αὐτῶν ποὺ ἀγωνίζονται στὸν κόσμο ὅσο αὐτῶν ποὺ συνιστοῦν τὴν μοναχικὴ πολιτεία, ἡ ὁποία σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο- ἀποτέλει τὸ «καύχημα τῆς Χριστοῦ Ἐκκλησίας»καὶ ἐκφράζει τὸ σαρκωμενο καὶ βιωμένο Εὐαγγέλιο.
 Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος μᾶς λέγει: «Πάσα εὐχὴ ἢν προσφέρεις ἐν τη νυκτί, πασῶν τῶν τῆς ἡμέρας  πράξεων ἔστω  ἐν ὀφθαλμοίς σου τιμιωτέρα»Ἡ προσευχὴ λοιπὸν γίνεται ἀποδοτικότερη ὅταν τὴν  προσφέρουμε κατὰ τὶς νυκτερινὲς ὧρες.
Τὸ κέντρο τοῦ μοναχικοῦ βίου εἶναι ἡ καθημερινὴ  νυχθήμερος λατρευτικὴ  ζωὴ καὶ ἰδιαιτέρως ἡ θεία Λειτουργία, ποὺ ἔρχεται σὰν ἀποκορύφωμα  μιάς Ἱερᾶς Ἀγρυπνίας.
Ἡ λατρεία εἶναι γιὰ τὸν μοναχὸ ὁ  φυσικὸς χορὸς διαμορφώσεως τῆς ἐν Χριστῷ  ταυτοτητός του.Ἡ σημετοχή  του στὴν λατρεία ταυτίζεται μὲ τὸν πόθο τοῦ «σὺν Χριστῷ εἶναι»καὶ σὺν πσι τοῖς Ἁγίοις.Ἀποχὴ  ἀπὸ  τὴν λατρεία εἶναι γιὰ τὸν μοναχὸ- ὅπως καὶ γιὰ κάθε πιστὸ- ἀπομάκρυση  ἀπὸ τὸν Γλυκύτατο  Ἰησοῦ καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.Μία ἄσκηση, ἀποξενωμένη ἀπὸ τὴν λατρευτικὴ κοινωνία, δὲν νοεῖται ἐκκλησιαστικά.
Ἂν ἡ  λατρεία εἶναι ἡ εἴσοδος στὴν οὐράνια βασίλεια, ἡ ἄσκηση συνργεῖ στὴν ἐπίτευξη  τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ.
Καὶ τί περισσότερο παρὰ θεία λατρεία συνηρμονησμένη μὲ τὴν ἄσκηση – μέσω τοῦ κόπου ἀπὸ τὴν πολύωρη  νυκτερινὴ παραμονὴ στὸ ναὸ- εἶναι ἡ ἀγρυπνία;


Καὶ οἱ μοναχοί, σὲ ἀναλογία μὲ τὶς προσωπικές  τους προυποθέσεις τὴν ἄσκησή τους καὶ τὴν δεκτικότητά τους ἀναθερμαίνουν συνεχῶς στὶς ψυχὲς τὴν μνήμη  τῶν ὑπερφυῶν γεγονότων τῆς θείας οἰκονομίας.


                    IEΡA ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Κάθε Παρασκευὴ Βράδυ στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἅγιου Νικόλαου Ἀνάπαυσα στὰ Ἅγια Μετέωρα, μὲ τὴν χάρι τοῦ Ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ Τοῦ Πατρὸς τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.Σήμερα Παρασκευὴ πρὸς Σαββάτο ἐτελέσθη ἡ καθιερωμένη Ἱερὰ Ἀγρυπνία στὴν μνήμη τοῦ Ὅσιου καὶ θεοφόρου Πατρὸς Συμεωνος τοῦ Νέου Θεολογου ν Χριστ ζω δν εναι κάτι διαφορετικ π τν μυστηριακή, κκλησιαστικ ζωή. Τ ργο το ερέως, λλ κα λων τν πιστν, εναι κατ’ ξοχν λειτουργικό. πως χαρακτηριστικ επε: “ νθρωπος πλάστηκε, πως μς λένε ο γιοι Πατέρες, γι ν κάνη τν θεία Λειτουργία στν παράδεισο, ν χη κοινωνία μ τν Θεό. λλ κριβς πειδ πομακρύνθηκε π τν Θεό, μάρτησε, παψε ν εναι λειτουργικ ν, παψε ν κάνη τν Λειτουργία, πεσε σ μία παραλειτουργία. ρα, ζω μετ τν πτώση, κα πρν λθη Χριστς στν κόσμο, ταν μία παραλειτουργικ ζω κα ν πολλος εδωλολατρικ κα δαιμονική, διότι ο νθρωποι δν λάτρευαν τν ζντα Θεό, λλ τ κτίσματα, τ εδωλα, γιναν κτισματολάτρες. τσι, λθε Χριστς στν κόσμο γι ν δώση τν δυνατότητα ν γίνη πάλι θεία Εχαριστία, ν γίνη θεία Λειτουργία. γιος Γρηγόριος Παλαμς λέγει, τι νας π τος βασικος σκοπος τς νανθρωπήσεως το ησο Χριστο ταν ν δρύση τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας”. Μ τν θεία Λειτουργία νθρωπος τώρα χει τν δυνατότητα ν περάση π τν παραλειτουργία στν λειτουργία. 



γιος Συμεν Νέος Θεολόγος


.Ποιος ὅμως ἀγαπητοί μου εἶναι ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος
ν Χριστ ζω δν εναι κάτι διαφορετικ π τν μυστηριακή, κκλησιαστικ ζωή. Τ ργο το ερέως, λλ κα λων τν πιστν, εναι κατ’ ξοχν λειτουργικό. πως χαρακτηριστικ επε: “ νθρωπος πλάστηκε, πως μς λένε ο γιοι Πατέρες, γι ν κάνη τν θεία Λειτουργία στν παράδεισο, ν χη κοινωνία μ τν Θεό. λλ κριβς πειδ πομακρύνθηκε π τν Θεό, μάρτησε, παψε ν εναι λειτουργικ ν, παψε ν κάνη τν Λειτουργία, πεσε σ μία παραλειτουργία. ρα, ζω μετ τν πτώση, κα πρν λθη Χριστς στν κόσμο, ταν μία παραλειτουργικ ζω κα ν πολλος εδωλολατρικ κα δαιμονική, διότι ο νθρωποι δν λάτρευαν τν ζντα Θεό, λλ τ κτίσματα, τ εδωλα, γιναν κτισματολάτρες. τσι, λθε Χριστς στν κόσμο γι ν δώση τν δυνατότητα ν γίνη πάλι θεία Εχαριστία, ν γίνη θεία Λειτουργία. γιος Γρηγόριος Παλαμς λέγει, τι νας π τος βασικος σκοπος τς νανθρωπήσεως το ησο Χριστο ταν ν δρύση τ μυστήριο τς θείας Εχαριστίας”. Μ τν θεία Λειτουργία νθρωπος τώρα χει τν δυνατότητα ν περάση π τν παραλειτουργία στν λειτουργία. 


γιος Συμεν Νέος Θεολόγος


Ἑορτή: 12 Μαρτίου (μετατίθεται στὶς 12 Ὀκτωβρίου)
Πηγή: Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου "Περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἀναστάσεως"


Ένας ἀπὸ τοὺς τρεῖς μόνο ἁγίους, ποὺ ἡ Ἐκκλησία ὀνόμασε: "Θεολόγο", λόγω τῆς ἐμπειρίας Θεοῦ μὲ τὴν ὁποία τὸν στόλισε ὁ Θεός.
Στὴ Μικρασιάτικη Γαλάτεια τῆς Παφλαγονίας τὸ ἔτος 957 βλέπει τὸ φῶς τῆς ζωῆς ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος. Οἱ γονεῖς του, εὐγενεῖς καὶ διακεκριμένοι στὴν ἐπαρχία ποὺ ζοῦσαν, ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν παιδεία καὶ τὴν ἀγωγὴ τοῦ μικροῦ Συμεών. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ τὸν στέλνουν 6 μόλις ἐτῶν στὴν Κωνσταντινούπολη σὲ συγγενικά τους πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατεῖχαν θέσεις μέσα στὰ ἀνάκτορα. Ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἡλικία δέχεται τὰ πρῶτα μαθήματα καὶ σύντομα ἐπιδίδεται στὴν ταχυγραφία καὶ καλλιγραφία.
Ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν ἐποχὴ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ θείου τοῦ ἀποδέχεται τὸ ἀξίωμα τοῦ σπαθαροκουβιλάριου, καθὼς καὶ τὴ διάκριση νὰ γίνει μέλος τῆς Συγκλήτου. Βέβαια ποτὲ δὲν τὸν ἔθελξαν τέτοιες κοσμικὲς θέσεις. Βέβαια ποτὲ δὲν τὸν ἔθελξαν τέτοιες κοσμικὲς θέσεις. Καὶ ἂν ἐδέχθη κάτι τέτοιο, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴ δυσαρεστήσει τὸν θεῖο του. Ἡ ἐφηβικὴ καρδιὰ τοῦ Συμεὼν δὲν συγκινεῖται ἀπὸ τὴ θέση ποὺ κατέχει οὔτε ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη ποὺ προδιαγράφεται γι’ αὐτόν. Ἡ γνωριμία του μὲ τὸν πνευματικό του, ἅγιο Συμεὼν τὸν Εὐλαβῆ τὸν Στουδίτη, ἔχει ἀνοίξει ἄλλους ὁρίζοντες καὶ διαφορετικοὺς πόθους στὴν καρδιά του. Γι’ αὐτὸ καὶ μόλις τοῦ δίνεται ἡ κατάλληλη εὐκαιρία, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ (969), ἐγκαταλείπει τὴ θέση του στὰ ἀνάκτορα καὶ σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν πηγαίνει στὴν περίφημη Μονὴ τοῦ Στουδίου καὶ ἀναζητεῖ νὰ μείνει πλησίον του πνευματικοῦ του πατρός. Ὁ πνευματικός του ὅμως δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν παραμονή του στὸ μοναστήρι, γιατί κρίνει ὅτι ἡ ἡλικία τοῦ εἶναι ἀκατάλληλη γιὰ μία τόσο μεγάλη ἀπόφαση, καὶ τοῦ ὑπαγορεύει νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι τοῦ θείου του.
Λύπη κατακλύζει τὴν καρδιὰ τοῦ Συμεὼν γιὰ τὸ ἀνεκπλήρωτό της ἐπιθυμίας του. Ἐπιστρέφει παρόλα αὐτὰ στὸ σπίτι τοῦ θείου του, ὅπου ἐπιδίδεται στὴν προσευχὴ καὶ στὴ μελέτη θεολογικῶν καὶ πνευματικῶν κειμένων ποὺ τοῦ συνέστησε ὁ πνευματικός του.
Ὅπως σημειώνει ὁ μαθητὴς τοῦ Νικήτας Στηθάτος, ὁ ὁποῖος καὶ συνέταξε βιογραφία γιὰ τὸν ἅγιο Συμεών, ὅταν ὁ Συμεὼν βρισκόταν στὴν ἡλικία τῶν 20 ἐτῶν, δέχθηκε μία ἰδιαίτερη εὐλογία ἀπὸ τὸν Θεό. Μία νύχτα, καὶ κατὰ τὴν ὥρα ποὺ μὲ δάκρυα ἦταν δοσμένος στὸ ἱερὸ ἔργο τῆς προσευχῆς, γέμισε τὸ δωμάτιό του μὲ ἄπλετο φῶς. Ὁ ἴδιος κατελήφθη ἀπὸ ἔκσταση καὶ ὁ νοῦς τοῦ ἀνυψώθηκε στὰ οὐράνια. Ἐκεῖ εἶδε νὰ στέκεται μέσα στὸ φῶς ὁ πνευματικός του πατέρας Συμεὼν ὁ Εὐλαβής. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἔκπληξη γιὰ τὴ θεία ὀπτασία πλημμυρίζουν τὴν καρδιὰ τοῦ νεαροῦ Συμεών. Ἔχουν περάσει ἔξι ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ πνευματικός του τοῦ ἀρνήθηκε τὴν εἴσοδο στὸν μοναχικὸ βίο. Τώρα ὅμως, μετὰ τὴν παρέλευση τόσων ἐτῶν, πολὺ δὲ περισσότερο μὲ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, τρέφει πολλὲς ἐλπίδες ὅτι θὰ τὸν δεχθεῖ στὸ μοναστήρι. Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ὅμως ἀποτρέπεται ἀπὸ κάτι τέτοιο.
Πέρασαν ἄλλα ἔξι χρόνια καὶ ὁ Συμεὼν εἶδε γιὰ δεύτερη φορὰ παρόμοια θεία ὀπτασία. Καὶ καθὼς τώρα βρίσκεται σὲ ἡλικία 26 χρόνων, τοῦ ἀνατίθεται μία ὑπηρεσιακὴ ἀποστολὴ στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα του, τὴ Γαλάτη. Πρὶν τὴν ἀναχώρηση τοῦ ἐπισκέπτεται τὸν πνευματικό του πατέρα γιὰ νὰ ζητήσει τὴν εὐλογία του, καὶ δέχεται ἀπ’ αὐτὸν κάτι ἀσύγκριτα μεγαλύτερο καὶ ἀπρόσμενο. Τοῦ ἀνακοινώνεται ὅτι εἶναι σὲ ἡλικία ποὺ μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὸ μοναχικὸ βίο. Ἡ χαρὰ τοῦ Συμεὼν εἶναι ἀνέκφραστη. Ὁ πόθος τόσων χρόνων μπορεῖ τώρα νὰ ἐκπληρωθεῖ. Ἀναχωρεῖ βεβαίως κατόπιν γιὰ τὴν πατρίδα τοῦ τὴ Γαλάτη, ὅπου καὶ ἀνακοινώνει τὰ σχέδιά του στοὺς γονεῖς του.
Ἡ ἀντίδραση τῶν γονέων του καὶ τῶν συγγενῶν του ὑπῆρξε ἔντονη. Ὁ πατέρας τοῦ φαίνεται ὅτι ἦταν ἰδιαίτερα πιεστικὸς καὶ φορτικὸς στὸ νὰ τὸν ἀποτρέψει, ὅμως δὲν κατορθώνει καθόλου νὰ τὸν ἐπηρεάσει. Ὁ Συμεὼν μάλιστα προβαίνει καὶ σὲ πράξεις ποὺ πιστοποιοῦν τὸ ἀμετάκλητό της ἀπόφασής του. Ἀρνεῖται ἐγγράφως κάθε διεκδίκησή του ἀπὸ τὴν πατρικὴ περιουσία καὶ ἀναχωρεῖ γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη.
Φθάνοντας ἐκεῖ πηγαίνει ἀμέσως στὸν γέροντά του στὴν ἱερὰ Μονὴ Στουδίου καὶ γίνεται δεκτὸς ἐκεῖ σὲ ἡλικία 27 ἐτῶν. Τότε παίρνει καὶ τὸ μοναχικὸ ὄνομα Συμεὼν (τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του ἦταν Γεώργιος). Ἡγούμενος τῆς μονῆς τότε ἦταν ὁ Πέτρος, καὶ ἡ μονὴ ἀκολουθοῦσε τὸ κοινοβιακὸ σύστημα ὀργάνωσης. Ἐξαιτίας αὐτοῦ γεννᾶται καὶ ἡ πρώτη ἀντιξοότητα στὸν Συμεών. Ἡ ἀπόλυτη ὑπακοή του στὸν πνευματικό του πατέρα, καθὼς ἀντιτίθεται πρὸς τὸ κοινοβιακὸ πνεῦμα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο ἀπόλυτη ὑπακοὴ ἀσκεῖται μόνο στὸν ἡγούμενο, μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχει ἐμφανῆ πνευματικὴ πρόοδο, ξεσήκωσε τὸν φθόνο τῶν ὑπόλοιπων μοναχῶν. Ἡ διαβολὴ ποὺ τοῦ ἔγινε ἀνάγκασε τὸν ἡγούμενο νὰ τὸν διώξει ἀπὸ τὴ μονή.
Κατ’ ἐκείνη τὴν περίοδο, λίγο δηλαδὴ πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου, ὁ Συμεὼν γεύεται τὴν Τρίτη κατὰ σειρὰν θεία ὀπτασία.
Ὁ γέροντάς του κατόπιν τῶν γεγονότων ποὺ ἔλαβαν χώρα στὴ Μονὴ τοῦ Στουδίου τὸν ὁδήγησε, δόκιμο ἀκόμη, στὴν πλησιόχωρη Μονὴ τοῦ ἁγίου Μάμαντος τοῦ Ξηροκέρκου, ὅπου ἡγούμενος ἦταν ὁ ἐνάρετος Ἀντώνιος.
Στὸ νέο του ἡσυχαστήριο ἄλλοι πειρασμοὶ ἐνοχλοῦν τὸν Συμεών. Κάποια στιγμὴ ἔρχεται ἀπὸ τὴ Γαλάτη ὁ κατὰ σάρκα πατέρας του, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ ἄλλους Συγκλητικοὺς προσπαθεῖ νὰ τὸν πείσει νὰ ἐπιστρέψει στὰ ἐγκόσμια. Μάταια ὅμως. Ὁ Συμεὼν συντάσσει ἐπιστολὴ πρὸς τὸν πατέρα του, στὴν ὁποία τοῦ ἐκθέτει τὸ ὕψος τῆς κλήσεώς του καὶ τὸν συμβουλεύει νὰ μὴν ἀντιτίθεται σ’ αὐτήν. Τὴ στιγμὴ τῆς συντάξεώς της περιπίπτει σὲ νέα ὀπτασία. Εἶναι ἡ τέταρτη κατὰ σειράν.
Κατόπιν καὶ αὐτοῦ του πειρασμοῦ, τὸν ὁποῖο διεξῆλθε ὁ Συμεὼν μέσα στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ γέροντάς του Συμεὼν ὁ Εὐλαβὴς τὸν ἔκειρε πλέον μοναχὸ σὲ ἡλικία 29 ἐτῶν. Δὲν πέρασαν παρὰ δύο χρόνια ἀπὸ τότε, καὶ τὸ ἔτος 988 ἀπεβίωσε ὁ ἐνάρετος ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Μάμαντος Ἀντώνιος. Ὅλοι οἱ μοναχοὶ τότε μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ Πατριάρχη Νικολάου Β΄ τοῦ Χρυσοβέργη ἐκλέγουν ἡγούμενο τὸν Συμεών. Κατόπιν αὐτῶν χειροτονεῖται πρεσβύτερος καὶ τοποθετεῖται ἡγούμενος τῆς Μονῆς. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς χειροτονίας του καὶ μάλιστα τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἀρχιερέας ἀνέπεμπε τὴ χειροτονητήρια εὐχή, εἶδε νέο ὅραμα· τὸ πέμπτο κατὰ σειράν.
Ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ ἁγίου Μάμαντος ὁ Συμεὼν ὁ Νέος εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει πολλὰ προβλήματα. Ἀρχικὰ τὰ οἰκοδομικά της Μονῆς, ἡ ὁποία βρισκόταν σὲ ἡμιερειπωμένη κατάσταση. Αὐτὸ τὸν ἀνάγκασε νὰ κατεδαφίσει τὰ παλαιὰ κτίρια καὶ νὰ οἰκοδομήσει νέα μαζὶ μὲ νεόκτιστο λαμπρὸ ναό. Τὸ δεύτερο μεγάλο πρόβλημα μὲ τὸ ὁποῖο κυριολεκτικὰ δεινοπάθησε ἦταν ἡ πνευματικὴ καλλιέργεια καὶ συγκρότηση τῶν μοναχῶν. Ὁ Συμεών, θεωρητικὸς καὶ νηπτικὸς καθὼς ἦταν, συχνὰ ἔκανε λόγο στοὺς μοναχοὺς περὶ «θείου ἔρωτος», περὶ «θεωρίας» καὶ περὶ «θείου φωτός». Οἱ μοναχοὶ ὅμως ἦταν ἀμύητοι σὲ τέτοιου εἴδους διδασκαλία. Ἔφθασαν μάλιστα στὸ σημεῖο τριάντα περίπου μοναχοὶ κατὰ τὴ διάρκεια κατηχήσεως – ὁμιλίας τοῦ Συμεὼν ἐντός του ἱεροῦ ναοῦ νὰ ὁρμήσουν κυριολεκτικὰ ἐναντίον τοῦ μὲ φωνὲς καὶ ἀπειλητικὲς διαθέσεις. Ὁ Συμεὼν τοὺς ἀντιμετώπισε μὲ γλυκύτητα, καὶ ἐκεῖνοι ἔξαλλοι βγῆκαν ἀπὸ τὸν ναὸ καὶ μὲ κραυγὲς προσέφυγαν στὸν Πατριάρχη Σισσίνιο ἀπαιτώντας τὸ δίκαιό τους.
Ὁ Πατριάρχης ἐκπλήσσεται κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὴν στάση αὐτὴ τῶν μοναχῶν καὶ καλεῖ τὸν Συμεὼν στὸ Πατριαρχεῖο, ὅπου διαπιστώνει ἀπὸ τὴν ἀντιπαράθεση τὸν φθόνο τῶν μοναχῶν. Γὶ΄ αὐτὸ καὶ ἀποφασίζει νὰ τοὺς ἐξορίσει ὅλους. Τὴ στιγμὴ αὐτὴ ἡ συγχωρητικότητα τοῦ Συμεὼν καὶ ἡ παντελὴς ἔλλειψη κάθε μορφῆς ἐκδικήσεως λάμπουν σὲ ὅλο τους τὸ μεγαλεῖο. Παρεμβαίνει στὸν Πατριάρχη καὶ μὲ ἔντονες παρακλήσεις τὸν κάμπτει, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν τοὺς ἐξορίσει.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὁ Συμεὼν παραμένει στὴ θέση τοῦ ἡγουμένου γιὰ 25 ὁλόκληρα χρόνια, καὶ τὸ 1013 παραδίδει τὴν ἡγουμενία στὸν μαθητὴ τοῦ Ἀρσένιο, ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀποσύρεται σὲ κοντινὸ ἡσυχαστήριο. Βρίσκεται ἤδη στὴν ἡλικία τῶν 57 ἐτῶν, καὶ μέσα στὴν ἡσυχία ἐπιδίδεται πλέον στὸ συγγραφικό του ἔργο.
Μέσα στὶς ἄλλες συγγραφὲς συντάσσει καὶ ἀκολουθία πρὸς τιμὴν τοῦ πνευματικοῦ του πατρὸς Συμεὼν τοῦ Εὐλαβοῦς, τοῦ ὁποίου τὴν ἁγιότητα ἀποδεχόταν καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάζει τὴ μνήμη του. Ἡ πράξη τοῦ αὐτὴ βρίσκει ἀντίθετο τὸν Μητροπολίτη Νικομηδείας Στέφανο, ὁ ὁποῖος καὶ κινεῖ τὰ νήματα ἐναντίον του καὶ τελικὰ πείθει τὸν Πατριάρχη ἀφενὸς νὰ τοῦ ἀπαγορεύσει κάθε ἀπόδοση τιμῆς στὸν Συμεὼν τὸν Εὐλαβῆ καὶ ἀφετέρου νὰ τὸν ἐξορίσει στὴν περιοχὴ τῆς Χρυσουπόλεως.
Ὁ ἅγιος Συμεὼν παίρνει τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας καὶ ἐγκαθίσταται σὲ ἕνα ἐρημοκκλήσι τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Ὁ Πατριάρχης ἀργότερα τὸν ἀθωώνει καὶ τὸν ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν ἐξορία ἐπιτρέποντάς του νὰ ἐγκατασταθεῖ ὅπου θέλει, μὲ τὸν ὄρο νὰ ἑορτάζει ἰδιωτικὰ μόνο τὴ μνήμη τοῦ πνευματικοῦ του πατρὸς Συμεὼν τοῦ Εὐλαβοῦς. Ὁ Συμεὼν προτιμᾶ τὴν ἐρημία τῆς ἁγίας Μαρίνας, πρὸς τιμὴν τῆς ὁποίας ἀνήγειρε καὶ νέο ναό, καὶ σχηματίζει γύρω ἀπ’ αὐτὸν μίκρο ποίμνιο. Παραμένει ἐκεῖ ἕως τὸ 1037, ὅταν τὸν βρίσκει ὁ θάνατος σὲ ἡλικία 79–80 ἐτῶν.
Ἡ ἡμέρα τοῦ θανάτου του δὲν τοῦ ἦταν ἄγνωστη. Τὴν προέβλεψε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἑτοιμάστηκε κατάλληλα. Ἔβαλε τοὺς μαθητές του, ἀφοῦ κοινώνησε τῶν ἀχράντων Μυστηρίων – ὅπως ἔκανε κάθε μέρα – νὰ ψάλλουν τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία, καὶ ἐκεῖνος, μόλις τελείωσε τὴν προσευχή του, σταύρωσε τὰ χέρια, τακτοποίησε τὸ σῶμα του μὲ ἠρεμία καὶ εἶπε: «Εἰς χεῖράς σου, Χριστὲ Βασιλεῦ, τὸ πνεῦμά μου παρατίθημι».
Τὴν προσωνυμία «Νέος Θεολόγος» τὴν ἀπέκτησε γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ ἔδωσε μὲ τὴ ζωὴ τοῦ πρωτίστως καὶ μὲ τὰ ἔργα τοῦ κατὰ δεύτερον στὴ μυστικὴ αἴσθηση τῆς θείας ἀγάπης καὶ τοῦ φωτός· ἔννοιες καὶ καταστάσεις πνευματικὲς γιὰ τὶς ὁποῖες κάνουν λόγο καὶ οἱ ἄλλοι δύο Θεολόγοι, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ εὐαγγελιστὴς καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.
Ἀπὸ τοὺς μαθητὲς τοῦ ὁ πιὸ διακεκριμένος, Νικήτας ὁ Στηθάτος, ἔκανε γνωστὰ τὰ ἔργα του, τὰ σημαντικότερα τῶν ὁποίων εἶναι οἱ «Κατηχήσεις», οἱ «Ὕμνοι Θείων Ἐρώτων» καὶ τὰ «Πρακτικὰ καὶ Θεολογικὰ Κεφάλαια».
Ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται στὶς 12 Μαρτίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς του, ἐπειδὴ ὅμως συμπίπτει μὲ τὴ νηστεία τὴ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μετατίθεται στὶς 12 Ὀκτωβρίου.



Τετράστιχα τοῦ ἰδίου, πού δείχνουν ἀπό ἐδῶ τόν ἔρωτά του πρός τό Θεό.
Πῶς εἶσαι καί φωτιά πού ξελοχίζεις, 
πῶς εἶσαι καί νερό πού μέ δροσίζει, 
πῶς κατακαῖς μά καί γλυκαίνεις 
καί πῶς ἐξαφανίζεις τή φθορά; 
Πῶς τούς ἀνθρώπους κάνεις θεούς 
καί τό σκοτάδι φῶς τό δείχνεις, 
πῶς ἀνεβάζεις ἀπ' τόν Ἅδη 
κι ἀθανατίζεις τούς θνητούς; 
Πῶς σέρνεις τό σκοτάδι πρός τό φῶς 
καί πῶς τή νύχτα τή διαλύεις, 
πῶς τήν καρδιά μου περιλάμπεις 
κι ὅλον μ' ἀλλάζεις τάχα πῶς; 
Πῶς γίνεσαι ἕνα μέ τόν ἄνθρωπο 
καί πῶς τόν κάνεις γιό τοῦ Θεοῦ, 
πῶς τόν φλογίζεις μέ τόν πόθο σου 
καί πῶς χωρίς σπαθί λαβώνεις; 
Πῶς μᾶς ἀνέχεσαι, πῶς περιμένεις 
τό χτύπημά σου πῶς ἀργεῖς, 
κι ἐνῶ εἶσαι ἔξω ἀπό ὅλους μας 
ὅλων τίς πράξεις πῶς θωρεῖς;
Πολύ μακριά μας βρίσκεσαι καί πῶς
ὅ.τι καθένας ἔπραξε το βλέπεις;
Δώρισε ὑπομονή στούς δούλους σου
μήν τούς σκεπάσει μαύρη θλίψη.

  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου