Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Διαπροσωπικὲς σχέσεις Άγιος Πορφύριος



Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν.
Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή.
Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό.
 Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ».
 «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως.
 Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Κοντὰ στὸν Γέροντα Πορφύριο”


ΠΗΓΗ




Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη:

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου