Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Ἁρματωμένος τήν Ἁρματωσιά τοῦ Θεοῦ: Ἅγιος Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης

agios-dimitrios-24102012


26 Ὀκτωβρίου 2014
Μεθαύριο εἶναι ἡ γιορτή τοῦ ἁγίου Δημητρίου, μεγάλη γιορτή γιά ὅλη τήν Ἑλλάδα, πλήν ἰδιαίτερα γιά τή Θεσσαλονίκη, πού εἶναι κ  ἡ πατρίδα του. Ἐκεῖ θά γίνει φέτος μεγαλύτερη πανήγυρη, ἐπειδή γιορτάζουνε τά ἐγκαίνια τῆς φημισμένης ἐκκλησιᾶς του, πού κάηκε στά 1917 καί τώρα εἶναι πάλι ξανακαινουργιευμένη ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
Ἡ πρώτη ἐκκλησιά ἤτανε ἕνα χτίριο ἀπό τά πιό ἀρχαία της χριστιανοσύνης, χτισμένη ἑκατό χρόνια ὕστερα ἀπό τά 303 μ.X., ποῦ μαρτύρησε ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλά κάηκε ὕστερα ἀπό 300 χρόνια καί ξαναχτίσθηκε τόν καιρό πού βασίλευε ὁ Λέοντας ὁ Σοφός. Αὐτά τά ἱστορικά καί κάθε ἄλλη πληροφορία γιά τό χτίριο, γιά τά ψηφιδωτά πού στολίζουνε τούς τοίχους, γιά τίς τοιχογραφίες, μπορεῖ κανένας νά τά μελετήσει καταλεπτῶς σ  ἕνα χρήσιμο βιβλίο πού ἔγραψε τελευταία στήν ἁπλή γλώσσα ὁ ξεχωριστός βυζαντινολόγος Ἀνδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητής στό Πανεπιστήμιο τῆς Θεσσαλονίκης.
Ὁ ἅγιος Δημήτριος μαζί μέ τόν ἅγιο Γεώργιο, εἶναι τά δυό παλληκάρια τῆς χριστιανοσύνης. Αὐτοί εἶναι κάτω στή γῆ, κ  οἱ δυό ἀρχάγγελοι Μιχαήλ καί Γαβριήλ εἶναι ἀπάνω στόν οὐρανό. Στά ἀρχαῖα χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως ἅρματα, πλήν στά κατοπινά τά χρόνια τους παριστάνουνε ἁρματωμένους μέ σπαθιά καί μέ κοντάρια καί ντυμένους μέ σιδεροπουκάμισα. Στόν ἕναν ὦμο ἔχουνε κρεμασμένη τήν περικεφαλαία καί στόν ἄλλον τό σκουτάρι, στή μέση εἶναι ζωσμένοι τά λουριά πού βαστᾶνε τό θηκάρι τοῦ σπαθιοῦ καί τό ταρκάσι πόχει μέσα τίς σαγίτες καί τό δοξάρι. Τά τελευταία χρόνια, ὕστερα ἀπό τό πάρσιμο τῆς Πόλης, οἱ δυό αὐτοί ἅγιοι καί πολλές φορές κί  ἄλλοι στρατιωτικοί ἅγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι ἀπάνω σέ ἄλογα, σέ ἄσπρο ὁ ἅγιος Γεωργης, σέ κόκκινο ὁ ἅγιος Δημήτρης. Κί  ὁ μέν ἕνας κονταρίζει ἕνα θεριό κί  ὁ ἄλλος ἕναν πολεμιστή, τόν Λυαῖο. Αὐτά τά ἅρματα πού φορᾶνε ἐτοῦτοι οἱ ἅγιοι, παριστάνουνε ὄπλα πνευματικά, σάν καί κεῖνα πού λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ντυθῆτε τήν ἁρματωσιά τοῦ Θεοῦ γιά νά μπορέσετε νά ἀντισταθῆτε στά στρατηγήματα τοῦ διαβόλου. Γιατί τό πάλεμα τό δικό μας δέν εἶναι καταπάνω σέ αἷμα καί σέ κρέας, ἀλλά καταπάνω στίς ἀρχές, στίς ἐξουσίες, καταπάνω στούς κοσμοκράτορες τοῦ σκοταδιοῦ σέ τοῦτον τόν κόσμο καί καταπάνω στά πονηρά πνεύματα στόν ἄλλον κόσμο. Γιά τοῦτο ντυθῆτε τήν πανοπλία τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορέσετε νά βαστάξετε κατά τήν πονηρή τήν ἡμέρα, κί  ἀφοῦ κάνετε ὅσα εἶναι πρεπούμενα, νά σταθῆτε. Τό λοιπόν, σταθῆτε γερά, ἔχοντας περιζωσμένη τή μέση σας μέ ἀλήθεια, καί ντυμένοι μέ τό θώρακα τῆς δικαιοσύνης καί μέ τά πόδια σᾶς σανταλωμένα γιά νά κηρύξετε τό Εὐαγγέλιο τῆς εἰρήνης κί  ἀποπάνω ἀπό ὅλα σκεπασθῆτε μέ τό σκουτάρι τῆς πίστης, πού μέ δαῦτο θά μπορέσετε νά σβήσετε ὅλες τίς πυρωμένες σαγίτες τοῦ πονηροῦ. Καί φορέσετε τήν περικεφαλαία της σωτηρίας καί τό σπαθί τοῦ πνεύματος, πού εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ». Αὐτός ὁ ἡρωικός καί καρτερικός χαραχτήρας, πού ἔχουνε οἱ πολεμιστές ὁπού μαρτυρήσανε γιά τόν Χριστό σάν ἄκακα ἀρνιά, ἀνάγεται στά πνευματικά.
Ὁ ἅγιος Δημήτριος περισκεπάζει ὅλη τήν οἰκουμένη, ὅπως λέγει τό τροπάρι του, ἀλλά ἰδιαίτερα προστατεύει τή Θεσσαλονίκη, πού τή γλύτωσε πολλές φορές καί στέκεται κί  ἀνθίζει ὡς τά σήμερα, καινούριος μέγας Ἀλέξαντρος, πού ἡ δύναμή του κ  ἡ ἀντρεία του δέν χαθήκανε μέ τό θάνατό του, ὅπως ἔγινε στόν Ἀλέξαντρο, ἀλλά ζεῖ καί φανερώνεται στόν αἰώνα, σ  ὅσους τόν παρακαλᾶνε μέ θερμή καρδιά. Ἡ πατρίδα τοῦ βρίσκεται ὁλοένα σέ κίνδυνο καί σέ σκληρές περιστάσεις κί  ὁλοένα τόν κράζει νά τή βοηθήσει καί νά τή γλυτώσει. Καί φέτος, ὕστερα ἀπό τόσες γενεές πού προστρέξανε μέ δάκρυα στήν προστασία του, πάλι θά δράμουνε οἱ βασανισμένοι χριστιανοί στήν ἐκκλησία του καί θά κλάψουνε καί θά ψάλλουνε πάλι τό τροπάρι πού λέγει: «Φρούρησον, πανεύφημε, τήν σέ μεγαλύνουσαν πόλιν ἀπό τῶν ἐναντίον προσβολῶν, παρρησίαν ὡς ἔχων πρός Χριστόν τόν σέ δοξάσαντα».
Ὁ ἅγιος Δημήτριος, ὁ μεγαλομάρτυς καί μυροβλύτης, γεννήθηκε στή Θεσσαλονίκη στά 260 μ.X. Οἱ γονιοί τοῦ ἤτανε ἐπίσημοι ἄνθρωποι κί  ὁ Δημήτριος κοντά στή φθαρτή δόξα πού εἶχε ἀπό τό γένος του, ἤτανε στολισμένος καί μέ χαρίσματα ἄφθαρτα, μέ φρονιμάδα, μέ γλυκύτητα, μέ ταπείνωση, μέ δικαιοσύνη καί μέ κάθε ψυχική εὐγένεια. Ὅλα τοῦτα ἤτανε σάν ἀκριβά πετράδια πού λάμπανε ἀπάνω στήν κορόνα πού φοροῦσε, κί  αὐτή ἡ κορόνα ἤτανε ἡ πίστη στόν Χριστό. Ἐκεῖνον τόν καιρό βασίλευε στή Ρώμη ὁ Διοκλητιανός κί  εἶχε διορισμένον καίσαρα, στά μέρη τῆς Μακεδονίας καί στά ἀνατολικά, ἕνα σκληρόκαρδο καί αἱμοβόρον στρατηγό πού τόν λέγανε Μαξιμιανό, θηρίο ἀνθρωπόμορφο, ὅπως ἤτανε ὅλοι αὐτοί οἱ πολεμάρχοι, πού βαστούσανε κεῖνον τόν καιρό μέ τό σπαθί τόν κόσμο, ὁ Διοκλητιανός, ὁ Μαξέντιος, ὁ Μαξιμίνος, ὁ Γαλέριος, ὁ Λικίνιος, πετροκέφαλοι, ἀγριοπρόσωποι, δυνατοσάγωνοι, πικρόστομοι, μέ λαιμά κοντά καί χοντρά σάν βαρέλια, ἀλύπητοι, φοβεροί. Αὐτός διώρισε τόν Δημήτριο ἄρχοντα τῆς Θεσσαλονίκης κί  ὅταν γύρισε ἀπό κάποιον πόλεμο, μάζεψε τούς ἀξιωματικούς στή Θεσσαλονίκη γιά νά κάνουνε θυσία στά εἴδωλα. Τότε ὁ Δημήτριος εἶπε πώς εἶναι χριστιανός καί πώς δέν παραδέχεται γιά θεούς τίς πελεκημένες πέτρες. Ὁ Μαξιμιανός φρύαξε καί πρόσταξε νά τόν δέσουνε καί νά τόν φυλακώσουνε σ΄ ἕνα λουτρό. Ὅσον καιρό ἤτανε φυλακισμένος, ὁ κόσμος πρόστρεχε μέ θρῆνο κί  ἄκουγε τόν Δημήτριο πού δίδασκε τό λαό γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Ἕνα παλληκαρόπουλο, ὁ Νέστορας, πήγαινε κί  αὐτός κάθε μέρα κί  ἄκουγε τή διδασκαλία του. Ἐκεῖνες τίς ἡμέρες, παλεύανε πολλοί ἀντρειωμένοι μέσα στό στάδιο κί  ὁ Μαξιμιανός χαιρότανε γι’ αὐτά τά θεάματα· μάλιστα εἶχε σέ μεγάλη τιμή ἕναν μπεχλιβάνη πού τόν λέγανε Λυαῖο, ἄνθρωπο θηριόψυχο καί χεροδύναμο, εἰδωλολάτρη καί βλάστημο, φερμένον ἀπό κάποιο βάρβαρο ἔθνος. Βλέποντας ὁ Νέστορας πώς τούς εἶχε ρίξει κάτω ὅλους αὐτός ὁ Λυαῖος, καί πώς καυχιότανε πώς εἶχε τή δύναμη τοῦ Ἄρη καί πώς κανένας ντόπιος δέν ἀποκοτοῦσε νά παλέψει μαζί του, πῆγε στή φυλακή καί παρακάλεσε τόν ἅγιο Δημήτριο νά τόν βλογήσει γιά νά ντροπιάσει τόν Λυαῖο καί τόν Μαξιμιανό καί τή θρησκεία τους. Κί  ὁ ἅγιος Δημήτριος ἔκανε τήν προσευχή του καί τόν σταύρωσε καί παρευθύς ἔδραμε ὁ Νέστορας στό στάδιο καί πάλεψε μέ κεῖνον τόν ἄγριο τό γίγαντα καί τόν ἔριξε χάμω καί τόν ἔσφαξε. Τότε ὁ Μαξιμιανός ἔγινε θηρίο ἀπό τό θυμό του καί μαθαίνοντας πώς ὁ Νέστορας ἤτανε χριστιανός καί πώς τόν εἶχε βλογήσει ὁ Δημήτριος, πρόσταξε νά τούς σκοτώσουνε. Σάν πήγανε στή φυλακή οἱ στρατιῶτες, τρυπήσανε τόν Δημήτριο μέ τά κοντάρια καί ἔτσι πῆρε τ  ἀμάραντο στέφανο, στίς 26 Ὀκτωβρίου 296· μάλιστα εἶναι γραμμένο πώς σάν εἶδε τούς στρατιῶτες νά ρίχνουνε τά κοντάρια καταπάνω του, σήκωσε ψηλά τό χέρι του καί τόν πήρανε οἱ κονταριές στό πλευρό, γιά νά ἀξιωθεῖ τό τρύπημα τῆς λόγχης πού δέχτηκε ὁ Χριστός στήν πλευρά τοῦ κ  ἔβγαλε αἷμα καί νερό ἡ λαβωματιά του. Τόν Νέστορα τόν ἀποκεφαλίσανε τήν ἄλλη μέρα ἔξω ἀπό τό κάστρο. Οἱ χριστιανοί σηκώσανε τά ἅγια λείψανα καί τά θάψανε ἀντάμα, κί  ἀπό τόν τάφο ἔβγαινε ἅγιο μύρο πού γιάτρευε τίς ἀρρώστιες, γιά τοῦτο τόν λένε καί μυροβλύτη. Ἀπάνω στόν τάφο χτίσθηκε ἐκκλησιά, τόν καιρό πού βασίλεψε ὁ μέγας Κωνσταντῖνος. Στά κατοπινά χρόνια χτίσθηκε ἡ μεγάλη ἐκκλησιά ἡ τωρινή καί στά 1143 ὁ βασιλέας Μανουήλ ὁ Κομνηνός ἔστειλε καί πῆρε στήν Κωνσταντινούπολη τήν εἰκόνα τοῦ ἁγίου καί τήν ἔβαλε στό μοναστήρι τοῦ Παντοκράτορος πού ἤτανε χτισμένη ἡ ἐκκλησία του ἀπό τούς Κομνηνούς καί πού τή λένε σήμερα Ζεϊρέκ καί τήν εἴχανε κάνει παλαιότερα τεκέ οἱ ντερβίσηδες. Στά εἰκονίσματά του εἶναι ζωγραφισμένος ἀπάνω σέ κόκκινο ἀντρειωμένο ἄλογο, πού κοιτάζει σάν ἄνθρωπος, ὀμορφοσελωμένο, στολισμένο μέ χάμουρα καί μέ γκέμια χρυσά, μέ τά μπροστινά ποδάρια σηκωμένα στόν ἀγέρα, μέ τήν οὐρά ἀνακαμαριασμένη, ἀλαφιασμένο ἀπό τόν Λυαῖο πού κείτεται ματοχωμένος χάμω, τρυπημένος ἀπό τό κοντάρι τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Στά καπούλια του, πίσω ἀπό τόν Ἅγιο, εἶναι καβαλλικεμένος σέ μικρό σχῆμα ἕνας καλόγερος. Εἶναι ὁ ἐπίσκοπος Γαβριήλ, δεσπότης τοῦ Δαμαλά, πού τόν πιάσανε σκλάβο οἱ κουρσάροι μπαρμπερίνοι στά 1603 καί τόν πουλήσανε στό Ἀλγέρι, στόν μπέη, πού τόν ἐπῆρε στό σεράγι του. Κάθισε κάμποσα χρόνια σκλάβος καί παρακαλοῦσε μέρα νύχτα μέ δάκρυα νά τόν λευτερώσει ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ὅπου, μία μέρα σάν αὔριο, παραμονή τ  ἁγίου Δημητρίου, τόν εἶδε στόν ὕπνο του πώς πῆγε μέ τ  ἄλογο καί τόν ἔβαλε καβάλλα καί φύγανε ἀπό τήν Ἀραπιά. Καί σάν ξύπνησε τό πρωί, βρέθηκε λεύτερος στή Θεσσαλονίκη καί δόξασε τό Θεό καί τόν ἅγιο Δημήτριο καί μπῆκε σ  ἕνα καράβι καί πῆγε στόν Πόρο κί  ἀπό τότε στά εἰκονίσματά του ζωγραφίζανε καί τό δεσπότη.
Λοιπόν αὔριο τό βράδυ θά προστρέξουνε πάλι οἱ Θεσσαλονικιῶτες κ  οἱ ἄλλοι χριστιανοί στή μεγάλη πανήγυρη καί θά παρακαλέσουνε μέ συντριβή τόν ἔνθερμο προστάτη τους νά τούς δώσει βοήθεια σέ τοῦτες τίς δεινές περιστάσεις. Καί θά μαζευτοῦνε ὁ λαός ὁ ὀρθόδοξος κ  οἱ ἄρχοντες κ  οἱ δεσποτάδες καί παπάδες καί καλόγεροι καί θά ψάλουνε στό μεγάλον ἑσπερινό τά κατανυχτικώτατα τροπάρια, μέ τό μουσικό μέλος τῆς Ὀρθοδοξίας· γιατί ἡ Θεσσαλονίκη εἶναι ἡ κιβωτός πού σώθηκε ἡ ὀρθόδοξη λατρεία ἀπό τόν κατακλυσμό τῆς φραγκολεβαντινιᾶς πού πάγει νά μᾶς πνίξει μέ τούς ἀνούσιους νεωτερισμούς της. Ἐκεῖ θά συναχτοῦνε οἱ καλοί οἱ ψαλτάδες πού ψέλνουνε ἀκόμα μέ κείνη τή σοβαρή ψαλμωδία πού κρατᾶ ἀπό τότε πού θεμελιώθηκε ἡ σεβάσμια τούτη ἐκκλησία, ποῦναι τό καύχημα κ  ἡ παρηγοριά τῆς Ἀνατολῆς, ὕστερα ἀπό τήν Ἁγιά Σοφιά τῆς Κωνσταντινούπολης. Καί μεθαύριο στή λειτουργία, θά ψάλουνε στούς Αἴνους τά ἐξαίσια προσόμοια πού εἶναι γεμάτα πόνο καί ἐλπίδα καί ἁγιασμένον ἐνθουσιασμό. Τάχει συνθέσει ἕνας ἀπό τούς γλυκύτερους ποιητές τῆς ἐκκλησίας μας, ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Γραπτός, ψυχή πονεμένη καί καρτερική. Καί θά σᾶς ἐξηγήσω μέ λίγα λόγια πώς βρέθηκε στή Θεσσαλονίκη καί μελώδησε αὐτά τά συγκινητικά τροπάρια.
Αὐτός ὁ ἅγιος μαζί μέ τόν ἀδελφό του τόν Θεόδωρο λέγονται «Θεόδωρος καί Θεοφάνης οἱ Γραπτοί». Γεννηθήκανε στήν Παλαιστίνη καί γινήκανε μοναχοί καί ὕστερα χειροτονηθήκανε παπάδες καί ἡσυχάσανε στό μοναστήρι τοῦ ἁγίου Σάββα. Ἤτανε κί  οἱ δυό σπουδασμένοι στό ἔπακρο καί γνωρίζανε κατά βάθος τήν ἑλληνική καί τήν ἀραβική γλώσσα.
Φαίνεται πώς οἱ ἀληθινοί χριστιανοί πρέπει παντοτινά νά βασανίζουνται, γιατί, σάν περάσανε οἱ διωγμοί ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, ἀρχίσανε ἄλλοι διωγμοί ἀπό τούς αἱρετικούς χριστιανούς. Κί  ὅσοι βασανισθήκανε ἀπό τούς εἰδωλολάτρες γινήκανε μάρτυρες, κί  ὅσοι βασανισθήκανε ἀπό τούς χριστιανούς αἱρετικούς γινήκανε ὁμολογητές. Τέτοιοι ὁμολογητές εἶναι καί γράφουνται καί τά δυό τοῦτα ἁγιασμένα ἀδέλφια, ὁ Θεόδωρος κί  ὁ Θεοφάνης. Γιατί τούς καταδίωξε ὁ Λέοντας ὁ Ἴσαυρος, πού ἤτανε εἰκονομάχος καί τούς φυλάκωσε καί τούς ἔδειρε καί ὕστερά τους ἐξώρισε στόν Πόντο. Κί  ὁ μέν Θεόδωρος τελείωσε τόν ἀγώνα στή δεύτερη ἐξορία πού τούς ἔστειλε ὁ Θεόφιλος, ὁ τρίτος εἰκονομάχος αὐτοκράτορας ὕστερα ἀπό τόν Λέοντα, καί πέθανε σ  ἕνα ἐρημονήσι πού τό λέγανε Ἀρουσία, μέσα σέ μεγάλα δεινά καί σέ στερήσεις. Ὁ δέ Θεοφάνης ἐξωρίσθηκε στή Θεσσαλονίκη κ  ἐκεῖ, σκλάβος καί τυραννισμένος, σύνθεσε μέ κλαυθμό ψυχῆς αὐτά τά τροπάρια, πού μέ δαῦτα ἱκετεύει τόν ἅγιο Δημήτριο νά γλυτώσει τή χριστιανοσύνη ἀπό τούς ἀσεβεῖς καί τυραννικούς ἀνθρώπους, καί τή Θεσσαλονίκη ἀπό τούς βαρβάρους πού τή ζώνανε. Καί λέγουνται Γραπτοί, ἐπειδή ὁ Θεόφιλος πρόσταξε καί τυπώσανε μέ πυρωμένο σίδερο ἀπάνω στά μέτωπά τους ἕνα ἀδιάντροπο ποίημα πού ἔκανε κάποιος αὐλοκόλακας. Ὁ ἅγιος Θεοφάνης, ἅμα πέθανε ὁ αὐτοκράτορας Θεόφιλος, ψηφίσθηκε ἐπίσκοπος Νικαίας καί ἐκοιμήθη, γέροντας γεμάτος ἀπό πνευματική εὐωδία, στά 850 μ.X. Ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος τόν λέγει ἠδύφωνον μουσικόν αὐλόν κί  ὁ Σουΐδας ποιητήν. Ἔγραψε πολλές ὑμνωδίες σέ διάφορες γιορτές, σύνθεσε καί κανόνα συγκινητικό στόν βασανισμένον ἀδελφό του τόν Θεόδωρο.
Ἀπό τά τροπάρια τῶν Αἴνων πού εἴπαμε, τό πρῶτο ἔχει περισσότερον πόνο καί πάθος καί σ  αὐτό συνεταίριαξε ὁ ποιητής τεχνικά τή θλίψη του γιά τό διωγμό τῆς ὀρθοδοξίας μέ τό ὑμνολόγημα τοῦ ἁγίου καί μέ τήν καρτερική ἐλπίδα γιά τή σωτηρία τῆς θεοσκέπαστης Θεσσαλονίκης, πού καί κεῖνον τόν καιρό βρισκότανε σέ ἀγωνία. Αὐτά τά τροπάρια ταιριάζουνε πάντα στίς δεινές δοκιμασίες πού πέρασε ἀπανωδιαστά ἡ Θεσσαλονίκη ἀπό τόν καιρό τοῦ Διοκλητιανοῦ ἴσαμε σήμερα. Παρακάτω βάζω αὐτό τό τροπάρι καί τό μεταγυρίζω στήν ἁπλή γλώσσα, πλήν χωρίς νά μπορέσω νά σιμώσω στό πρωτόγραφο:
«Δεῦρο, μάρτυς Χριστοῦ, πρός ἠμᾶς, σού δεομένους συμπαθοῦς ἐπισκέψεως καί ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαῖς ἀπειλαῖς καί δεινή μανία τῆς αἱρέσεως· ὑφ  ἤς ὡς αἰχμάλωτοι καί γυμνοί διωκόμεθα, τόπον ἐκ τόπου διαρκῶς διαμείβοντες καί πλανώμενοι ἐν σπηλαίοις καί ὄρεσιν. Οἴκτειρον οὔν, πανεύφημε, καί δός ἠμίν ἄνεσιν· παῦσον τήν ζάλην καί σβέσον τήν καθ  ἠμῶν ἀγανάκτησιν, Θεόν ἱκετεύων, τόν παρέχοντα τῷ κόσμω τό μέγα ἔλεος».
«Ἔλα, μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, σέ μας, πού ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη ἀπό τή συμπονετικιά σου τήν ἐπίσκεψη καί γλύτωσέ μας ἀπό τίς τυραννικές φοβέρες κί  ἀπό τή δεινή μανία τῆς αἱρέσεως· πού μᾶς κατατρέχει σᾶ νάμαστε σκλάβοι καί περπατοῦμε γυμνοί δώθε καί κείθε κί  ἀλλάζουμε ὁλοένα τόπο μέ τόπο καί πλανιόμαστε σάν τ  ἀγρίμια στά βουνά καί στά σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε, καί δῶσε μᾶς ἀνάπαψη, πάψε τή ζάλη καί σβῆσε τήν ἀγανάχτηση πού σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας τό Θεό, πού δίνει στόν κόσμο τό μέγα ἔλεος».
Πηγή: Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996
( αναδημοσίευση από: http://users.uoa.gr/)

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

ΑΥΡΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗ



                                                     ANAKOIΝΩΣΙΣ
ΑΥΡΙΟ ΚΥΡΙΑΚΗ 26/10/2014ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΝΑΠΑΥΣΑ ΑΓΙΩΝ ΜΕΤΕΩΡΩΝ  ΔΕΝ ΘΑ ΤΕΛΕΣΘΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ.

Tὁ Ψαλτήριο καί ὁ γέροντας Πορφύριος






Στά βιβλία πού ἔχουν γραφεῖ γιά τό θεοφώτιστο γέροντα π. Πορφύριο ἀναφέρεται ἡ σχέση του μέ τό ἱερό Ψαλτήριο. Ὅταν πρωτοπῆγε στό Ἅγιο Ὅρος, οἱ γέροντες τόν ἔβαλαν στήν ἱερά Ἀκολουθία νά διαβάσει τά καθίσματα τοῦ Ψαλτηρίου. Αὐτός ὅμως δέν μποροῦσε νά διαβάσει οὔτε μία λέξη, οὔτε τήν πρώτη λέξη Μακάριος, τήν ὁποία καί συλλάβιζε: Μά-κά-ρί-ὅς. Ἡ ὑπακοή, ἡ ὑπομονή καί ἡ συνεχής ἄσκηση τόν ἔμαθαν ὄχι μόνο νά διαβάζει εὐανάγνωστα, ἀλλά καί νά ἐτυμολογεῖ εἰς ἄπειρον πνευματικόν βάθος τά θεία νοήματα καί βιώματά του, ἀλλά καί μεταγενέστερα νά στηρίζει τήν ἐν Χριστῷ πνευματική καθοδήγηση τῶν πιστῶν πάνω στό ἱερό Ψαλτήριο, σάν νά εἶναι θεόπνευστο πατερικό κείμενο. Καί φυσικά εἶναι θεόπνευστο, ἰσοστάσιο καί ἰσόκυρό της Καινῆς Διαθήκης κείμενο, ἀφοῦ ἀποτελεῖ καί τό πιό ἀντιπροσωπευτικό πνευματικό βιβλίο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τήν ὁποία ἀνεπιφύλακτα καί ἀφειδῶς χρησιμοποιεῖ κατά τή θεία Λατρεία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας.
Ψαλτήριο - Παρακλητική
Ὁ Ἅγιος Γέροντας συνήθιζε καί ὅταν βρισκόταν στά Καλλίσια καί στό Μήλεσι, ἐκτός βέβαιά της θείας Λατρείας, νά βάζει κάποιους μέσα στό κελλάκι του νά τοῦ διαβάζουν ἀπό τό Ψαλτήριο ἡ ἀπό τήν Παρακλητική ἐναλλάξ, γιατί θεωροῦσε καί τά δύο αὐτά ἱερά κείμενα ὡς θεραπευτικά διά πᾶν εἶδος πνευματικῆς, ψυχικῆς, γιατί ὄχι καί σωματικῆς ἀσθενείας. Ἤθελε μάλιστα νά γίνεται ἡ ἀνάγνωση μέ ἕνα σωστό τόνο, ἔτσι ὥστε ἡ ὅλη προσωπικότητα τοῦ ἐξομολογηθέντος πιστοῦ νά συγκροτεῖται ἀπό τήν ἀνάγνωση καί νά φεύγει παίρνοντας μαζί του ὡς ἱερό θεραπευτικό κανόνα τό Ψαλτήριο καί τήν Παρακλητική.
Οἱ πνευματικοί πατέρες καί τό Ψαλτήριο
Πολλοί ἄλλοι πνευματικοί πατέρες ἀνά τήν Ἁγία Ὀρθοδοξία μᾶς συνιστοῦν καί στά νεόφυτα πνευματικά τέκνα τους καί στά πιό καταρτισμένα νά ἐντρυφοῦν καί κατ’ ἰδίαν στή μελέτη τοῦ ἱεροῦ Ψαλτηρίου, οἱ μέν πρῶτοι γιά ἑδραίωση στήν ἐν Χριστῷ πνευματική ζωή, οἱ δέ δεύτεροι γιά διατήρηση καί αὔξηση τῆς θείας Χάριτος.
Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος καί ὁ Μέγας Βασίλειος γιά τό Ψαλτήριο
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Μέγας Βασίλειος καί πολλοί ἄλλοι Πατέρες, ὄχι μόνο ἔχουν ἑρμηνεύσει τό κείμενο τοῦ ἱεροῦ Ψαλτηρίου, τό ὁποῖο καί θεωροῦν θεόπνευστο, ἀλλά καί μέσα ἀπό τούς λόγους τούς φαίνεται ὁ ἴδιος κοινός φωτισμός τοῦ Αὐτοῦ Ἁγίου καί Τελεταρχικού καί Φωτιστικοῦ Πνεύματος, τό ὁποῖο φωτίζει καί τόν ἱερό συγγραφέα, τόν Προφητάνακτα Δαυίδ, καί τούς ἑρμηνευτές ἅγιους Πατέρας, ὥστε νά καθοδηγοῦν τό ποίμνιο τῆς Ἐκκλησίας. Διαβάζοντας τήν ἑρμηνεία τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου στό Ψαλτήριο, γιά παράδειγμα, βεβαιωνόμαστε ὅτι καί ὁ Δαυίδ καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος ἔχουν κοινή πνευματική καταγωγή, κοινούς ἱερούς λογισμούς, κοινά βιώματα, πνευματική συγγένεια. Διαβάζοντάς τους ἀμφοτέρους νομίζεις ὅτι ἔζησαν τήν ἴδια ἐποχή καί ἀντιμετώπισαν ἀπό κοινοῦ τά ἴδια ποιμαντικά προβλήματα.
Ὁ Δαυίδ πατέρας τοῦ Ψαλτηρίου
Μεγίστη σημασία δίνει ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν ἁγιαστική δύναμη τῆς μετανοίας καί ἀπό προσωπική ἐμπειρία καί ἀπό τή γνώση τῶν ἐνδομύχων τῶν ψυχῶν τῶν ποιμαινομένων του. Ἀκριβῶς τά ἴδια βιώματα ἀπολυτρωτικῆς μετανοίας μετά ἀπό τά γνωστά προσωπικά τοῦ παθήματα-ἁμαρτήματα φέρνει ὁ Προφητάναξ στό φῶς τῆς ἀνά τούς αἰῶνες διαχρονικῆς δημοσιότητος.
Εἶναι μεγάλη ἀδικία γιά τήν πάμπλουτη λειτουργική μας Παράδοση νά παραμερίζουμε χωρίς ἐνοχές τό ἱερά Ψαλτήριο ἀπό τίς ἱερές Ἀκολουθίες μας καί νά καταδικάζουμε ἑαυτούς καί ἀλλήλους στήν πνευματική ὀρφάνια.
Τουρκοκρατία - Ψαλτήριο
Καί ἄς μή ξεχνᾶμε ὅτι οἱ βασανισμένοι κάτω ἀπό τήν τουρκοκρατία πρόγονοί μας ἐπιβίωσαν μέ σωσίβιο λέμβο τήν Ἐκκλησία μας καί μέ ὁδηγητικά κουπιά σ’ ὁλόκληρη τήν παιδεία τούς τό ἱερά Ψαλτήριο καί τήν Παρακλητική.
Τά ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στούς πανηγυρικούς Ἑσπερινούς
Ἡ ἐνδοεκκλησιαστική ὑποτίμηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης φαίνεται καί ἀπό τήν αὐθαίρετη μείωση ἤ τελεία ἀπομάκρυνση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν ἀναγνωσμάτων ἀπό τούς Ἑσπερινούς μεγάλων Ἑορτῶν Δεσποτικῶν, Θεομητορικῶν ἤ Ἁγίων. Κρίμα ἐπίσης πού παραλείπουμε τά περισσότερα παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου καί ἀρκούμαστε μόνο στά τρία.
Τά ἀναγνώσματα τῶν Μεγάλων Ἑσπερινῶν εἶναι ἐπιλεγμένα ἀπό τή Γένεση, ἀπό τά προφητικά καί διδακτικά Βιβλία ἤ ἀπό ἄλλα ἱστορικά, μεστά ὅλα δυνατῶν μηνυμάτων ἄκρως παιδαγωγικῶν. Ἐπίσης μεγίστης παιδαγωγικῆς καί πνευματικῆς σημασίας εἶναι τά κείμενα τῶν ὀκτώ Ὠδῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού περιλαμβάνονται στό Μέγα Ὡρολόγιο καί κανονικά μέ σειρά πρέπει νά διαβάζονται στόν Ὄρθρο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἤ πρέπει νά προηγοῦνται ὡς ὁδηγητικοί καί συνδετικοί στίχοι πρίν ἀπό κάθε τροπάριο τῶν ὑμνολογικῶν κανόνων, οἱ ὁποῖοι κανόνες ἀποκαλύπτουν τό μεγαλεῖο της θείας Λατρείας μας. Κατά τόν Ἅγιο Διονύσιο τόν Ἀρεοπαγίτη εἰκονίζουν τήν ἀπίστευτη γιά μας, τούς μή πεπαιδευμένους λειτουργικά, λαμπρότητα τῆς οὐράνιας θείας Λατρείας.
Οὐσιαστική πνευματική ἐν Χριστῷ ὠφέλεια ἔχει τό χριστεπώνυμο πλήρωμα κάθε φορᾶ πού τολμᾶμε ἀναλύσεις ἑρμηνευτικές, τοῦ Κυρίου συνεργοῦντος, τῶν παραπάνω ἀναφερθέντων παλαιοδιαθηκικῶν κειμένων. Ἔκπληξη, ἱερά ἐνθουσιασμό καί χαρά ἀναγεννητική μαζί μέ εὐγνωμοσύνη ἐκφράζουν οἱ πιστοί μας γιά τή γνωριμία μέ αὐτά τά κείμενα, πού εἶναι ἀνοιχτά παράθυρα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τό Χρυσόστομο.
Ἀλλά καί χωρίς ἀναλύσεις οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ὅταν ἀκροῶνται κατά τήν ἱερά Ἀκολουθία τά κείμενα αὐτά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ροφοῦν ὡς ἠδύτατο μέλι πνευματικό τίς μυστικές πνευματικές βιταμίνες τους.
Πολεμική της Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπό τούς δῆθεν Ἀρχαιολάτρες
Ἡ θεόπνευστη Παλαιά Διαθήκη σήμερα πολυβολεῖται ἀπό τούς δῆθεν λάτρεις τοῦ Ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ ὡς κείμενο Ἑβραϊκό. Ἐσκεμμένα ὅμως ἐθελοτυφλοῦν μπροστά σ’ ἕνα κείμενο ἑλληνικό-ἑλληνικότατο. Θά ἔπρεπε, ἄν πράγματι εἶναι λάτρεις τῶν προγονικῶν θησαυρῶν μας καί ὄχι στυγνοί αἱρετικοί, νά ἐντάξουν στήν ἀρχαιοελληνική περιουσία μας καί τήν Παλαιά Διαθήκη, τόν ἀμύθητο πλοῦτο τῆς θαυμάσιας καί θεόπνευστης ἑρμηνευτικῆς ἑλληνιστικῆς παραγωγῆς. Προφανέστατα κανείς ἀπ’ αὐτούς δέν ἔχει διαβάσει οὔτε μία φορά τό ἑλληνικό κείμενο τῶν Ἑβδομήκοντα. Ὁτιδήποτε ρυπαρό καί ποταπό λέγεται κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀσφαλῶς καί θά προέρχεται ἀπό τά γνωστά ἡ ἄγνωστα ἀποκρυφιστικά κέντρα τῆς Νέας Ἐποχῆς πού ἔχουν ἕτοιμες κονσέρβες κατά οἱουδήποτε κειμένου σχετικοῦ μέ τή θεανδρικότητα τοῦ δευτέρου προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐπειδή δέ θέλουν οἱ νεοεποχίτες νά πολεμήσουν ἀνοιχτά τήν Καινή Διαθήκη καί νά φανοῦν ὠμοί ἀντίχριστοι, βάλλουν κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἡ ὁποία προϋποθέτει συνολική γνωριμία μαζί της καί σοβαρή ἑρμηνεία. Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἔμμεσα σπέρνουν τήν ἀμφιβολία καί κατά τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀφοῦ ἀμφότερες συνδέονται καί, κατά τόν Ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, ἀλληλοπεριχωροῦνται.
Ἀκόμη πιό λυπηρό ὅμως εἶναι ἐνδοεκκλησιαστικοί ἄνδρες νά ὑποτιμοῦν, ὡς μή ὤφειλε, τήν Παλαιά Διαθήκη καί νά ἐπηρεάζονται ἀπό τήν ἀσέβεια.
Μία μικρή μερίδα κουλτουριάρηδων θεολόγων ἤ ἐφημερίων λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς μιλοῦν ὑποτιμητικά γιά τίς εὐχές τῆς γεννήσεως καί τοῦ σαραντισμοῦ, διότι κατά τήν ἐκτίμησή τους ἔχουν παλαιοδιαθηκική νοοτροπία. Αὐτή φαίνεται: α) ἀπό φράσεις πού μιλοῦν γιά προβλήματα καί γιά καθαρμό τῆς λεχούς ὅπως συνέβαινε στίς ἀντίστοιχες εὐχές τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, β) γιά συγχώρεσή της ὅπως στήν Παλαιά Διαθήκη, γ) δέν ἐκφράζουν χαρά καί ἐνθουσιασμό γιά τή γέννηση ἑνός νέου ἀνθρώπου.
Ἄς δοῦμε μία-μία αὐτές τίς κατηγορίες:
 Άδικη ἤ ἀρνητική κριτική τῶν εὐχῶν γεννήσεως
Ἡ ἀρνητική κριτική γιά τίς εὐχές τῆς γεννήσεως εἶναι κενή φιλολογία. Γιατί μόνο οἱ ἴδιες οἱ γυναῖκες ξέρουν πόσο ἀφόρητες εἶναι οἱ ὠδίνες τοῦ τοκετοῦ, πόσο ἐνοχλητικές εἶναι οἱ ἐπιλόχιες δοκιμασίες καί πόσοι οἱ διαρκῶς ἀναφυόμενοι κίνδυνοι γιά τό νεογέννητο. Μόνο αὐτές αἰσθάνονται, μετά ἀπό τίς ὁριακές περιπέτειες τῆς γεννήσεως τοῦ μωροῦ τους, τήν προσφερόμενη χαρισματική ἀνακούφιση τῶν εὐχῶν τῆς γεννήσεως. Οἱ δοκιμασίες καί οἱ ὄντως ὁριακοί κίνδυνοι δέν ἐπιτρέπουν στή νέα μητέρα τήν πολυτέλεια τῆς κουλτουροπροβληματικῆς πάνω στίς εὐχές, ἀφοῦ καί τόν κίνδυνο ἔχουν βιώσει ὑπαρξιακά καί τήν ἀπολύτρωση καί τήν εὐχαριστία γιά τό αἴσιο γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ νέου ἀνθρώπου. Σταυροαναστάσιμες εἶναι οἱ ἐμπειρίες κάθε καινούργιας μητέρας, ἀνάλογες μέ ἐκεῖνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Ἡ Παναγία μας, ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ ὁποία γέννησε χωρίς ὠδίνες καί ἐπιλόχιες ταλαιπωρίες, δέν διανοήθηκε νά ἀποφύγει τίς εὐχές περί καθαρισμοῦ κτλ. Οὔτε ὁ Συμεών ὁ Θεοδόχος ἀρνήθηκε νά ἐπιτελέσει τόν ἐκκλησιασμό, τό σαραντισμό τῆς Παναγίας μας καί τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ μέ τό σκεπτικό ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Μολονότι τά χέρια τοῦ ὑπερήλικος Συμεών ἦταν σχεδόν παραλελυμένα, παρά ταῦτα ἀπέκτησαν νεανική ἰσχύ γιά νά σηκώσουν τό βρέφος Ἰησοῦ πού ἦταν ὁ Σωτήρας ὅλου του κόσμου, τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἡ ἔννοια τῆς συγχώρησης στίς εὐχές γεννήσεως
Ἀπό εὐχές συγχωρητικές εἶναι γεμάτη ἡ Ἐκκλησία μας. Ὄχι μόνο ἡ Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης αἰσθανόταν τήν ἀνάγκη νά ζητᾶ ἐνοχοποίηση, ἀλλά καί στήν ἐποχή τῆς Χάριτος τῆς Καινῆς Διαθήκης οἱ συγχωρητικές εὐχές βρίσκονται σέ ὅλες τίς ἱερές Ἀκολουθίες. Τό-αἴτημα τῆς συγχωρήσεως εἶναι βαθύ πνευματικό, ψυχολογικό καί ὑπαρξιακό αἴτημα. Ἀγκαλιάζει ὅλο τόν ἄνθρωπο, τόν πανάνθρωπο, ὁ ὁποῖος μέ μικρές διαφοροποιήσεις κατά ἐποχές στή δομή τοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος καί ἔχει βαθειά τήν ἀνάγκη νά ἀποκαταστήσει τίς σχέσεις του μέ τό Θεό διά τῆς συγχωρήσεως καί μετανοίας.
Ἡ χαρά στίς εὐχές γεννήσεως
Ἡ χαρά γιά τήν γέννηση τοῦ νέου ἀνθρώπου εἶναι δεδομένη. Ὅμως καί ὅλο τό ὕφος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως καί τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι ὕφος χαρᾶς ὀντολογικῆς, χαρᾶς χαρισματικῆς καί ὄχι ρηχῆς, συναισθηματικῆς. Ἡ Παλαιά Διαθήκη γνωρίζει ἅ) τό ἀρχικό σχέδιο τοῦ Θεοῦ καί β) τό σχέδιο τό ἐναλλακτικό της οἰκονομίας. Γι’ αὐτό, ἐνῶ θεωρεῖ τή δημιουργία τοῦ νέου ἀνθρώπου ὡς μέγιστο γεγονός πού ἔχει διαχρονικές, ἀσύλληπτες καί αἰώνιες «εἰς αἰώνας αἰώνων» διαστάσεις, ὅμως γνωρίζει καλά ἡ Παλαιά Διαθήκη καί ἀποδέχεται καί ἡ Καινή Διαθήκη, ὅτι ὅλο τό γεγονός τῆς γεννήσεως συνέβη μεταπτωτικά καί ἐπιβαρύνεται ὡς ἑνιαῖο τό ἀνθρώπινο γένος μέ τήν ἔνοχή της παρακοῆς. Αὐτή ἡ ἔνοχη ἀκυρώνεται καί καθαρίζεται μέ τήν ὑπακοή τοῦ ἀνθρώπου στή Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, μέ χαρισματική πνευματική ἔναρξη τά δύο Μυστήρια τοῦ ἱεροῦ Βαπτίσματος καί τοῦ ἁγίου Χρίσματος, πού μόνο στήν Ἁγία Ὀρθοδοξία μᾶς τελοῦνται σωστά, καί θεωρητικά καί πρακτικά. Τά δύο Μυστήρια, Βάπτισμα καί Χρίσμα, ἀντιστοιχοῦν στίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ κατά τόν Ἅγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, γι’ αὐτό καί ἀλληλοπεριχωροῦνται καί ὡς δῶρα χαρίζονται ἀκόμα καί στά ἀρτιγέννητα βρέφη.
Ἑπομένως καί χαρά πνευματική ἐκφράζουν οἱ εὐχές τῆς γεννήσεως καί τοῦ σαραντισμοῦ, ἀλλά καί κάποια λύπη γιά τή μεταπτωτική κατάσταση πού ὅλοι μας κουβαλᾶμε (καί ἡ λεχώνα καί τό ἀρτιγέννητο). Προσπαθοῦμε μέ τά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας νά ἀποβάλουμε τό σῶμα καί τόν ἄνθρωπο τῆς παρακοῆς καί νά χριστοποιηθοῦμε διά τῆς προσωπικῆς μας ἀσκήσεως καί τῶν ἱερῶν Μυστηρίων.
Συνοψίζοντας συμπεραίνουμε ὅτι τό γεγονός τῆς γεννήσεως ἐπιβαρύνθηκε μέ τή μεταπτωτική παρακοή, ἀφοῦ μετά τήν παρακοή καί ἔξω ἀπό τόν Παράδεισο λειτούργησε ἡ σχέση γάμος-σέξ-κυοφορία- τοκετός-γέννηση καί αὐτό οἱ εὐχές ἐκφράζουν ὡς παλαιοδιαθηκική ἐμπειρία. Ὅμως μέ τό Μυστήριο τοῦ γάμου καί μέ τίς εὐχές τῆς γεννήσεως καί τοῦ σαραντισμοῦ πού ἔχουν καί τήν ἐμπειρία τῆς Χάριτος τῆς Κ.Δ. δίνεται τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου πού προέρχεται, ἔστω μέσω τῆς μεταπτωτικῆς λειτουργίας τοῦ γάμου, μέ τήν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας, ἐν ἀναμονή μάλιστα τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος, μέσω τῶν ὁποίων τό νεογέννητο γίνεται καί νεοφώτιστο μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μετέχον πλέον ὡς ζωντανό μέλος στά Ἄχραντα Μυστήρια.
Ἀμφισβήτηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν εὐχῶν τοῦ γάμου
Μία πιό σοβαρή ὑποτίμηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης διαπιστώνουμε στά πορίσματα τοῦ Δ' Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν τῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, τό ὁποῖο ἀσχολήθηκε μέ τά τοῦ γάμου καί τήν ἱερολογία του.
Δέν εἶναι βέβαιά του θέματός μας νά ἀναπτύξουμε τήν ἀμφισβήτηση πού δημιουργοῦν τά πορίσματα τοῦ Συμποσίου στούς ἁπλούς καί μόνο ἀναγνῶστες, ἀφοῦ, ὅπως ἀναφέρθηκε ἀπό κάποιους ἀκαδημαϊκούς καί κληρικούς ὁμιλητές, ἀπό τόν 16ο αἰώνα καί ἐντεῦθεν ὁλοκληρώθηκε ἡ ἱερά Ἀκολουθία ἀρραβῶνος καί γάμου. Στό 8ο ἄρθρο τοῦ Συμποσίου προτείνεται ἡ παράλειψη τῆς τελευταίας εὐχῆς τοῦ ἀρραβῶνος καί οἱ δύο πρῶτες εὐχές τοῦ γάμου. Τό πόρισμα αὐτό προέκυψε ἀπό ἀντίστοιχες εἰσηγήσεις ὁμιλητῶν ἀκαδημαϊκῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι θεώρησαν τίς ὡς ἄνω ἀναφερθεῖσες εὐχές παλαιοδιαθηκικές. Ἡ σύγχρονη νοοτροπία κατ’ αὐτούς δέ συμφωνεῖ μέ τήν παράθεση τῶν μνημονευόμενων πανάρχαιων ζευγαριῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ νοοτροπία τῶν θεολόγων ὁμιλητῶν εἶναι εὐθυγραμμισμένη στήν πράξη μέ τήν νοοτροπία τῶν πολεμίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἀπό ἀφέλεια, εἴτε ἀπό ἄγνοια, εἴτε ἀπό συγκεκριμένη σκοπιμότητα λόγω συνδέσεώς τους μέ διαφόρων εἰδῶν σέκτες ἀρχαιονεοειδωλολατρικοῦ τύπου, θέλουν νά ἐπιβάλουν τήν αἵρεση μέσα στήν Ἐκκλησία καί δή σ’ αὐτό τό μέγα κατά Παῦλο Μυστήριο πού συγκεφαλαιώνει ὅλη τή θεανθρωπολογία τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας μας.
Εἶναι ἐκκλησιολογική αὐτή ἡ νοοτροπία; Ἄν τολμήσουμε νά ἐφαρμόσουμε ἀναγκαστικά τήν παραπάνω πρόταση, δηλαδή τήν ἀπάλειψη τῶν ἐν λόγω εὐχῶν, θά μᾶς κράξει ὁ λαός μας. Μπορεῖ νά μή γνωρίζουν οἱ μελλόνυφοι καί οἱ οἰκεῖοι τους τούς αἰῶνες πού θεσπίστηκαν οἱ παραπάνω εὐχές, ὅμως ἀπό τήν ἐφημεριακή τριακονταετῆ ἐμπειρία μου πιστεύω ὅτι οἱ πιστοί μας, ὡς ὀρθόδοξα πραγματικά βαπτισμένοι καί μυρωμένοι, διαθέτουν κριτήριο λειτουργικό, ἀφοῦ ὁ γάμος ἔχει ἄμεση σχέση μέ τή ζωή τους καί μέ τήν προκοπή τους. Ὡς ζεῦγος καί ὡς δυνάμει οἰκογένεια, ὅσο καί ἄν δέν ἐκκλησιάζονται συχνά, ἔχουν τήν εὐαισθησία οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί νά ξεχωρίζουν μία μίνι ἀκολουθία γάμου ἀπό τήν παραδοσιακή πού τήν ἔχουν χιλιοακουσμένη ἀπό ἄλλους γάμους φίλων καί συγγενῶν.
Ἄλλωστε, γιά νά μιλήσουμε καί θεολογικότερα ἐμεῖς, οἱ μάχιμοι ἐφημέριοι, αἰσθανόμαστε ἀπέραντη χαρά καί κατάνυξη ὅταν ἀναφέρουμε στίς πρῶτες εὐχές τοῦ γάμου τά ζευγάρια τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού εὐλογήθηκαν ἀπό τό Θεό καί πρόκοψε ὁλόκληρη ἡ ζωή τους. Θά γίνουμε καί μεῖς πολέμιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὅπως καί οἱ σημερινοί νεοειδωλολάτρες - τάχα Ἑλληνιστές; Δέν ἐκτιμᾶμε καί μεῖς τήν ἀρχετυπικότητα τοῦ Μυστηρίου τοῦ γάμου πού ἔχει ἁπλωμένες τίς ρίζες του στούς παμπάλαιους αἰῶνες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί φτάνει μέχρι σήμερα; Εἶναι ἐκκλησιολογική νοοτροπία τό νά ἀφαιρέσουμε τίς εὐχές αὐτές, ἐπειδή πρωτοεμφανίστηκαν τό 14οαιώνα; Εἶναι λίγοι οἱ αἰῶνες ἀποδοχῆς τῶν εὐχῶν ἀπό ἑκατομμύρια πιστῶν πού εὐλογήθηκαν ὅπως ὁ Ἀβραάμ καί ἡ Σάρρα καί μεγαλούργησαν;
Εἶναι δυνατόν νά κάνουμε ὑπακοή σέ κάποιους ποῦ θέλουν τήν ἀλλοίωση τοῦ τόσο χαρισματικοῦ Μυστηρίου μέ τό «ἔτσι θέλω»; Ἔχουμε τελέσει χιλιάδες γάμους στήν πολυάνθρωπη ἐνορία μας (ὅπως καί χιλιάδες ἄλλοι Ἱερεῖς φυσικά ἔχουν εὐλογήσει χιλιάδες γάμους σ’ ὅλες τίς μικρές καί μεγάλες ἐνορίες τους). Οὔτε ἕνα ζεῦγος ποτέ μά ποτέ δέ δυσανασχέτησε γιά καμιά μά καμιά εὐχή τοῦ γάμου. Εἶναι λειτουργική ἀνανέωση ἤ ἀναγέννηση νά πάει κανείς κόντρα στό λαό; Πολλές φορές οἱ πιστοί στεναχωριοῦνται καί μᾶς κατηγοροῦν ὅταν συντομεύουμε τό χρόνο τοῦ γάμου καί κόβουμε (ἀναγιγνώσκουμε μυστικά) τήν τελευταία εὐχή τοῦ ἀρραβῶνος καί τήν πρώτη μεγάλη εὐχή τοῦ γάμου. Φαντασθεῖτε τί θά γίνει στό χριστεπώνυμο πλήρωμά μας, ἄν κόψουμε καί τή δεύτερη θεμελιώδη εὐχή τοῦ γάμου! Πιστεύω ὅτι οὔτε καί οἱ ἀνανεωτές θά ἀντέξουν τίς ἀντιδράσεις τοῦ λαοῦ μας, ἄν δικτατορικά προβοῦν στίς ἀνανεώσεις τους.
Ἀξία τῶν Τυπικῶν της θ. Λειτουργίας 
Ὑποτιμᾶμε βάναυσα τήν Παλαιά Διαθήκη ὅταν ἀπό τή θεία Λειτουργία, πού εἶναι ἡ ἀποκορύφωση ὅλων τῶν Ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί προσευχῶν, ἐξοβελίζουμε τήν Παλαιά Διαθήκη. Οἱ δύο ψαλμοί 102οςκαι 145οςπου ψάλωνται ὁλόκληροι στήν ἀρχή τῆς θείας Λειτουργίας, οἱ ὁποῖοι ὀνομάζονται καί Τυπικά, φέρνουν ὅλον τό χριστοποιούμενο, κόσμο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέσα στό χῶρο τῆς Μίας Ἁγίας Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μέ τό θάνατό Του καί τήν Ἀνάστασή Του γεφύρωσε τό χάσμα μεταξύ Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης καί τῶν ἀντιστοίχων κόσμων τους. Ἑνιαία ἡ Ἐκκλησία τῶν τέκνων τοῦ Χριστοῦ τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης μέσω τῶν δύο παραπάνω ψαλμῶν ἐκφράζει τήν ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη τῶν πιστῶν γιά τίς ἄπειρες εὐεργεσίες τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ. Ἀπίστευτη καί μοναδική λαμπρότητα δίνει ἡ παρουσία τῶν Τυπικῶν στή θεία Λειτουργία, πού ὅταν παραλείπονται χάνει πραγματικά τό ἐκκλησίασμα μία τόσο δυνατή εὐκαιρία δοξολογίας πρός τόν Πατέρα, τόν Υἱό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό χορηγό πάσης χαρᾶς, εὐλογίας, δημιουργίας καί αἰώνιας ζωῆς.
Κοσμικότητα χωρίς Παλαιά Διαθήκη 
Ὅταν ἀφήνουμε τήν ψυχή μᾶς πεινασμένη καί διψασμένη ἀπό τό ζωντανό καί χαρισματικό λόγο τοῦ Θεοῦ, τό λόγο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἕνα πολύ εὐρύχωρο ἀγωγό της θείας Χάριτος, δέν παραχωροῦμε δικαιώματα στό κοσμικό πνεῦμα καί στό κοσμικό φρόνημα;
Ἄν ὡς ἄτομα θρησκευόμενα καί ὡς σύνολο θρησκευόμενο εἴχαμε σταθεροποιήσει μία ὀρθόδοξη αὐθεντική πνευματικότητα, θά ἐπιθυμούσαμε νά ἀποκτήσουμε μερίδιο κοσμικῆς δόξης, μετέχοντας κενόδοξα στούς ἀναβιώνοντες τήν νεοεποχίτικη ἀρχαιοελληνική εἰδωλολατρία ἐπικείμενους Ὀλυμπιακούς ἀγῶνες; Ἄν πράγματι εἶχε διαφωτίσει τό νοῦ μας καί τήν ψυχή μας ἡ ἄκτιστη Χάρη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, δέν θά ἐπιδιώκαμε μέ ἔνθερμο προφητικό καί ἀποστολικό ζῆλο νά τελεσθεῖ ὁ ὀρθόδοξος ἐγκαινιαστικός Ἁγιασμός στήν ἔναρξη τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων; Πληροφορούμαστε ὅτι διστάζουν ἤ ντρέπονται oι ὑπεύθυνοι Ἐκκλησιαστικοί νά προτείνουν κάτι τέτοιο, μήπως θεωρηθοῦν ἀναχρονιστές. Μακάρι ἡ πληροφορία μας νά εἶναι ἐντελῶς ψευδής. Γιατί, τέλος, νά ἔχουμε τόσο ἄγχος νά μαζέψουμε ἐθελοντές, ἀφοῦ οἱ πάντες γνωρίζουν τά τεράστια διακινούμενα καί διαπλεκόμενα οἰκονομικά ὀφέλη στούς ἐπιτήδειούς του ἐθελοντισμοῦ καί καθόλου στούς ἐθελοντές; Δέν προκαλεῖται ἔτσι τό φιλότιμο καί ἡ νοημοσύνη τοῦ ἔχοντος κοινό νοῦ νεοέλληνα;
Ἀντί ἐπιλόγου
Ἐπιτρέψατέ μου, ἀντί ἐπιλόγου, μία προσωπική δημόσια ἐξομολόγηση καί ἐμπειρία ἄμεσα σχετιζόμενη μέ τά προαναφερθέντα.
Πολλοί ἀπό σᾶς γνωρίζετε ἴσως τήν οἰκογενειακή μου, οἰκονομία Χριστοῦ, περιπέτεια. Τά σαρκικά μου παιδιά σέ ἡλικίες 1, 3, 5 καί 6 ἐτῶν ἔμειναν ὀρφανά ἀπό τή μητέρα. Εὔκολα ἀντιλαμβάνεσθε τή σωρεία τῶν ἐπιγενόμενων προβλημάτων. Τά πιό ὀδυνηρά ἦταν τά ψυχολογικά, πού φαίνονταν γιά χρόνια λίαν ἀδυσώπητα καί ἀξεπέραστα.
Σ’ αὐτήν τήν καταιγίδα μπλέχτηκε καί ἡ γιαγιά, ἡ μητέρα τῆς μητέρας. Ἄνθρωπος ὀλίγων γραμμάτων, τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου, μέ γεμάτη ὅμως τήν πνευματική της φαρέτρα ἀπό τόν πλοῦτο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τόν ὁποῖο παλαιοδιαθηκικό πλοῦτο εἶχε φιλόπονα καταθέσει στήν ψυχή τῆς γιαγιᾶς ὁ ἄριστος, ταπεινός καί διδακτικότατος πνευματικός της πατέρας. Ἡ γιαγιά κάθε βράδυ διηγεῖτο ἀπό στήθους διάφορες ἱστορίες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τῆς ὁποίας τό περιεχόμενο κατεῖχε ὅσο ἐλάχιστοι θεολόγοι, ἐνίοτε δέ καί κάποιες Ἱστορίες τῆς Καινῆς. Ὅταν τά παιδιά ἔκλειναν τά μάτια τους, ἡ γιαγιά κουρασμένη ἀπό τόν κόπο τῆς ἡμέρας, σταματοῦσε τήν συναρπαστική της διήγηση. Τά παιδιά, ἐνῶ εἶχαν μισοκοιμηθεῖ, πετάγονταν καί τῆς ζητοῦσαν νά συνεχίσει. Ἡ γιαγιά συνέχιζε ἐπί χρόνια νά προσφέρει ἀπό τήν ἀνεξάντλητη μνήμη της καί νά ξετυλίγει τούς θησαυρούς τῆς χάριτος στίς τρυφερές ψυχές τῶν τραυματισμένων παιδιῶν. Ἡ Παλαιά Διαθήκη, διαπιστώσαμε ὅλοι οἱ γύρω συγγενεῖς κάποια στιγμή, εἶχε γίνει βάλσαμο θείας παρηγοριᾶς, φάρμακο καί τελική ὁριστική ἴαση.
Δέν εἶναι ἐγκληματικό, ἐγκληματικότατο νά ἐγκαταλείπουμε ἐμεῖς σήμερα τά παιδιά μας καί τά ἐγγόνια μας καί ὅλη τήν ἐπερχόμενη νέα γενιά στά νύχια καί στά δόντια τοῦ νοητοῦ δράκοντος, πού μέσα στά σπίτια καί σ’ ὅλη γενικά τήν κοινωνία φέρνει ἡ τηλεόραση, πού ὅλο καί περισσότερο ἀπειλητικά ἁπλώνει τά πλοκάμια της ὡς πανίσχυρος ἄμβωνας τῆς Νέας Ἐποχῆς;
Δέν εἶναι ἔγκλημα νά περιθωριοποιοῦμε εἴτε θεσμικά εἴτε ἀνεπίσημα, σκόπιμα, ἤ ἀπό ἀμέλεια, ἄμεσα ἤ ἔμμεσα, ὅπως παραπάνω ἀναπτύξαμε, τούς θησαυρούς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐνῶ κατορθώματα, ἐνῶ θαύματα, μποροῦμε νά ἐπιτελέσουμε μέ τήν ἄκτιστη Χάρη της;

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Γιατί ανάβουμε κερί και τι συμβολίζει αυτό;







Όλα τα πράγματα που βρίσκονται εντός της Εκκλησίας έχουν και το συμβολισμό τους.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά: «Πάσα τελετή και παν επί μέρους στοιχείον αυτής, και το πλέον έτι φαινομενικώς μικρόν και ασήμαντον είναι σύμβολον και εγκρύπτει την υπέρ λόγον αλήθειαν, την οποίαν συμβολίζει, και ως εκ τούτου έχει δύναμιν και λόγους και σημασίαν».

Ένα από αυτά τα σύμβολα είναι και το κερί – λαμπάδα.

Είναι γνωστό πως οι πρώτοι χριστιανοί χρησιμοποιούσαν το κερί ως μέσο φωτισμού στις συνάξεις τους.
Όταν τον 4ο αιώνα ο Μ. Κωνσταντίνος παύει τούς διωγμούς εναντίον των χριστιανών, έχουμε και την ανέγερση Ναών όπου η Εκκλησία για να διασώσει ένα τμήμα από την ύπαρξή της εντάσσει στη λατρεία το κερί στο οποίο αποδίδει τούς εξής συμβολισμούς:

1) Το προσφερόμενο κερί μας υπενθυμίζει την εσωτερική μας μεταμόρφωση την οποία πρέπει να επιδιώκουμε.

2) Το άναμμα του κεριού μας παρακινεί να ζητήσουμε από τον Θεό τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος

3) Η φλόγα του κεριού μας υπενθυμίζει ότι πρέπει να γίνομε φλογεροί ποιητές της πίστεώς μας, της αγάπης, της ειρήνης και της ανεξικακίας.

Το κερί επίσης να υπενθυμίσουμε πως το συναντάμε σε όλα τα μυστήρια της Εκκλησίας και κάθε φορά με διαφορετικό συμβολισμό.

Στην Θεία Ευχαριστία, συμβολίζει το φως του Χριστού που δια του Ευαγγελίου λάμπει στις ψυχές μας.

Στο Άγιο Βάπτισμα, έχομε την αναμμένη λαμπάδα που συμβολίζει ότι το νεοφώτιστο πρέπει να βλέπει τα καλά έργα και να δοξάζει τον Θεό. «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των άνθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσουσιν τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς».

Στο Μυστήριο του Γάμου, το άναμμα των λευκών λαμπάδων συμβολίζει την αγνότητα των ψυχών των νεόνυμφων.

Επίσης το κερί το συναντάμε και στα μνημόσυνα, το οποίο συμβολίζει την παράκλησή μας υπέρ των κοιμωμένων. Να τούς αναπαύει ο Κύριος εν τόπο φωτεινό.

Απ' όλα αυτά καταλαβαίνομε ότι το άναμμα του κεριού δεν είναι απλώς μια τυπική, αλλά μια σπουδαία πράξη στην οποία πρέπει να δώσουμε το ενδιαφέρον που της αξίζει.


ΠΗΓΗ



Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Γέροντας Παΐσιος: «Για τίποτε να μην έχετε άγχος...»


Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι. Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχη μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήση και να πλανήση τον άνθρωπο. Τον ευαίσθητο λ.χ. τον κάνει υπερευαίσθητο. Όταν έχης διάθεση να κάνης μετάνοιες, σπρώχνει και ο διάβολος να κάνης περισσότερες από την αντοχή σου και, αν οι δυνάμεις σου είναι περιορισμένες, δημιουργείται μια νευρικότητα, γιατί δεν τα βγάζεις πέρα, και στην συνέχεια σου δημιουργεί άγχος με ελαφρά απελπισία κατ’ αρχάς και μετά συνεχίζει… Θυμάμαι, όταν ήμουν αρχάριος μοναχός, ένα διάστημα, μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, μου έλεγε ο πειρασμός: “Κοιμάσαι; Σήκω! Τόσοι άνθρωποι υποφέρουν, τόσοι έχουν ανάγκη…” Σηκωνόμουν και έκανα μετάνοιες, ό,τι μπορούσα. Μόλις έπεφτα να κοιμηθώ, άρχιζε ξανά: “Οι άλλοι υποφέρουν κι εσύ κοιμάσαι; Σήκω!” Σηκωνόμουν πάλι. Μέχρι που έφθασα να πω: “Αχ, να μου κόβονταν τα πόδια, τι καλά! Θα ήμουν τότε δικαιολογημένος, αφού δεν θα μπορούσα να κάνω μετάνοιες”. Μια Μεγάλη Σαρακοστή την έβγαλα με το ζόρι, γιατί πήγαινα να στριμώξω τον εαυτό μου περισσότερο από την αντοχή μου.

Όταν νιώθουμε στον αγώνα μας άγχος, να ξέρουμε ότι δεν κινούμαστε στον χώρο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι τύραννος να μας πνίγη.


ΠΗΓΗ

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Διαπροσωπικὲς σχέσεις Άγιος Πορφύριος



Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν.
Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή.
Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό.
 Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ».
 «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως.
 Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.
Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Κοντὰ στὸν Γέροντα Πορφύριο”


ΠΗΓΗ




Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη:

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958
Μὲ ἔθελγε αὐτὴ ἡ ζωή, ὅπως τὴν δίδασκε καὶ τὴν βίωνε ὁ Γέροντας, καὶ προσπαθοῦσα νὰ τὴν πλησιάσω. Μετὰ ἀπὸ κάθε ἀποκάλυψή του, ὅμως, διαπίστωνα πόσο μακριά της βρισκόμουν. Ἀπωθημένες τραυματικὲς ἐμπειρίες μου, ἐξ αἰτίας ἀδικιῶν ποὺ εἶχα, κατὰ καιρούς, ὑποστεῖ, μὲ ἐπηρέαζαν ἀρνητικὰ καὶ ἤμουν ἀνυποψίαστος γι᾿ αὐτό. Νόμιζα, ὅτι τὶς εἶχα ξεπεράσει, ἀλλὰ ἔμενε μιὰ κρυφὴ μνησικακία, ἐντελῶς ἀθέατη ἐξωτερικὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ ἐπικίνδυνη. Ἔμοιαζε μὲ δικαιολογημένο παράπονο, πικρία, δυσαρέσκεια, ποὺ, γιὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, ἔμενε στὴ σιωπή. Τὸ πατερικὸ «ἀγάπησον τὸν ἁμαρτωλόν, μίσησον δὲ τὴν ἁμαρτίαν αὐτοῦ» διαστρεβλωνόταν μέσα μου, ἀνεπίγνωστα, καὶ ἡ ἀποστροφή μου γιὰ τὴν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου ἀπειλοῦσε νὰ ἐπεκταθεῖ καὶ στὸν ἁμαρτωλό. Ὁ Γέροντας ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνο καὶ μοῦ ἔδωσε τὸ σχετικὸ φάρμακο, μὲ μιὰ ἁπλὴ ἱστορία, ὅπως συνήθιζε, ἀλλὰ παραβολικὴ καὶ βαθυστόχαστη: Νὰ συμπαθεῖς τὸν ἄνθρωπο, τὸν πληγωμένο ἀπὸ τὸν κακοποιό. «Ἂν κάποια μέρα», ἄρχισε νὰ μοῦ λέει, «περπατᾶς ἥσυχος στὸ δρόμο σου καὶ ἰδεῖς τὸν ἀδελφό σου νὰ προπορεύεται κι᾿ αὐτὸς ἥσυχα, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ ἀντικρύσεις ἕναν κακὸ ἄνθρωπο, νὰ πετάγεται ξαφνικὰ ἀπὸ μιὰ πάροδο καὶ μὲ ἕνα μαχαίρι νὰ ὁρμᾶ κατεπάνω στὸν ἀδελφό σου, νὰ τὸν κτυπᾶ, νὰ τοῦ τραβᾶ τὰ μαλλιά, νὰ τὸν πληγώνει καὶ νὰ τὸν ρίχνει κάτω ματωμένο, ἐσύ, μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα, θὰ ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου ἢ θὰ τὸν λυπηθεῖς;» Παραξενεύθηκα μὲ τὴν ἐρώτηση τοῦ Γέροντα καὶ τὸν ρώτησα κι᾿ ἐγὼ μὲ τὴ σειρά μου: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργισθῶ ἐναντίον τοῦ πληγωμένου ἀδελφοῦ μου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ κακοποιοῦ; Οὔτε κὰν πέρασε ἀπὸ τὸ νοῦ μου τέτοια σκέψη. Ἀσφαλῶς καὶ θὰ λυπηθῶ καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸν βοηθήσω ὅσο μπορῶ». «Ἔ, λοιπὸν» συνέχισε ὁ Γέροντας, «κάθε ἄνθρωπος, ποὺ σὲ προσβάλλει, ποὺ σὲ βλάπτει, ποὺ σὲ συκοφαντεῖ, ποὺ σὲ ἀδικεῖ μὲ ὁποιοδήποτε τρόπο, εἶναι ἕνας ἀδελφός σου, ποὺ ἔπεσε στὰ χέρια τὸν κακοποιοῦ διαβόλου. Ἐσύ, ὅταν ἀντικρύσεις τὸν ἀδελφό σου νὰ σὲ ἀδικεῖ, τί πρέπει νὰ κάνεις; Πρέπει νὰ τὸν λυπηθεῖς πολύ, νὰ τὸν συμπονέσεις καὶ νὰ παρακαλέσεις θερμὰ καὶ σιωπηλὰ τὸν Θεό, νὰ στηρίξει ἐσένα, στὴν δύσκολη αὐτὴ ὥρα τῆς δοκιμασίας σου καὶ νὰ ἐλεήσει καὶ τὸν ἀδελφό σου, ποὺ ἔπεσε θύμα τοῦ ληστοῦ διαβόλου κι᾿ ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει κι᾿ ἐσένα καὶ τὸν ἀδελφό σου. Διότι, ἂν δὲν τὸ κάνεις αὐτό, ἄν, ἀντιθέτως, ὀργισθεῖς ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἀντιτάσσοντας στὴν ἐπίθεσή του ἀντεπίθεσή σου, τότε ὁ διάβολος, ποὺ βρίσκεται στὸ σβέρκο τοῦ ἀδελφοῦ σου, πηδάει καὶ στὸ δικό σου σβέρκο καὶ σᾶς χορεύει καὶ τοὺς δύο». Ἔμεινα ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν παραστατικότητα καὶ ἀμεσότητα τοῦ παραδείγματος. Γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, ὁ Γέροντας μὲ ἔπιανε στὴν πράξη «ἀδιάβαστο», ἐνῶ ἄλλοι μὲ θεωροῦσαν διαβασμένο σὲ θρησκευτικὰ θέματα… Ὁ συμβολισμὸς ἦταν ὁλοφάνερος: Οἱ ἄνθρωποι ποὺ μὲ ἀδίκησαν εἶχαν πέσει θύματα τοῦ κακοποιοῦ διαβόλου, ἀλλὰ ἐγὼ ἔβλεπα τὴ φυσικὴ καὶ ὄχι τὴν πνευματικὴ εἰκόνα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀγανακτῶ ἐναντίον τους καὶ ὁ διάβολος ποὺ βρισκόταν στὸ σβέρκο τους νὰ πηδήσει καὶ στὸ δικό μου σβέρκο κι᾿ ἔτσι ὅλοι, θύμα καὶ νομιζόμενοι θύτες, νὰ σέρνουμε τὸ δαιμονικὸ χορό, ὁμαδικῶς καὶ ἀνεπιγνώστως. Ἀλλὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Γέροντα εἶχε ἐφαρμογὴ γιὰ ὅλες τὶς διαπροσωπικές μου σχέσεις. Μποροῦσε νὰ λειτουργεῖ σὰν γενικὸς πνευματικὸς κανόνας. Δὲν ὑπῆρξε ἡμέρα, ποὺ νὰ μὴ τὸ θυμηθῶ, καθὼς ὁ δαιμονικὸς αὐτὸς χορός, σὰν ἀπειλὴ ἢ σὰν πραγματικότητα, πρόβαλλε κάθε τόσο μπροστά μου. Ζωντας σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἐπιθετικότητος κάθε μορφῆς, ἀπὸ τῆς πιὸ ἐκλεπτυσμένης μέχρι τῆς πιὸ βάναυσης, αἰσθανόμουν ὅτι τὸ μήνυμα τοῦ Γέροντα ἀποκτοῦσε ἄμεση καὶ ἀφυπνιστικὴ ἐπικαιρότητα. Γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ χρειαζόταν διάκριση καὶ συναγερμὸς προσευχῆς.

Άγιος Πορφύριος http://www.porphyrios.net/?p=6958

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Κυριακὴ των Πατέρων της Ζ΄ Οἰκουμενικής Συνόδου


Ἀπάντησι στοὺς κατηγόρους τῶν ἱερών κανόνων.





(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Ἐάν, ἀγαπητοί μου, ἐγκύψῃ κανεὶς στὴ μελέτη τῶν ἱερῶν κανόνων ὅπως τοὺς ἑρμηνεύουν σοφοὶ κανονολόγοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ μάλιστα ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἐὰν πρὸ παντὸς πιστεύῃ ὅτι οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶνε ἀποφάσεις ὄχι ἑνὸς ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἢ κάποιας βουλῆς ἀλλὰ ἱερῶν ἀνδρῶν ποὺ συνέρχονται καὶ συσκέπτονται ἐν ἁγίῳ Πνεύματι, τότε θὰ τοὺς βλέπῃ μὲ διαφορετικὸ βλέμμα. Θὰ βλέπῃ τὸ βάθος τῆς πατερικῆς σκέψεως καὶ ὄχι τὴν ἐπιφάνεια, τὸ πνεῦμα καὶ ὄχι τὸ γράμμα. «Τὸ γράμμα ἀποκτέννει, τὸ δὲ πνεῦμα ζωοποιεῖ»(Β΄ Κορ. 3,6). Ἡ οὐσία, ποὺ περικλείεται στὰ σχήματα τῶν ἱερῶν κανόνων, ἔχει αἰώνια ἀξία. Μερικοί, γιὰ νὰ ἐξευτελίσουν καὶ διακωμῳδήσουν τοὺς ἱεροὺς κανόνες, ἀναφέρονται σὲ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ θίγουν διάφορα ζητήμα τα ἠθικῆς τάξεως καὶ ὠχυρωμένοι πίσωἀπὸ τὸ γράμμα τους ἰσχυρίζονται ὅτι οἱ κανόνες δὲν ἔχουν πλέον θέσι στὴ σύγχρονη ζωή.

Ἐμεῖς τοὺς ἀπαντοῦμε τὰ ἑξῆς.


1. Λένε ὅτι οἱ κανόνες, ἀφοῦ θεσπίσθηκαν πρὸ 1.200 - 1.600 ἐτῶν, εἶνε παμπάλαιοι . Λησμονοῦν ὅμως ὅτι μερικὰ πράγματα δὲν παλιώνουν. Παράδειγμα ὁ ἥλιος, ποὺ παρὰ τὴν ἡλικία του εἶνε γιὰ ὅλους ἀπολύτως ἀπαραίτητος. Μπορεῖ νὰ καταργηθῇ ὁ ἥλιος;Ἀλλ᾽ ὅ,τι εἶνε γιὰ τὸ ὑλικὸ σύμπαν ὁ ἥλιος,εἶνε γιὰ τὸ πνευματικὸ σύμπαν ὁ ἠθικὸς νόμος, τὰ ἀθάνατα ῥήματα τοῦ Ναζωραίου στὸ Εὐαγγέλιο· εἶνε τὸ φῶς , πρὸς τὸ ὁποῖο σπεύ-δουν οἱ ψυχὲς ποὺ ζητοῦν τὴν ἀλήθεια. «Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς» φωνάζει ὁ προφήτης Ἠσαΐας (26,9) . Ὅσοι αἰῶνες κι ἂν περάσουν καὶ ὅσες μεταβολὲς κι ἂν γίνουν, ὁ εὐαγγελικὸς νόμος θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἰσχύῃ. Ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως ἔλεγε ὁ Τερτυλλιανός, εἶνε φύσει χριστιανική.Καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες εἶνε οἱ ἀκτῖνες τοῦ πνευματικοῦ ἡλίου, ποὺ κατεβαίνουν μέχρι τὶς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας πρὸς καθαγιασμὸν καὶ διαθλῶνται στὰ χρώματα τῶν ποικίλων ἀρετῶν. Φωτεινὲς ἀκτῖνες οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἀπαύγασμα τοῦ ἥλιου τοῦ Εὐαγγελίου.


Ὁποιονδήποτε κανόνα καὶ ἂν ἐξετάσῃς, θὰ δῇς ὅτι δὲν εἶνε αὐθύπαρκτος ἀλλὰ στηρίζεται σὲ κάποιο θεόπνευστο λόγο τῆς ἁγίας Γραφῆς, τὸν ὁποῖο θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ σὲ ὡρισμένη περίπτωσι τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.Ὁ ἥλιος δὲν μεταβάλλεται· καὶ ἡ ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου, ὅπως ἐκφράζεται στοὺς ἱεροὺς κανόνες, δὲν μεταβάλλεται. Παραμένει ἡ ἴδια, ὅσες χιλιάδες χρόνια κι ἂν περάσουν. Τὸ εἶπε ὁ Κύριος· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσον- ται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35).


2. Οἱ ἱεροὶ κανόνες, λένε, εἶνε ὄχι μόνο παμπάλαιοι ἀλλὰ καὶ ἀνεφάρμοστοι . Ἀνεφάρμοστη λοιπὸν ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ ποὺ εἰσηγοῦνται οἱ κανόνες; ἀνεφάρμοστη ἡ νηστεία, ὁ τακτικὸς ἐκκλησισμός, ἡ ἐξομολόγησις, ἡ παρθενικὴ ζωή, ἡ μονογαμία καὶ τὸ ἰσόβιο τοῦ γάμου, ἡ ἀφιλαργυρία καὶ ἡ ἀκτημοσύνη;…Ὄχι! Ἐφ᾽ ὅσον καὶ ἕνας ἄνθρωπος πάνω στὴγῆ θὰ ἐφαρμόζῃ στὴ ζωή του τὶς ἐντολὲς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, φτάνει αὐτὸς γιὰ ν᾽ ἀποδείξῃὅτι ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ δὲν εἶνε ἀνεφάρμοστη. Γιατὶ ὅσα πράττει ἕνας, μποροῦν νὰ πράξουν καὶ οἱ πολλοί, ἀφοῦ εἶνε τῆς ἴδιας φύσεως. Ἂν τώρα πολλοὶ δὲν θέλουν νὰ συμμορφωθοῦν μὲ τὰ παραγγέλματα τῶν ἱερῶν κανόνων, αἰτία δὲν εἶνε οἱ κανόνες ἀλλὰ ἡ θέλησί τους ποὺ δὲν ὑποτάσσεται στὸ θεῖο θέλημα. Ὑπάρχουν φάρμακα γιὰ ῥιζικὴ θεραπεία· ἀλλ᾽ ἐὰν ὁ ἄρρωστος παρὰ τὶς συστάσεις τοῦ γιατροῦ δὲν θέλῃ νὰ τὰ πάρῃ καὶ πεθαίνῃ, αἴτιος τοῦ θανάτου δὲν εἶνε ὁ γιατρὸς ἀλλὰ ὁ ἄρρωστος.Δὲν συμφωνοῦμε μ᾽ ἐκείνους ποὺ λένε ὅτι, ἐπειδὴ ἡ κοινωνία ἐξελίσσεται καὶ ἀλλάζει,πρέπει καὶ ἡ Ἐκκλησία χάριν τῶν πολλῶν νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὶς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν καὶνὰ καταργήσῃ τοὺς ἱεροὺς κανόνες. Ἂς ἀκούσουν τὰ αἰώνια λόγια ποὺ εἶπε ὁ Κύριος· «Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης · ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμε- νοι δι᾽ αὐτῆς. τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν!» (Ματθ. 7,13-14) .


Ἂν ἀρχίσῃ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ νὰ παρακολουθῇ τὸ ῥεῦμα τοῦ κόσμου, θὰ γίνῃ ἀγνώριστη . Ἂν π.χ. αὔριο ὁ κόσμος νομιμοποιήσῃ τὴν ὁμοφυλοφιλία καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ γάμο τῶν ὁμοφυλοφίλων, τί, πρέπει καὶ ἡ Ἐκκλησία μὲ τοὺς ἱερεῖς της νὰ ἐπευλογήσῃ τὸν καταραμένο αὐτὸ δεσμό; Κι ἂν ἀκόμη ὅλη ἡ κοινωνία καταντήσῃ Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ οἱ πιστοὶ μείνουν λίγοι, ἡ Ἐκκλησία δὲν θὰ ὑποχωρήσῃ.


Θὰ παραμείνῃ στὶς θέσεις της ἀνυποχώρητη.Θὰ μείνῃ δηλαδὴ ἀσυγχρόνιστη σὲ ζητήματα ἀρχῶν ἠθικῆς· καὶ δείχνοντας σταθερὰ τὸν κατάστερο οὐρανὸ τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν θὰ προσφέρῃ τὴν ὑψίστη ὑπηρεσία στὴν ἀνθρωπότητα ποὺ κινδυνεύῃ νὰ ταφῇ στὴ διαφθορά.


3. Ὑπάρχουν ὅμως, μᾶς λένε, καὶ μερικοὶ κανόνες ποὺ ἔχουν περιστατικὸ χαρακτῆρα , γιατὶ ἀναφέρονται σὲ ζητήματα ποὺ τάραξαν κάποτε τὴν Ἐκκλησία… Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὡρισμένες αἱρετικὲς διδασκαλίες καὶ πλάνες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἐλήφθησαν εἰδικὰ μέτρα καὶ συνεστήθη σαν εἰδικὰ φάρμακα, ἐξέλιπαν, τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα φάρμακα χάνουν τὴν ἀξία τους; Ὄχι. Θὰ φυλαχθοῦν στὸ φαρμακεῖο τῆς Ἐκκλησίας καί, ἄν τυχὸν παρουσιασθοῦν παρόμοιες περιπτώσεις ψυχικῶν ἀσθενειῶν, θὰ τεθοῦν καὶ πάλι σὲ χρῆσι. Ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερο ἐδῶ εἶνε τὸ ἑξῆς· ποιός εἶνε ἐκεῖνος ποὺ θὰ χαρακτηρίσῃ ἕνα κανόνα ὡς περιστατικὸ ἢ θὰ θεσπίσῃ νέους κανόνες ποὺ πάντως δὲν θὰ εἶνε ἀντίθετοι μὲ τὸ πνεῦμα τῶν προγενεστέρων ἱερῶν κανόνων;


Ὄχι βέβαια ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα ὀρθολογιστὴς ἢἄπιστος, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σὲ ἅγιες τοπικὲς ἢ οἰκουμενικὲς Συνόδους. Φοβοῦνται τέλος οἱ κατήγοροι ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ κύρους τῶν κανόνων θὰ ἐνισχύσῃ τοὺς «ζηλωτὰς» νὰ ἐπιβάλουν μία κοινωνία μεσαιωνική. Μπράβο τους, διέγνωσαν τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχει ὁ τόπος μας! Ἀλλὰ οἱ«ζηλωταί», γιὰ τοὺς ὁποίους μιλοῦν τόσο περιφρονητικά, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν πίστι τους στὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, κανένα ἄλλο ὅπλο δὲν ἔχουν.


Οὔτε τάνκς οὔτε ἀεροπλάνα γιὰ ν᾽ ἀνατρέψουν καθεστῶτα. Τέτοια ὅπλα ἄλλοι διαθέτουν. Οἱπιστοὶ δὲν γίνονται βίαιοι ἀνατροπεῖς. Μάρτυρες καὶ ὁμολογηταὶ ναί, ἀνατροπεῖς διὰ τῆς βίας ὄχι. Ὅσες φορὲς ἐμφανίσθηκαν οἱ σπάνιοι αὐτοὶ ἄνδρες ποὺ ποθοῦν τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ, διώχθηκαν, ἐξευτελίσθηκαν, ἐξουδενώθηκαν καὶ βρῆκαν μαρτυρικὸ θάνατο ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ καίσαρος. Ὁ κόσμος θέλει ἕνα χριστιανισμὸ μέτριο καὶ χλιαρό. Ὄχι, κύριοι!


Ὁ Χριστιανισμὸς ἔχει ὑψηλοὺς στόχους. Μὲτὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἱερῶν κανόνων, ἡ κοινωνία μας θὰ γίνῃ κράτος Θεοῦ, ἀληθινὴ ἀποικία ἀγγέλων· ἐνῷ μὲ τὴν καταπάτησι καὶ περιφρόνησί τους κινδυνεύει νὰ γίνῃ κοινωνία ἀμοραλιστῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν προφητείατοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ θὰ ζοῦν σὰν ἀχαλίνωτα ζῷα κι ἀκόμη χειρότερα.


Οἱ ἱεροὶ κανόνες, ἀγαπητοί μου, εἶνε φωτεινοὶ δεῖκτες στὴν πορεία πρὸς τὰ ἄνω. Εἶνε χαλινάρια στὶς κτηνώδεις ὀρέξεις τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε πηδάλιο σὲ ἄγρια θάλασσα. Εἶνε, γιὰ νὰ φέρουμε ἁγιογραφικὴ εἰκόνα, ὁ φράχτης ποὺ ἔβαλε ὁ Κύριος γύρω ἀπὸ τὸ θεοφύτευτο Ἀμπέλι του (Ματθ. 21,33. Μᾶρκ. 12,1) , γιὰ νὰ μὴν εἰσβάλλουν σ᾽ αὐτὸ ἄγρια ζῷα, ἀλεποῦδες καὶ «μονιοί » (δηλαδὴ ἀγριόχοιροι· Ψαλμ. 79,13) , καὶ τρῶνε τοὺς καρποὺς καὶ ξεπατώνουν τὶς ῥίζες. Οἱ ἱεροὶ κανόνες ἢ νόμοι τῆς Ἐκκλησίας εἶνε, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε καὶ τὴν προγονική μας σοφία, σὰν τὰ ἰσχυρὰ τείχη τῶν πόλεων, ἐπάνω στὰ ὁποῖα στέκονται οἱ γενναῖοι ὑπερασπισταὶ καὶ ἀποκρούουν τὶς ἐπιθέσεις τῶν βαρβάρων. Χωρὶς τείχη οἱ ἀρχαῖες πόλεις ἦταν εὐάλωτες· ἀλλὰ καὶ χωρὶς σταθεροὺς νόμους οἱ κοινωνίες πέφτουν καὶ διαλύονται. Καὶ ποιοί ἄλλοι νόμοι εἶνε φωτεινότεροι, ὡραιότεροι, εὐεργετικώτεροι, τελειότεροι ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες τῶν ἁγίων οἰκουμενικῶν καὶ τοπικῶν Συνόδων;Νά, ἀγαπητοί μου, ἡ ῥιζικὴ ἀντίθεσι καὶ διαφωνία μας μὲ τοὺς περιφρονητὰς τῶν ἱερῶν κανόνων. Δὲν ἀγωνιζόμεθα γιὰ κάποιες ἐπουσιώδεις λεπτομέρειες, ἀλλὰ γιὰ ἱεροὺς κανόνες. Καὶ δηλώνουμε, ὅτι γιὰ τὸ κῦρος τῶν ἱερῶν κανόνων θ᾽ ἀγωνισθοῦμε μέχρι τέλους .Στ᾽ αὐτιά μας ἠχοῦν τὰ λόγια τοῦ ἀρχαίου φιλοσόφου Ἡρακλείτου· «Μάχεσθαι δεῖ τὸν δῆμον ὑπὲρ τοῦ νόμου ὅκωσπερ τείχεος»· πρέπει ὁ λαὸς νὰ ὑπερασπίζεται τοὺς νόμους ὅπως ὑπερασπίζεται τὸ τεῖχος τῆς πόλεώς του.



Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ο διάβολος δεν πλησιάζει στο καθαρό πλάσμα του Θεού.

- Γέροντα, πώς γίνεται και κυριεύομαι από τα πάθη; - Ο άνθρωπος, αν δώση δικαιώματα στον πειρασμό, κυριεύεται από τα πάθη. Αυτό που θέλει ο Θεός, που είναι και συμφέρον σου, είναι να πετάξης στα μούτρα του διαβόλου όλα τα πάθη. Δηλαδή να στρέψης εναντίον του τον θυμό, το πείσμα κ.λπ. Η καλύτερα, πούλησε τα πάθη στο ταγκαλάκι και, με όσα χρήματα πάρης, αγόρασε πέτρες, να έχης και να το πετροβολάς, για να μη σε πλησιάζη! Συνήθως εμείς οι άνθρωποι με τις αφορμές που δίνουμε, είτε με απροσεξίες είτε με υπερήφανους λογισμούς, επιτρέπουμε στον εχθρό να μας κάνη κακό. Ακόμη και έναν λογισμό ή έναν λόγο μπορεί να τα εκμεταλλευθή το ταγκαλάκι. Θυμάμαι, ήταν μια οικογένεια πολύ αγαπημένη. Κάποτε άρχισε ο άνδρας και έλεγε στην γυναίκα: “Θα σε χωρίσω”. Και η γυναίκα έλεγε στον άνδρα: “Θα σε χωρίσω”. Έτσι το έλεγαν, στ’ αστεία. Αλλά το εκμεταλλεύθηκε ο πειρασμός και δημιούργησε μια μικρή δυσκολία και ήταν έτοιμοι να χωρίσουν, ούτε τα παιδιά τους σκέφτονταν ούτε τίποτε. Ευτυχώς βρέθηκε ένας Πνευματικός και τους μίλησε: “Γι’ αυτήν την χαζομάρα θα χωρίσετε;” τους είπε. Και έτσι συνήλθαν.
Αν ένας άνθρωπος λοξοδρομήση από τις εντολές του Θεού, τον πολεμούν μετά τα πάθη. Και αν αφήση κανείς τα πάθη να τον πολεμούν, δεν χρειάζεται διάβολος να τον πολεμήση. Και τα δαιμόνια έχουν “ειδικότητα”. Χτυπούν τον άνθρωπο τακ-τακ, να του βρουν την πάθηση, την αδυναμία, για να τον πολεμήσουν. Θέλει προσοχή, να κλείνουμε τις πόρτες και τα παράθυρα -τις αισθήσεις-, να μην ανοίγουμε χαραμάδες στον πειρασμό και μπαίνη από εκεί ο εχθρός. Εκεί είναι τα αδύνατα σημεία. Εάν αφήσης έστω και μια σχισμή ανοιχτή, μπορεί να μπη και να σου κάνη ζημιά. Ο διάβολος μπαίνει στον άνθρωπο, όταν υπάρχη λάσπη στην καρδιά του ανθρώπου, δεν πλησιάζει στο καθαρό πλάσμα του Θεού. Άμα ξελασπωθή η καρδιά, φεύγει ο εχθρός και έρχεται πάλι ο Χριστός. Όπως το γουρούνι, όταν δεν βρη λάσπη, γουγουλίζει και φεύγει, έτσι και ο διάβολος δεν πλησιάζει στην καρδιά που δεν έχει βούρκο. Τι δουλειά έχει σε καρδιά καθαρή και ταπεινή; εάν λοιπόν δούμε ότι το σπίτι μας -η καρδιά μας- είναι παλιόσπιτο και κατοικεί ο εχθρός, πρέπει αμέσως να το γκρεμίσουμε, για να φύγη και ο κακός ενοικιαστής μας, δηλαδή το ταγκαλάκι. Γιατί, όταν η αμαρτία χρονίση στον άνθρωπο, ο διάβολος, φυσικά, αποκτάει περισσότερα δικαιώματα.
- Γέροντα, όταν ένας άνθρωπος έχη δώσει δικαιώματα στον πειρασμό, επειδή έζησε με αμέλεια, και θέλη να βάλη μια σειρά, να αρχίσει να ζη προσεκτικά, τον πολεμάει το ταγκαλάκι;
- Όταν παίρνη την στροφή, παίρνη μια δύναμη από τον Θεό, έναν φωτισμό και θεία παρηγοριά, για να αρχίση. Αλλά, μόλις αρχίση τον αγώνα, ο εχθρός του κάνει σφοδρό πόλεμο. Τότε χρειάζεται λίγη καρτερία. Αλλιώς, πώς θα ξερριζωθούν τα πάθη; Πώς θα γίνη η απέκδυση του παλαιού ανθρώπου; Πώς θα φύγη η υπερηφάνεια; Έτσι καταλαβαίνει ότι μόνος του δεν μπορεί να κάνη τίποτε και ζητάει ταπεινά το έλεος του Θεού και έρχεται η ταπείνωση. Το ίδιο συμβαίνει και όταν κάποιος πάη να κόψη μια κακή συνήθεια, π.χ. τσιγάρα, ναρκωτικά. Στην αρχή νιώθει μια χαρά και τα πετάει. Μετά βλέπει τους άλλους να καπνίζουν κ.λπ. και έχει πόλεμο σφοδρό. Αν το ξεπεράση, γυρίζει τις πλάτες χωρίς να δυσκολεύεται. Πρέπει να αγωνισθούμε λίγο. Το ταγκαλάκι κάνει την δουλειά του. Εμείς να μην κάνουμε την δουλειά μας;

(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Α΄ – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ)