Τρίτη, 29 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ὁ Σύρος


Μὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγίων Μετεώρων


OI AΓΙΟΙ ΤΗΣ  ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ











Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολὴ καὶ γεννήθηκε στὴν πόλη Νίσιβη τῆς Μεσοποταμίας πιθανῶς τὸ 308 μ.Χ. ἢ καὶ ἐνωρίτερα. Ἤκμασε ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου (324 – 337 μ.Χ.), Ἰουλιανοῦ του Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.) καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ. Ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία διδάχθηκε τὴν πίστη καὶ τὴν ἀρετὴ ἀπὸ τὸν Ἐπίσκοπο τῆς γενέτειράς του Ἰάκωβο (309 – 364 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος καὶ τὸν χειροτόνησε διάκονο, ἀλλὰ ὁ Ὅσιος ἀρνήθηκε νὰ λάβει μεγαλύτερο ἀξίωμα. Ἀκολούθησε πολὺ νωρὶς τὸν μοναχικὸ βίο καὶ μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ Παρακλήτου ἔγραψε πάρα πολλὰ συγγράμματα πνευματικῆς καὶ ἠθικῆς οἰκοδομῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ θαυμάζεται γιὰ τὸ πλῆθος καὶ τὸ κάλλος τῶν ἔργων του. Γνώστης ἀκριβὴς ὅλων τῶν δογματικῶν θεμάτων, ἤξερε νὰ καταπολεμᾶ τὶς αἱρέσεις καὶ νὰ ὑπερασπίζει μὲ θαυμάσια σαφήνεια τὴν Ὀρθοδοξία. Ἦταν ἐκεῖνος ποὺ κατατρόπωσε σὲ διάλογο τὸν αἱρετικὸ Ἀπολλινάριο καὶ ὁδήγησε πολλοὺς αἱρετικοὺς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν πατρώα εὐσέβεια.
Ὅταν, διὰ τῆς συνθήκης τοῦ ἔτους 363 μ.Χ., ποὺ ὑπέγραψε ὁ διάδοχος τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου, Ἰοβιανὸς (363 – 364 μ.Χ.), ἡ Νίσιβης παραδόθηκε στοὺς Πέρσες, ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ ἐγκατέλειψε τὴν πατρίδα του καὶ ἦλθε στὴν Ἔδεσσα, ὅπου ἀσκήτεψε σὲ παρακείμενο ὄρος. Τὸ ἔτος 370 μ.Χ. ἐπισκέφθηκε τὸν Μέγα Βασίλειο στὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ λίγο ἀργότερα τοὺς Πατέρες καὶ Ἀσκητὲς τῆς Αἰγύπτου.
Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ ἔτος 373 μ.Χ. καὶ ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Μαρτύριο τῆς Ἁγίας Ἀκυλίνας, στὴν περιοχὴ Φιλοξένου, κοντὰ στὴν ἀγορά.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Ρεῖθρον ἄϋλον, ἐν τῇ ψυχῇ σου, τὸν ζωήρρυτον, πλουτήσας φόβον, κατανύξεως κρατὴρ ἀναδέδειξαι· ὅθεν ἡμᾶς πρὸς ἠθῶν τελειότητα, τοῖς ἱεροῖς σου ῥυθμίζεις διδάγμασιν. Ἐφραὶμ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὴν ὥραν ἀεί, προβλέπων τῆς ἐτάσεως, ἐθρήνεις Ἐφραίμ, δάκρυα κατανύξεως· πρακτικὸς δὲ γέγονας, ἐν τοῖς ἔργοις διδάσκαλος Ὅσιε. Ὅθεν Πάτερ παγκόσμιε, ῥαθύμους ἐγείρεις πρὸς μετάνοιαν.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Ὡς τῆς σοφίας ὑποφήτην θεορρήμονα
Καὶ μετανοίας ἀληθῶς σάλπιγγα ἔνθεον
Εὐφημοῦμέν σε οἱ δοῦλοί σου θεοφόρε.
Ἀλλ’ ὡς θεῖος θεωρὸς Χριστοῦ τοῦ βήματος
Ἐν τῇ κρίσει ἀκατάκριτόν μεφύλαξον,
Ἵνα κράζω σοι, χαίροις Πάτερ Ἐφραὶμ σοφέ.

Μεγαλυνάριον.
Σάλπιγγι τῶν λόγων σου τῶν σοφῶν, πρὸς ἔνθεον φόβον, διεγείρεις πᾶσαν ψυχήν· σὺ γὰρ τῆς δευτέρας, τοῦ Λόγου ἐμφανείας, τὸν τρόπον προσημαίνεις, Ἐφραὶμ Πατὴρ ἡμῶν.

Tαῖς ατοῦ γίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.
 Αγίου Εφραίμ του Σύρου
Κατά τον καιρόν δε εκείνον, όταν έλθη ο Δράκων, δεν υπάρχει άνεσις επί της γής, αλλά θλίψις μεγάλη, ταραχή και σύγχυσις, θάνατοι και πείνα εις πάντα τα πέρατα, διότι θα γίνουν κατά τόπους λιμοί, σεισμοί και θάνατοι διάφοροι επί της γής. Γενναία θα είναι η ψυχή, η οποία θα δυνηθή να κρατήση εαυτήν απηλλαγμένην από τα σκάνδαλα αυτά. Διότι εάν ευρεθή άνθρωπος ν' αδιαφορή ολίγον, εύκολα πολιορκείται και γίνεται αιχμάλωτος του Δράκοντος του πονηρού και δολίου, και ο τιούτος ευρίσκεται ασυγχώρητος εις την κρισιν, διότι επίστευσεν εις τον Τύραννον εκουσίως. Πολλών προσευχών και δακρύων έχομεν ανάγκην, αγαπητοί, δια να ευρεθώμεν ακλόνητοι εις τους πειρασμούς, διότι πολλά είναι τα φαντάσματα, τα οποία γίνονται από το θηρίον. Επειδή είναι Θεόμαχον θέλει όλοι ν' απωλεσθούν. Τοιούτον τρόπον μεταχειρίζεται ο Τύραννος, ώστε όλοι να βαστάζουν την σφραγίδα του Θηρίου, όταν θα έλθη να απατήση τα σύμπαντα.

Προσέχετε, αδελφοί μου, την υπερβολήν του Θηρίου, διότι μεταχειρίζεται διάφορα τεχνάσματα πονηρίας. Άρχεται από την γαστέρα, ίνα όταν τις μη έχων φαγητά, αναγκασθή να λάβη την σφραγίδα εκείνου, όχι ως έτυχεν εις πάν μέρος του σώματος, αλλ' εις την δεξιά χείρα και εις το μέτωπον, δια να μη έχη εξουσίαν ο άνθρωπος να κάμη με αυτήν το σημείον του σταυρού, μήτε πάλιν εις το μέτωπον να σημειώση το άγιον όνομα του Κυρίου. Διότι γνωριζει ο άθλιος, ότι όταν ο Σταυρός του Κυρίου σφραγισθή επί του ανθρώπου λύει πάσαν την δύναμιν του Εχθρού, και δι΄αυτό σφραγίζει την δεξιάν του ανθρώπου. Εάν κάποιος δεν σφραγίζεται με την σφραγίδα εκείνου, δεν γίνεται αιχμάλωτος εις τα φαντάσματα εκείνου, ούτε ο Κύριος απομακρύνεται απ΄ αυτού, αλλά τον φωτίζει και τον σύρει προς εαυτόν. Πρέπει να εννοήσωμεν, αδελφοί, μετά πάσης ακριβείας, ότι τά φαντάσματα του Εχθρού είναι αποτρόπαια. Ο δε Κύριος ημών έρχεται με γαλήνην διά να αποκρούση δι ημάς τα τεχνάσματα του Θηρίου...

Επειδή ο Σωτήρ, θέλων να σώση το ανθρώπινον γένος, ετέχθη εκ Παρθένου, και εν σχήματι ανθρώπου επάτησε τον εχθρόν με την αγίαν δύναμιν της Θεότητος Αυτού, ηθέλησε και αυτός να αναλάβη το σχήμα της αυτού παρουσίας διά να μας απατήση. Ο δε Κύριος ημών θα έλθη εις την γην εν νεφέλαις φωτειναίς, ως αστραπή φοβερά, ο δε Εχθρός δεν θα έλθη τοιουτοτρόπως, διότι είναι αποστάτης. Γεννάται μεν ακριβώς εκ κόρης μιαράς, αλλά δεν σαρκούται τοιουτοτρόπως. Θα έλθη δε ο Παμμίαρος με το εξής σχήμα, ως κλέπτης, διά να απατήση τα σύμπαντα. Θα είναι ταπεινός, ήσυχος, θα μισή την αδικίαν, θα αποστρέφεται είδωλα, θα προτιμά την ευσέβειαν, αγαθός φιλόπτωχος, ευειδής καθ' υπερβολήν, ευκατάστατος, ιλαρός εις όλους, θα τιμά πολύ το γένος των Ιουδαίων, διότι αυτοί προσμένουν την έλευσιν εκείνου. Μεταξύ δε όλων αυτών, θα εκτελή σημεία και τέρατα, φόβητρα με πολλήν εξουσίαν, θα προσπαθή δολίως να αρέση εις όλους, διά να αγαπηθή ταχέως από πολλούς, θα εξαπατά τον κόσμον υπό το πρόσχημα της ευταξίας, έως ου βασιλεύση.

Όταν λοιπόν ίδουν λαοί πολλοί και δήμοι τοιαύτας αρετάς και δυνάμεις, ενούνται όλοι συγχρόνος με μίαν γνώμην και με χαράν μεγάλην κηρύσσουν αυτόν βασιλέα, λέγοντες μεταξύ των. Μήπως άρα ευρίσκεται άνθρωπος άλλος τόσον αγαθός και δίκαιος; Ανορθούται δε ευθέως η βασιλεία εκείνου, και θα πατάξη μεθ υμών τρείς βασιλείς μεγάλους. Επειτα υψούται η καρδία του και θα εμέση ο Δράκων την πικρότητά του. Ταράσσων δεν την οικουμένην κινεί τα πέρατα, θλίβει τα σύμπαντα και μιαίνει τας ψυχάς. Όχι πλέον ως ευλαβής, αλλά πολύ αυστηρός εις όλα, απότομος, οργίλος,θυμώδης, ακατάστατος, φοβερός, αηδής, μισητός, βδελυκτός, ανήμερος, αλάστωρ, αναιδής, και προσπαθών να εμβάλη εις τον βόθρον της ασεβείας όλον το ανθρώπινον γένος. Πληθύνει σημεία ψευδώς και όχι αληθώς, και ενώ παρίσταται πολύς λαός και ευφημεί αυτόν, βάλλει φωνήν ισχυράν, ώστε να σαλευθή ο τόπος, επί του οποίου ίστανται οι όχλοι, λέγων.Γνωρίσατε όλοι οι λαοι την δύναμίν μου και την εξουσίαν, μεταθέτει όρη και ανάγει νήσους από την θάλασσαν με πλάνην και φαντασίαν, και ενώ πλανά τον κόσμον και φαντάζει τα σύμπαντα, πολλοί θα δοξάζουν και θα πιστεύουν αυτόν ως Θεόν ισχυρόν...

Πολλοί δε των αγίων, όσοι τότε θα ευρεθούν εις την έλευσιν του μιαρού, χύνουν ποταμηδόν τα δάκρυα μετά στεναγμών προς τον Θεόν τον Άγιον, διά να λυτρωθούν από τον Δράκοντα, και φεύγουν μετά μεγάλης σπουδής εις τας ερήμους και κρύπτονται εις τα όρη και τα σπήλαια μετά φόβου, και πασπαλίζουν χώμα και στάκτην εις τας κεφαλάς , παρακαλούντες νύκτα και ημέραν μετά πολλής ταπεινώσεως. Και ο Άγιος Θεός θέλει χαρίσει αυτό εις αυτούς, δηλαδή οδηγεί αυτούς η χάρις εις ωρισμένους τόπους και σώζονται κρυπτόμενοι εις τας οπάς και τα σπήλαια μη βλέποντες τα σημέια και τα φόβητρα του Αντιχρίστου. Η έλευσις δε αυτού γίνεται γνωστή εις τους έχοντας τον νούν προσηλωμένον εις τα άνω, εις δε τους έχοντας τον νουν εις βιωτικά πράγματα και ποθούντας τα γήινα, δεν θα γίνη φανερόν αυτό. Διότι όποιος είναι δεδεμένος πάντοτε εις βιωτικά πράγματα, και αν ακούση απιστεί και βδελύσσεται τον λέγοντα. Οι δε άγιοι θέλουν ενδυναμωθή, διότι πάντοτε απέρριψαν την μέριμναν του βίου αυτού.
.


Γέροντας Εὐθύμιος ὁ Ἁγιορείτης:«Ἡ Ἑλλάδα θὰ σταθεῖ ξανὰ στὰ πόδια της»

Γέροντας Ευθύμιος ο Αγιορείτης:«Η Ελλάδα θα σταθεί ξανά στα πόδια της»




Τ «γιορείτικο Βμα» συναντ τν θεόπνευστο γέροντα Εθύμιο, τν διάδοχό του πατέρα Παΐσιου.
Γαλήνια μορφή, πράος καὶ χαρισματοῦχος. Ἡ ἀπόλυτη ἠρεμία τῶν κινήσεων καὶ τῆς φωνῆς του, μ΄ ἄφησε συγκλονισμένο.
Αὐτὸς εἶναι ὁ γέροντας Εὐθύμιος ὁ Ἁγιορείτης. Ζεῖ σὲ κελί, κάτω ἀπὸ τὶς Καρυές, τὴν Καψάλα, μὲ πέντε ἀκόμα μοναχούς.
Ἡ φήμη του, ἂν καὶ μόλις πενήντα χρονῶν ἔχει ἐξαπλωθεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο.
Καθημερινὰ δέχεται δεκάδες προσκηνυτὲς ἀπὸ κάθε γωνιὰ τοῦ πλανήτη γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του καὶ νὰ βροῦν λύση στὰ προβλήματά τους. Νὰ ἀκούσουν τὸν λόγο του, νὰ ξαποστάσουν ἀπὸ τὸ λιοπύρι τῆς ζωῆς καὶ τὶς τόσες τρικυμίες της. Ἀναζητώντας ἕνα ἥσυχο λιμάνι...
Κάποιοι ἀπὸ αὐτοὺς εἴμασταν κι ἐμεῖς ὅπου πρὶν εἴκοσι περίπου μέρες εἴδαμε τὸν ξακουστὸ γέροντα στὸ ταπεινὸ κελί του.
Στὴν παρέα ἦταν καὶ δύο πρώην βουλευτὲς ποὺ εἶχαν σημειωτέον ψηφίσει τὰ μνημόνια...
«Νίκο, σοὺ εἶπα νὰ μὴν τὸ κάνεις αὐτό», εἶπε στὸν ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ εἶχε ξαναπάει καὶ εἶδε τὸν γέροντα.
«Νὰ ξέρετε κάτι παιδιά μου, ἡ οἰκονομικὴ αὐτὴ κρίση θὰ κάνει καλὸ στὴν Ἕλλαδα, θὰ τὸ δεῖτε σὲ λίγο καιρό, μία μπόρα εἶναι καὶ θὰ περάσει, εἶναι μία εὐκαιρία νὰ ἐνισχύσουμε τὴν πίστη στὸν τριαδικὸ Θεό μας», ἐξήγησε ὁ ταπεινὸς γέροντας.
Γέροντα, ἐδῶ ποῦ φθάσαμε ἡ Ἑλλάδα εἶναι εὔκολο νὰ σωθεῖ;, τὸν ρώτησα.
«Ἡ Ἑλλάδα καὶ θὰ σωθεῖ καὶ σύντομα θὰ σταθεῖ στὰ πόδια της», μοῦ εἶπε καὶ συμπλήρωσε «Νὰ προσέχεις τί γράφεις».
Χωρὶς νὰ γνωρίζει τὴν ἰδιότητά μου, οὔτε καν τὸ ὀνομά μου, ἀναφέρθηκε στὸ γράψιμο...
Τὸν ρώτησα, ἔγραψα κάτι ποῦ δὲν ἔπρεπε; καὶ χαμογελαστὰ ἀπάντησε, μίλησα γενικότερα νὰ προσέχεις διότι οἱ παγίδες στὴ δημοσιογραφία εἶναι πολλές...
Ἡ συζήτηση συνεχίστηκε σὲ πνευματικὰ ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀφορᾶ τὴν Ἑλλάδα.
Ἔδειχνε νὰ πονάει ἰδιαίτερα αὐτὸ τὸν τόπο, ὅπως ἄλλωστε καὶ ὁ πνευματικός του καθοδηγητής, πατέρας Παΐσιος.
Τοῦ ζήτησα νὰ μοῦ δώσει εὐλογία γιὰ νὰ τὸν φωτογραφήσω ἀλλὰ ἀρνήθηκε, λέγοντας, ὄχι παιδί μου...
Νὰ ζεῖτε ἁπλά, χωρὶς ἀνέσεις καὶ ἐπιθυμίες γιὰ πολλὰ στὴ ζωή σας, νὰ ἐκκλησιάζεστε τακτικὰ καὶ νὰ ἐξομολογεῖστε, νὰ προσεύχεστε μὲ πίστη καὶ ταπείνωση, μὲ ἀγάπη γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας καὶ τὸν Χριστό μας καὶ τότε ὁ παντοδύναμος θὰ σᾶς χτυπήσει τὴν πόρτα, κατέληξε ὁ θεόπνευστος γέροντας.
ΠΗΓΗ: agioritikovima.gr






http://3.bp.blogspot.com/-kIm-tWMXdFk/UHXRmm_x3-I/AAAAAAAADiE/_jYKLdZyMvI/s0/agiosm.gif

Ὁ Ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος Ἐπίσκοπος Νινευΐ


Μὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγίων Μετεώρων



ζησε τν 6ο αώνα μ.Χ.

Δν χουμε περισσότερες πληροφορίες γι τν βίο το σίου σαάκ.
Tαῖς ατοῦ γίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.

 

 
Τοῦ Ἀββ σακ το Σύρου
ΟΤΑΝ ΘΕΛΗΣΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΑΡΧΗ ΚΑΛΟΥ ΕΡΓΟΥ, ΝΑ ΕΤΟΙΜΑΣΕΙΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ

ταν θελήσεις ν κάνεις ρχ καλο ργου, πρτα ν τοιμάσεις τν αυτό σου γι τν ντιμετώπιση τν πειρασμν, πο πρόκειται ν ρθουν ναντίον σου. Γιατί χθρός, ταν δε κάποιον ν' ρχίζει μ θερμ πίστη μία θεάρεστη ζωή, συνηθίζει ν το πιτίθεται μ διάφορους κα φοβερος πειρασμούς, στε ν δειλιάσει π' ατος νθρωπος κα ν γκαταλείψει τν καλή του πρόθεση. Κα παραχωρε Θες ν πέσει σ πειρασμ γι ν χτυπήσεις πίμονα τ θήρα (το λέους) Του κα γι ν ριζώσει μέσα στ νο σου, π τ φόβο τν θλίψεων, μνήμη κείνου, κα γι ν Τν πλησιάσεις μ τς προσευχές, στε ν' γιασθε τσι καρδιά σου π τν κατάπαυστη νθύμησή Του. Κα ταν Τν πικαλεσαι, θ σ κούσει. Κα θ μάθεις τσι, τι Θες εναι ατς πο σ λυτρώνει. Κα τότε θ νιώσεις τν παρουσία κείνου πο σ' πλασε κα σ δυναμώνει κα σ προστατεύει. Γιατί σκέπη κα πρόνοια το Θεο γκαλιάζει λους τούς νθρώπους. Δν γίνεται μως ρατ παρ μόνο σ' κείνους πο καθάρισαν τν αυτό τους π τν μαρτία κα εναι συνεχς προσηλωμένοι στ Θεό. ξαιρετικ μάλιστα φανερώνεται σ' ατος βοήθεια κα πρόνοια το Θεο, ταν μπον σ μεγάλη δοκιμασία γι χάρη τς λήθειας, γιατί τότε τν ασθάνονται πολ καθαρ μ τν ασθηση το νο.
Μερικοί, πο εδαν ατ βοήθεια) κα μ τ σωματικά τους μάτια, νάλογα μ τς δοκιμασίες, κα διαπίστωσαν τσι τ συμπαράσταση το Θεο, ποκινήθηκαν π' ατ σ γενναες πράξεις, πως μαθαίνουμε γι τν ακβ κα τν ησο το Ναυ κα τος Τρες Παδες κα τν πόστολο Πέτρο κα τος λλους γίους, πο θλησαν γι τὸ Ἰησοῦ Χριστό. Σ' ατος ( θεία βοήθεια) ταν λοφάνερη, χοντας νθρώπινη μορφή, δίνοντάς τους θάρρος κα προετοιμάζοντάς τους γι τν γώνα τς εσεβείας. λλ κα στος πατέρες, πο ζησαν στν ρημο κα δίωξαν π κε τος δαίμονες κα γιναν κατοικητήρια γγέλων, κα σ' ατος παρουσιάζονταν συνεχς ο γιοι γγελοι κα μ κάθε τρόπο τος βοηθοσαν κα τος συμπαραστέκονταν σ λα κα τος στήριζαν κα τος λύτρωναν π τος πειρασμούς, πο ο γριοι δαίμονες τος προξενοσαν. λλ κα μέχρι σήμερα δν πομακρύνεται βοήθεια το Θεο π τος νθρώπους πο λοκληρωτικ φιερώθηκαν στ ργα πο κενος εαρεστεται, λλ βρίσκεται κοντ σ λους σοι Τν πικαλονται. (ββς σακ

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


Μὲ τὸν Ἀρχιμ.Πολύκαρπο Καθηγούμενο τῆς Ἱερᾶς  Μονῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀναπαυσᾶ Ἁγίων Μετεώρων



Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔζησε κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Οὐάλεντος (364 – 378 μ.Χ.). Καταγόταν ἀπὸ τὸν Πόντο καὶ γεννήθηκε σὲ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῆς περιοχῆς τῆς Ναζιανζοῦ, ποὺ λεγόταν Ἀριανζός, τὸ 330 μ.Χ.
Ναζιανζηνὸς ὀνομάσθηκε, ἐπειδὴ ἔζησε τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς του στὴ Ναζιανζό, ὅπου ἦταν καὶ τὸ πατρικό του σπίτι. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Ἐπίσκοπος Ναζιανζοῦ, ἦταν πρὶν γίνει Ἐπίσκοπος, ἕνας πολὺ πλούσιος ἄρχοντας τῆς Ναζιανζοῦ. Κατεῖχε μεγάλη θέση στὸν δημόσιο βίο καὶ ἀνῆκε σὲ μία ἰουδαῖο-ἐθνικὴ αἵρεση ποὺ λεγόταν τῶν «Ὑψισταρίων». Ἡ μητέρα του, ἡ Ἁγία Νόννα, ἦταν Ὀρθόδοξη. Ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ ἀρετή της ἐπηρέασαν τὸν σύζυγό της καὶ τὸν ἔκαναν νὰ μεταστραφεῖ στὴν ἀληθινὴ πίστη.
Οἱ γονεῖς του, Γρηγόριος καὶ Νόννα, δὲν εἶχαν παιδιὰ καὶ ἱκέτευαν τὸν Θεὸ νὰ χαρίσει σὲ αὐτοὺς τὴν χαρὰ τῆς τεκνοποιΐας. Καὶ πράγματι, ἡ προσευχή τους εἰσακούσθηκε καὶ ἡ Νόννα γέννησε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο, τὸν ὁποῖο πρὶν ἀκόμα αὐτὸς γεννηθεῖ εἶχε ὑποσχεθεῖ νά τὸν ἀφιερώσει στὸν Θεό. Πολλὲς φορὲς ὁ Ἅγιος Γρηγόριος παραβάλλει τοὺς γονεῖς του μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὴ Σάρρα, οἱ ὁποῖοι σὲ μεγάλη ἡλικία ἀπέκτησαν τὸν Ἰσαάκ.
Σπουδαῖες ἦταν οἱ προσπάθειες τῶν γονέων αὐτοῦ νὰ μορφώσουν καὶ νὰ ἐμφυσήσουν στὸν πρωτότοκο υἱό τους τὴν ἀγάπη πρὸς τὰ γράμματα καὶ τὴν χριστιανικὴ πίστη. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία ἐνέπνευσαν σὲ αὐτὸν ἔντονη καὶ βαθιὰ θρησκευτικότητα, ὥστε αὐτὸς ἀπὸ εὐσέβεια καὶ πνευματικότητα, ὑποσχέθηκε στὸν ἑαυτό του νὰ ζήσει μὲ ἁγνεία καὶ παρθενία.
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, χάρη στὴν δυνατότητα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του, ἔκανε λαμπρὲς σπουδές. Σπούδασε σὲ ὅλα τὰ τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμοῦ: τὴ Ναζιανζό, τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, τὴν Καισάρεια τῆς Παλαιστίνης, τὴν Ἀντιόχεια, τὴν Ἀλεξάνδρεια, τὴν Ἀθήνα. Ἡ Κωνσταντινούπολη δὲν εἶχε γίνει ἀκόμη κέντρο πολιτισμοῦ καὶ ἡ Ρώμη δὲν εἶχε τότε κάτι ἀξιόλογο γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Στὶς πόλεις αὐτὲς μελέτησε τὶς πλουσιότερες βιβλιοθῆκες καὶ ἄκουσε τοὺς σοφότερους διδασκάλους, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὸν Δίδυμο τὸν Τυφλό, ποὺ τότε διηύθυνε τὴ θεολογικὴ σχολὴ τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ τοὺς φιλόσοφους Θεσπέσιο στὴν Καισάρεια καὶ Ἰμέριο καὶ Προαιρέσιο στὴν Ἀθήνα. Γιὰ τὸν Προαιρέσιο γίνεται δεκτὸ ὅτι ἦταν Χριστιανός.
Οἱ σπουδὲς δὲν ἔκαναν τὸν Ἅγιο νὰ ἐπαρθεῖ. Ἀντίθετα, κατάλαβε ὅλη τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου καὶ τῆς σοφίας του. Ἔνιωσε, ὅτι ἡ ἀνθρώπινη γνώση ἔχει ἀσήμαντη σημασία μπροστὰ στὴν γνώση τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἴδιος, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸν Σαοὺλ ποὺ ἔτρεχε χωρὶς νὰ ξέρει. Αὐτὸ ποὺ τελικὰ βρῆκε κατὰ τὴν διάρκεια τῶν σπουδῶν του ἦταν ἕνα «Βασίλειο». Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἀναφέρει τὸ γεγονὸς τῆς φιλίας του μὲ τὸν Ἅγιο Βασίλειο, Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ἦταν μεγαλύτερο εὔρημα καὶ ἀπὸ ἕνα ὁλόκληρο βασίλειο.
Ὅταν τελείωσε τὶς σπουδές του ὁ Ἅγιος, ἦταν ὥριμος ἄνδρας ἡλικίας 30 ἐτῶν. Ὅμως δὲν εἶχε ἀκόμη βαπτισθεῖ. Καὶ ἀγωνιοῦσε νὰ μὴν πεθάνει, πρὶν ἐπιστρέψει στὸν πατέρα του καὶ βαπτισθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν, ἐνῶ μετέβαινε  ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια στὴν Ἀθήνα, ἔγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολὺ καὶ παρακάλεσε νὰ τὸν ἐλεήσει ὁ Θεός, νὰ βοηθήσει νὰ μὴν πνιγεῖ, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ τοῦ ἐνδύματος τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Τὸ βάπτισμα τοῦ Γρηγορίου τὸ ἐπακολούθησε συνειδητὸς πνευματικὸς ἀγώνας. Νηστεία, προσευχή, ἀγρυπνία. Ἀγώνας γιὰ τὴν κάθαρση, τὴν πνευματικὴ πρόοδο, τὴ θέωση. Μαζὶ μὲ τὸν ὁμόφρονα, ὁμότροπο καὶ ὁμόψυχό του Ἅγιο Βασίλειο ἀπομονώθηκαν κάπου στὸν Πόντο καὶ παραδόθηκαν κυριολεκτικὰ στὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἄσκηση. Ὁ ἀγώνας τους εὐλογήθηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ γινόμαστε βιαστὲς τῆς βασιλείας Του. Ἀξιώθηκαν καὶ οἱ δυὸ μεγάλων πνευματικῶν χαρισμάτων. Μάλιστα ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κάνει ἐπανειλημμένως λόγο γιὰ τὶς πνευματικές του ἐμπειρίες καὶ τὰ οὐράνια χαρίσματα ποὺ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε. Οἱ ἐμπειρίες του αὐτὲς πρέπει νὰ ἦταν πολὺ ὑψηλές, ἀφοῦ ὁ ἴδιος παραβάλλει αὐτὰ ποὺ ἔβλεπε μὲ αὐτὰ τοῦ θεόπτου Προφήτου Μωϋσέως καὶ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ποὺ «πορευόμενος εἰς Δαμασκόν» εἶδε τὸν Κύριο τῆς Δόξας καὶ ἀνέβηκε μέχρι τρίτου οὐρανοῦ καὶ εἶδε τὰ ἄρρητα ρήματα, τὴ δόξα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Γρήγορα κάλεσε ὁ Θεὸς τὸν Γρηγόριο στὴν διακονία Του. Τὰ τέλη τοῦ ἔτους 360 μ.Χ. ἐπιστρέφει στὴ Ναζιανζό. Ὁ Γέρων, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ βοηθὸ καὶ συνεργάτη στὴ «νυκτομαχία», ὅπως χαρακτήριζε τὴν ἱεροσύνη, θέλησε νὰ τὸν χειροτονήσει Πρεσβύτερο, ἐπειδὴ ἔβλεπε στὸ πρόσωπό του ὄχι μόνο τὸν ἀφοσιωμένο υἱό, ἀλλὰ καὶ τὸν ζηλωτὴ γιὰ τὴν σωτηρία τῶν ψυχῶν λειτουργὸ τοῦ Κυρίου. Ὁ Γρηγόριος ἀρνήθηκε. Τὴν ἄρνησή του ὅμως ἔκαμψε τὸ βάρος τοῦ διπλοῦ ἀξιώματος τοῦ Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατὰ σάρκα καὶ πνευματικὸς πατέρας), ποὺ ὁ Γρηγόριος ἤξερε μόνο νὰ εὐλαβεῖται. Ἔκανε ὑπακοὴ στὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος Ἐπισκόπου καὶ χειροτονήθηκε. Ἀμέσως μετὰ τὴν χειροτονία του ζήτησε ἀνακούφιση στὴν μόνωση καὶ τὴν προσευχή. Ἀποσύρθηκε λοιπὸν στὸ ἐρημητήριό του, στὴ γαλήνη τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Καὶ βρῆκε τὴ γαλήνη καὶ τὴν πορεία του. Καὶ ἐπέστρεψε μὲ εἰρήνη στὴν καρδιὰ νὰ ἀναλάβει τὸ πνευματικό του ἔργο, ποὺ τὸ ἄρχισε μὲ τὸν περίφημο θεολογικὸ λόγο περὶ τοῦ Πάσχα καὶ τὴ δικαιολόγηση τῆς φυγῆς του.
Διακονοῦσε μὲ ἱερὸ ζῆλο στὸ πλευρὸ τοῦ πατέρα του, ὅταν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔξαρχος Πόντου Βασίλειος τὸν ἐξέλεξε Ἐπίσκοπο της μικρῆς πόλεως Σάσιμα. Σκοπὸς του ἦταν νὰ περιφρουρήσει τὴ δικαιοδοσία τῆς τοπικῆς του Ἐκκλησίας ἀπὸ τὶς διεκδικήσεις ἐνὸς νέου Μητροπολίτη, τοῦ Τυάνων Ἀνθίμου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔθλιψε ἀκόμη πιὸ πολὺ τὸν Γρηγόριο. Ἀντέδρασε. Ἐξέφρασε τὴν πικρία του. Τελικὰ ὅμως ὑπάκουσε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ποτὲ στὰ Σάσιμα. Ἕνα χρονικὸ διάστημα ἔμεινε στὴ Ναζιανζό, ὡς βοηθὸς τοῦ πατέρα του, ἐνδίδοντας στὴν παράκλησή του. Καὶ ὅταν ἐκεῖνος κοιμήθηκε, τὸ 374 μ.Χ., ὁ Θεολόγος συνέχισε νὰ ποιμαίνει τὴν Ἐκκλησία τῶν Ναζιανζῶν, ὡς τοποτηρητής, χωρὶς νὰ παύσει νὰ τοὺς παρακαλεῖ νὰ ἐκλέξουν καὶ νὰ χειροτονήσουν τὸν κανονικό τους Ἐπίσκοπο. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸ ἀργοῦσε, στεναχωρημένος ἐγκατέλειψε τὴν πόλη καὶ κατέφυγε στὴν Σελεύκεια τῆς Ἰσαυρίας, ὅπου, κοντὰ στὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Θέκλας, ἀναζήτησε τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία στὴν προσευχὴ καὶ ἔμεινε ἐκεῖ ἐπὶ πέντε σχεδὸν ἔτη μελετώντας καὶ συγγράφοντας.
Τὴν ἄνοιξη τοῦ ἔτους 379 μ.Χ. οἱ λίγοι Χριστιανοὶ τὸν κάλεσαν στὴν Κωνσταντινούπολη νὰ ἀγωνισθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ἀφοῦ στὴν Πόλη δέσποζαν οἱ Ἀρειανοί. Ἦταν τόση ἡ διάδοση καὶ ἡ ἐπικράτησή τους, ὥστε ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δὲν βρῆκε οὔτε ἕνα παρεκκλήσι στὰ χέρια τῶν Ὀρθοδόξων. Κατόπιν τούτου ἄρχισε νὰ λειτουργεῖ καὶ νὰ κηρύττει σὲ ἕνα σπίτι ποὺ ὁ ἴδιος διαμόρφωσε σὲ ναὸ καὶ τὸ ὀνόμασε Ἁγία Ἀναστασία, δηλαδὴ τῆς Ἀναστάσεως τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐκεῖ ὁ Ἅγιος ἐξεφώνησε τὰ περίφημα θεολογικὰ κηρύγματά του. Ἡ ἐπίδρασή τους καὶ ἰδίως τῶν πέντε Θεολογικῶν Λόγων του ἦταν τόση, ὥστε οἱ Ἀρειανοὶ φανατικοί, πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ τὸν ἐξολοθρεύσουν. Τὸν ἔβρισαν. Τὸν κακολόγησαν. Τὸν κτύπησαν. Τὸν γρονθοκόπησαν. Τὸν λιθοβόλησαν. Ἔβαλαν μάλιστα καὶ κάποιον νὰ τὸν φονεύσει. Καὶ θὰ τὸν σκότωνε. Ἀλλὰ νικημένος ἀπὸ τὴν ἁγιοσύνη τῆς πραότητάς του, ὁμολόγησε στὸν ἴδιο τὴν ἀλήθεια τὴν στιγμὴ ποὺ εἶχε πάει νὰ τὸν σφάξει.
Μὲ ὅπλο τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, τὴ μάχαιρα τοῦ πνεύματος, νικοῦσε τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστεως σὰν τὸν Μωϋσῆ. Πράγματι, οἱ Ἀρειανοὶ ὅλο καὶ λιγόστευαν. Ὁ Ἅγιος Θεοδόσιος, εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου, τὸν κατέστησε τὸ ἔτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη καὶ τὸν ἐνθρόνισε στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Κωνσταντινουπόλεως. Ὅμως οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι δὲν εἶχαν ὅλοι τὴν ὀρθὴ κρίση. Μερικοὶ μεθυσμένοι ἀπὸ φθόνο κάκιζαν τὸν Ἅγιο, διότι δὲν πίεζε τὸν βασιλέα νὰ ἀφαιρέσει τὶς ἐκκλησίες ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀπαγορεύσει νὰ τελοῦν τὴν λατρεία τους. Σὲ ἀπάντηση ὁ Ἅγιος Γρηγόριος τόνιζε, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὶς λόγχες τοῦ Καίσαρος καὶ ὅτι τοῦ εἶναι ἀρκετὴ σὰν ὅπλο ἡ ἀλήθεια. Καὶ πράγματι, ἡ ἀλήθεια νίκησε.
Τὸ ἔτος 381 μ.Χ. συνῆλθε ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος. Πρόεδρος ἦταν ὁ Ἅγιος Μελέτιος Ἀντιοχείας. Αὐτὴ ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Καταδίκασε τοὺς Ἀρειανοὺς καὶ τοὺς Πνευματομάχους – Εὐνομιανοὺς καὶ συμπλήρωσε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως. Τὸ διαμόρφωσε στὴν σημερινή του μορφή. Ἔτσι ἔλαμψε ἡ δόξα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀκόμη, ἡ Σύνοδος καταδίκασε τὸν Ἀπολλιναρισμό, ποὺ διαιροῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ τρία μέρη (σῶμα, ψυχὴ καὶ νοῦ) καὶ δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει λάβει ἀνθρώπινο πνεῦμα, παρουσιάζοντας τὸν Χριστὸ ἀτελὴ καὶ ὄχι τέλειο ἄνθρωπο. Ἔτσι ὅμως κατέστρεφε τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀνθρωπότητά Του, διότι καθετὶ ποὺ δὲν προσλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ μένει ἀθεράπευτο καὶ ἀνίατο. Τρίτον, ἡ Β’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καταδίκασε τὸν ἀπόλυτο προορισμό, τὸν ὁποῖο δίδαξαν ἀργότερα ὁ Καλβίνος, ὁ Αὐγουστίνος καὶ ὁ Λούθηρος καὶ ὅλος ὁ Προτεσταντισμός. Τέλος ἀναγνώρισε τὸν Ἅγιο Γρηγόριο ὡς κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου, Ἅγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ἐνῶ διαρκοῦσε ἡ Σύνοδος. Ἡ Σύνοδος τὸν τίμησε ὡς Ἀπόστολο. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐξεφώνησε τότε λαμπρὸ ἐπικήδειο, λόγο ποὺ ἄρχιζε μὲ τὰ λόγια: «ηὔξησεν ἡμῖν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀποστόλων». Διάδοχός του στὴν προεδρία τῆς Συνόδου ἔγινε ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο τὸ κλίμα ἄλλαξε. Ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συμμετάσχει στὴν Σύνοδο, ὁ Πέτρος ὁ Β’, ὁ Πατριάρχης Ἀλεξάνδρειας, μὲ τοὺς Αἰγυπτίους καὶ Μακεδόνες Ἐπισκόπους. Αὐτοὶ ἤδη εἶχαν πάρει θέση ἐχθρικὴ ἔναντι τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Δὲν τὸν ἀναγνώριζαν σὰν κανονικὸ Ἀρχιεπίσκοπο, ἐπειδὴ τάχα εἶχε μετατεθεῖ ἀπὸ τὰ Σάσιμα. Καὶ εἶχαν ἐντελῶς ἀντικανονικὰ καὶ παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τὸν Μάξιμο τὸν Κυνικό, ποὺ ἦταν μὲν Ὀρθόδοξος ἀλλὰ ἔμεινε στὴν ἱστορία σὰν ἕνα αἰνιγματικὸ πρόσωπο. Ὁ Πέτρος ἔθεσε στὴν Σύνοδο τὸ θέμα τῆς κανονικότητας. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, ἐνῶ εἶχε τὴν δύναμη νὰ συντρίψει κάθε ἀντίσταση, διότι παράλληλα πρὸς τὴν ὑποστήριξη τῶν Ἐπισκόπων εἶχε καὶ τὴν συμπαράσταση τοῦ αὐτοκράτορα, ἀηδίασε καὶ παραιτήθηκε μὲ τοῦτα τὰ λόγια: «Δὲν εἶμαι σεμνότερος τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ἂν ἐγὼ εἶμαι αἰτία ταραχῆς στὴν Ἐκκλησία, ρίχνω τὸν ἑαυτό μου στὴ θάλασσα». Εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησή του λειτούργησε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, γιὰ νὰ ἀποχαιρετίσει τὸ ποίμνιό του. Καὶ ἔφυγε χωρὶς νὰ περιμένει νὰ λήξουν οἱ ἐργασίες τῆς Συνόδου. Ἐπέστρεψε στὴ Ναζιανζὸ καὶ γιὰ λίγο ἔμεινε ἀπομονωμένος ἐκεῖ γιὰ νὰ γαληνεύσει.
Ὁ Ἅγιος, σὲ κείμενά του, διεκτραγωδεῖ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, ὅταν ἐπιχειρεῖ νὰ κάνει σύγκριση τῶν ὅσων συμβαίνουν ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὰ ὅσα συμβαίνουν ἐκτὸς αὐτῆς. Ἔτσι λέγει, πρέπει νὰ ὀδύρεται κανείς, ὅταν διαπιστώνει τὴν ὕπαρξη ἑνότητας στοὺς κοσμικοὺς ὀργανισμούς, στὶς πόλεις, στοὺς οἴκους, στὸ στράτευμα καὶ ὅμως νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸν κατ’ ἐξοχὴν κήρυκα καὶ θεματοφύλακα τῆς εἰρήνης, τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς πιστούς της.
Βεβαίως ἡ ἀποχώρησή του δὲν σήμαινε ὅτι θὰ ἔπαυε νὰ ἐνδιαφέρεται γιὰ τὴν ἐπίτευξη ἑνότητας καὶ γιὰ τὴν ἐπικράτηση τῆς εἰρήνης στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὰ δύο αὐτὰ ὑπέρτατα ἀγαθά.
Τὸ ἔτος 383 μ.Χ. ἡ ὑγεία του ὑπέστη σοβαρὸ κλονισμό. Πρότεινε ὡς Ἐπίσκοπο τὸν Πρεσβύτερο Εὐλάλιο καὶ ἀποσύρθηκε ὁριστικὰ στὴν ἡσυχία τῆς Ἀριανζοῦ, ὅπου καὶ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη τὸ 390 μ.Χ. Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἐτελεῖτο στὴν ἁγιότατη Μεγάλη Ἐκκλησία καὶ στὸ μαρτυρικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Ἀναστασίας, ἡ ὁποία βρίσκεται στὴν εἴσοδο τῆς τοποθεσίας ποὺ ὀνομάζεται Δομνίνου, καθὼς ἐπίσης καὶ στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ὁ φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντῖνος ὁ Πορφυρογέννητος ἐναπέθεσε τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου, ὅταν τὸ μετέφερε ἀπὸ τὴ Ναζιανζὸ τῆς Καππαδοκίας στὴν Κωνσταντινούπολη. Κατὰ τὴν δεύτερη μέρα τοῦ Πάσχα οἱ αὐτοκράτορες μετέβαιναν, γιὰ νὰ ἐκκλησιασθοῦν, στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ εὔχονταν ἐνώπιον τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου.
Τὰ ἔργα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου εἶναι σχετικῶς λίγα. Δὲν ἔχουν τὴν ἔκταση τῶν ἔργων ἄλλων Πατέρων. Παρὰ ταῦτα ἔχουν βάθος καὶ δύναμη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλου. Τὰ ἔργα του ὑπῆρξαν πάντοτε ἡ μεγαλύτερη πηγὴ τῶν δογμάτων. Γι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ ὁ κατ’ ἐξοχὴν θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἐκφράσεως τῆς λατρείας.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ὁ ποιμενικὸς αὐλὸς τῆς θεολογίας σου, τὰς τῶν ῥητόρων ἐνίκησε σάλπιγγας· ὡς γὰρ τὰ βάθη τοῦ Πνεύματος ἐκζητήσαντι, καὶ τὰ κάλλη τοῦ φθέγματος προσετέθη σοι. Ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Θεολόγῳ γλώττῃ σου, τὰς συμπλοκὰς τῶν ῥητόρων, διαλύσας ἔνδοξε, ὀρθοδοξίας χιτῶνα, ἄνωθεν ἐξυφανθέντα τὴν Ἐκκλησίαν, ἐστόλισας, ὃν καὶ φοροῦσα σὺν ἡμῖν κράζει, τοῖς σοῖς τέκνοις· χαίροις Πάτερ, θεολογίας ὁ νοῦς ὁ ἀκρότατος.

Μεγαλυνάριον.
Χαίροις ὁ οὐράνιος θεῖος νοῦς, στόμα τὸ πυρίπνουν, ὁ τῆς χάριτος ὀφθαλμός, σάλπιγξ εὐσεβείας, πηγὴ θεολογίας, ὑπερκοσμίων μύστης, σοφὲ Γρηγόριε.

Tαῖς ατοῦ γίαις πρεσβεες Γλυκύτατε ησο Χριστ  λέησόν κα σσον μς μήν.
.



.