Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Κύριε διδαξέμε νά σαγαπήσω





Οἱ ἁγιασμένοι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δέν θά προδιδαν τήν πίστη οὔτε μέ μία λέξη»
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης, ἀπό τή Ρωσία, διηγεῖται αὐτό τό ὅραμα πού εἶχε τόν Ἰανουάριο τοῦ 1901: «Οἱ ἁγιασμένοι ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ δέν θά προδιδαν τήν πίστη οὔτε μέ μία λέξη»
Μετά τίς βραδινές προσευχές, ξάπλωσα λίγο νά ξεκουραστῶ στό ἀμυδρά φωτισμένο κελί μου, καθώς ἤμουν κουρασμένος. Μπροστά ἀπό τήν εἰκόνα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ βρισκόταν κρεμασμένη ἡ λαμπάδα μου. Δέν εἶχε περάσει πάνω ἀπό μισῆ ὥρα, ὅταν ἄκουσα ἕνα θρόισμα. Κάποιος ἀκούμπησε τόν ἀριστερό μου ὦμο καί μέ τρυφερή φωνή μου εἶπε: «σήκω δοῦλε τοῦ Θεοῦ Ἰωάννη, καί ἀκολούθησε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ!»
Σηκώθηκα καί εἶδα κοντά στό παράθυρο ἕναν ἔνδοξο στάρετς [1] (γέροντα) μέ ψαρά μαλλιά, φορώντας ἕνα μαῦρο μανδύα, καί κρατώντας μία ράβδο στό χέρι του. Μέ κοιτοῦσε τρυφερά καί κρατιόμουν μέ δυσκολία νά μήν πέσω ἐξαιτίας τοῦ μεγάλου φόβου μου. Τά χέρια καί τά πόδια μου ἔτρεμαν, ἤθελα νά μιλήσω, ἄλλα ἡ γλώσσα μου δέν μέ ὑπάκουε. Ὁ γέροντας ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ σέ μένα καί σύντομα γέμισα μέ γαλήνη καί χαρά. Ἔπειτα, ἔκανα τό σταυρό μου κι ὁ ἴδιος.Στή συνέχεια, ἔδειξε μέ τή ράβδο του πρός τό δυτικό τοῖχο τοῦ κελιοῦ μου, ἔτσι ὥστε νά παρατηρήσω ἕνα συγκεκριμένο σημεῖο. Ὁ γέροντας εἶχε χαράξει στόν τοῖχο τούς ἀκόλουθους ἀριθμούς:1913, 1914, 1917, 1922, 1924 καί 1934. Ξαφνικά ὁ τοῖχος ἐξαφανίστηκε καί περπατοῦσα μέ τό γέροντα σέ ἕνα πράσινο λιβάδι καί εἶδα πλῆθος ἀπό χιλιάδες σταυρούς σάν σημάδια τάφων.
Ἦταν ξύλινοι, πήλινοι ἤ χρυσοί. Ρώτησα τόν γέροντα, γιά πιό λόγο ὑπῆρχαν αὐτοί οἱ σταυροί. Μοῦ ἀπάντησε γαλήνια, ὅτι οἱ σταυροί αὐτοί ὑπάρχουν γί΄ αὐτούς πού ὑπέφεραν καί δολοφονήθηκαν γιά τήν πίστη τους στό Χριστό καί γιά τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, καί ἔγιναν μάρτυρες. Καί ἔτσι συνεχίσαμε νά περπατᾶμε.
Ξαφνικά εἶδα ἕνα ὁλόκληρο ποτάμι ἀπό αἷμα καί ρώτησα τόν γέροντα, ποιά εἶναι ἡ σημασία αὐτοῦ του αἵματος καί πόσο εἶχε χυθεῖ. Ὁ γέροντας κοίταξε γύρω καί ἀπάντησε: «Αὐτό εἶναι τό αἷμα τῶν ἀληθινῶν Χριστιανῶν!» Ἔδειξε ἔπειτα σέ κάποια σύννεφα , καί εἶδα πλῆθος ἀπό ἀναμμένα καντήλια πού ἔκαιγαν μέ ἄσπρη φλόγα. Ἄρχισαν νά πέφτουν πρός τό ἔδαφος τό ἕνα μετά τό ἄλλο κατά δεκάδες καί ἑκατοντάδες. Κατά τήν πτώση τους, σκοτεινίαζαν καί γινόταν στάχτες.
Τότε ὁ γέροντάς μου εἶπε, «Κοίτα!», καί εἶδα σέ ἕνα σύννεφο ἑφτά καιγόμενα καντήλια. Ρώτησα ποιό εἶναι τό νόημα τῶν καιγομένων καντηλιῶν πού πέφτουν στό ἔδαφος καί μοῦ ἀπάντησε: «Αὐτές εἶναι οἱ ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ πού ἔχουν πέσει σέ αἵρεση, ἄλλα αὐτά τά ἑφτά καντήλια στά σύννεφα εἶναι οἱ ἑφτά Ἐκκλησίες τῆς μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, πού θά μείνουν μέχρι τέλους τοῦ κόσμου!».
Ὁ γέροντας στή συνέχεια, ἔδειξε ψηλά στόν ἀέρα καί εἶδα καί ἄκουσα ἀγγέλους νά ψάλλουν: « Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ!».Ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων μέ κεριά στά χέρια τους μᾶς προσπέρασαν, ἐνῶ ἡ χαρά φαινόταν νά λάμπει στά πρόσωπά τους. Ἦταν ἀρχιεπίσκοποι, μοναχοί, μοναχές, ὁμάδες λαϊκῶν, ἐνήλικες, νέοι, ἀκόμα καί παιδιά καί μωρά. Ρώτησα τό θαυματουργό γέροντα ποιοί εἶναι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι κι αὐτός ἀποκρίθηκε: « Ὅλοι αὐτοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ὑπέφεραν γιά τήν Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία καί γιά τίς ἅγιες εἰκόνες πού βρέθηκαν στά χέρια ἁμαρτωλῶν καταστροφέων».
Ἔπειτα ρώτησα τό μεγάλο γέροντα, ἄν θά μποροῦσα νά κάτσω δίπλα τους. Ὁ γέροντας μου εἶπε: « Εἶναι πολύ νωρίς γιά σένα νά ὑποφέρεις, ἑπομένως τό νά καθίσεις μαζί τους δέν εἶναι εὐλογημένο ἀπό τό Θεό!» Εἶδα πάλι ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀπό νεογέννητα πού ὑπέφεραν γιά τό Χριστό ἀπό τόν Ἡρώδη[2] καί ἔλαβαν στέμμα ἀπό τόν Ἐπουράνιο Βασιλέα.
Προχωρήσαμε περισσότερο καί πήγαμε σέ μία μεγάλη ἐκκλησία. Ἤθελα νά κάνω τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄλλα ὁ γέροντας μέ συμβούλευσε: «Δέν εἶναι ἀνάγκη νά κάνεις τό σταυρό σου, ἐπειδή αὐτό τό μέρος εἶναι τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως».[3]. Ἡ ἐκκλησία ἦταν σκοτεινή καί καταθλιπτική. Στήν Ἁγία Τράπεζα ἦταν ἕνα ἀστέρι καί ἕνα Εὐαγγέλιο μέ ἀστέρια. Κεριά καμωμένα ἀπό πίσσα καιγόντουσαν καί ἔτριζαν σάν καυσόξυλα. Τό δισκοπότηρο στεκόταν ἐκεῖ, καλυμμένο μέ μία ἀπαίσια βρωμιά. Ὑπῆρχε κι ἕνα πρόσφορο[4] μέ ἀστέρια. Ἕνας ἱερέας στεκόταν μπροστά ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα μέ ἕνα πρόσωπο κατάμαυρο σάν πίσσα, καί μία γυναίκα βρισκόταν κάτω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, καλυμμένη μέ κόκκινα καί μέ ἕνα ἀστέρι στά χείλη της καί οὐρλίαζε καί γελοῦσε σέ ὅλη τήν ἐκκλησία λέγοντας: «Εἶμαι ἐλεύθερη!» Σκέφτηκα: « Θεέ μου, πόσο τρομερό!».
Οἱ ἄνθρωποι σάν τρελοί ἄρχισαν νά τρέχουν γύρω ἀπό τήν ἉγίαΤράπεζα, φωνάζοντας, σφυρίζοντας καί χειροκροτώντας. Μετά, ἄρχισαν νά τραγουδοῦν ἄσεμνα τραγούδια. Ξαφνικά, ἕνας κεραυνός ἄστραψε, ἕνα φοβερό ἀστροπελέκι ἀντήχησε, ἡ γῆ σείσθηκε καί ἡ ἐκκλησία κατέρρευσε, στέλνοντας τή γυναίκα, τούς ἀνθρώπους, τόν παπά καί τούς ὑπόλοιπους στήν ἄβυσσο. Σκέφτηκα: «Θεέ μου πόσο τρομερό, σῶσε μας!».
Ὁ γέροντας εἶδε αὐτό πού εἶχε γίνει ὅπως καί ἐγώ. Τόν ρώτησα:»Πάτερ, πεῖτε μου, ποιά εἶναι ἡ σημασία αὐτῆς τῆς φοβερῆς ἐκκλησίας»; Ἀποκρίθηκε: «Αὐτοί εἶναι οἱ κοσμικοί ἄνθρωποι, οἱ αἱρετικοί, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τήν Ἁγία, Καθολική, Ἀποστολική Ἐκκλησία καί ἀναγνώρισαν τήν πρόσφατη νεωτερίζουσα ἐκκλησία τήν ὁποία ὁ Θεός δέν ἔχει εὐλογήσει. Σ” αὐτή τήν ἐκκλησία δέν νηστεύουν, δέν παρακολουθοῦν ἀκολουθίες καί δέν λαμβάνουν τή Θεία Κοινωνία»! Φοβήθηκα καί εἶπα: « Ὁ Θεός μᾶς ἐλεεῖ μά καταριέται αὐτούς μέ θάνατο»! Ὁ γέροντας μέ διέκοψε καί εἶπε: « Μή θρηνεῖς, μόνο προσευχήσου».
Ἔπειτα, εἶδα μία κοσμοσυρροή, καθένας ἀπό τούς ὁποίους εἶχε ἕνα ἀστέρι στά χείλη καί ἦταν τρομερά ἐξαντλημένοι ἀπό τή δίψα, περπατώντας ἐδῶ καί ἐκεῖ. Μᾶς εἶδαν καί φώναξαν δυνατά: «Ἅγιοι Πατέρες, προσευχηθεῖτε γιά μας. Εἶναι πολύ δύσκολο γιά μας, ἐπειδή ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέν μποροῦμε. Οἱ πατέρες καί οἱ μητέρες μας δέν μᾶς δίδαξαν τό Νόμο τοῦ θεοῦ.[5] Οὔτε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχουμε καί δέν ἔχουμε λάβει εἰρήνη. Ἀπορρίψαμε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ. Ἄρχισαν νά κλαῖνε.
Ἀκολούθησα τό γέροντα. «Κοίτα!», μοῦ εἶπε δείχνοντας μέ τό δάκτυλό του. Εἶδα ἕνα βουνό ἀπό ἀνθρώπινα πτώματα βαμμένα στό αἷμα. Φοβήθηκα πολύ καί ρώτησα τόν γέροντα ποιό εἶναι τό νόημα αὐτῶν τῶν νεκρῶν πτωμάτων. Μοῦ ἀπάντησε: «Αὐτοί εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού ἔζησαν μοναστική ζωή, ἀπορρίφθηκαν ἀπό τόν Ἀντίχριστο, καί δέν ἔλαβαν τή σφραγίδα του. Ὑπέφεραν γιά τήν πίστη τους γιά τόν Χριστό καί τήν Ἀποστολική Ἐκκλησία καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου πεθαίνοντας γιά τόν Ἰησοῦ. Χριστό. Νά προσεύχεσαι γί΄ αὐτούς τούς δούλους τοῦ θεοῦ!».
Χωρίς προειδοποίηση ὁ γέροντας γύρισε στό βορρᾶ καί ἔδειξε μέ τό χέρι του. Εἶδα ἕνα αὐτοκρατορικό παλάτι, γύρω ἀπό τό ὁποῖο ἔτρεχαν σκυλιά. Ἄγρια τέρατα καί σκορπιοί οὐρλίαζαν καί ἐπιτίθονταν ἔχοντας προτεταμένα τά δόντια τους. Καί εἶδα τόν Τσάρο νά κάθεται σ” ἕνα θρόνο. Τό πρόσωπό του ἦταν χλωμό, ἄλλα ἀνδρεῖο. Ἔλεγε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ.
Ξαφνικά ἔπεσε σάν νεκρός ἄνθρωπος. Τό στέμμα του ἔπεσε. Τά ἄγρια θηρία, οἱ σκύλοι καί οἱ σκορπιοί τσαλαπάτησαν τόν βασιλιά. Ἤμουν φοβισμένος καί ἔκλαιγα πικρά. Ὁ γέροντας μέ πῆρε ἀπό τό δεξί ὦμο. Εἶδα μία φιγούρα σαβανωμένη στά ἄσπρα- ἦταν ὁ Νικόλαος ὁ Β”. Στό κεφάλι του ἦταν ἕνα στεφάνι ἀπό πράσινα φύλλα, καί τό πρόσωπό του ἦταν ἄσπρο καί κάπως ματωμένο. Φοροῦσε ἕνα χρυσό σταυρό γύρω ἀπό τό λαιμό του καί ψιθύριζε ἥσυχα μία προσευχή. Καί μετά μου εἶπε μέ δάκρυα: «Προσευχήσου γιά μένα, Πάτερ Ἰωάννη. Πές σέ ὅλους τους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς ὅτι ἐγώ ὁ Τσάρος – μάρτυρας, πέθανα ἀνδρείως γιά τήν πίστη μου στό Χριστό καί τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Πές στούς Ἅγιους Πατέρες ὅτι πρέπει νά κάνουμε μία Παννυχίδα[6] γιά μένα τόν ἁμαρτωλό, ἄλλα δέν θά ὑπάρξει τάφος γιά μένα!»
Σύντομα ὅλα ἔγιναν ἄφαντα στήν ὁμίχλη. Ἔκλαψα πικρά προσευχόμενος γιά τόν Τσάρο-μάρτυρα. Τά χέρια μου καί τά πόδια μου ἔτρεμαν ἀπό φόβο. Ὁ γέροντας εἶπε: «Κοίτα!». Μετά εἶδα μία κοσμοσυρροή ἀπό ἀνθρώπους διασκορπισμένους γύρω στή γῆ πού εἶχαν πεθάνει ἀπό πείνα, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἔτρωγαν γρασίδι καί φυτά. Τά σκυλιά κατέτρωγαν τά σώματα τῶν πεθαμένων, ἐνῶ ἡ δυσοσμία ἦταν τρομερή. Σκέφτηκα: «Κύριε, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν εἶχαν πίστη». Ἀπό τά στόματά τους ἔβγαιναν βλασφημίες καί γι΄αὐτό δέχθηκαν τό θυμό τοῦ Κυρίου.
Εἶδα, ἐπίσης, ἕνα ὁλόκληρο βουνό ἀπό βιβλία καί ἀνάμεσα στά βιβλία σέρνονταν σκουλήκια ἐκπέμποντας μία τρομερή δυσοσμία. Ρώτησα τό γέροντα ποιά ἦταν ἡ σημασία αὐτῶν τῶν βιβλίων. Αὐτός εἶπε: «Αὐτά τά βιβλία εἶναι ἀσέβεια καί βλασφημία πού θά μολύνουν ὅλους τους Χριστιανούς μέ αἱρετικές διδασκαλίες! Μετά ὁ γέροντας ἀκούμπησε τό ραβδί του σέ κάποια ἀπό τά βιβλία καί ἅρπαξαν φωτιά. Ὁ ἄνεμος διασκόρπισε τίς στάχτες.
Στή συνέχεια εἶδα μία ἐκκλησία γύρω ἀπό τήν ὁποία ἦταν στοίβα ἀπό δεήσεις γιά τούς ἀποθανόντες. Ἔσκυψα καί θέλησα νά τίς διαβάσω, ἄλλα ὁ γέροντας εἶπε: «Αὐτές οἱ δεήσεις γιά τούς πεθαμένους βρίσκονται ἐδῶ πολλά χρόνια καί οἱ ἱερεῖς τίς ἔχουν ξεχάσει. Δέν πρόκειται ποτέ νά τίς διαβάσουν, λλά οἱ νεκροί θά ζητοῦν κάποιον νά προσευχηθεῖ γί” αὐτούς!» Ἐγώ τόν ρώτησα: «Ποιοί θά προσευχηθοῦν γί” αὐτούς;». Ὁ γέροντας ἀποκρίθηκε: « Οἱ Ἄγγελοι θά προσευχηθοῦν γί” αὐτούς».
Προχωρήσαμε πιό πέρα, καί ὁ γέροντας τάχυνε τό βῆμα του τόσο πού μέ δυσκολία τόν προλάβαινα. «Κοίτα!», μοῦ εἶπε. Εἶδα ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀπό ἀνθρώπους νά καταδιώκονται ἀπό τούς δαίμονες οἱ ὁποῖοι τούς κτυποῦσαν μέ πασσάλους, μέ δίκρανα καί γάντζους.
Ρώτησα τόν γέροντα ποιό εἶναι τό νόημα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Μοῦ ἀποκρίθηκε: «Αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι πού ἀπαρνήθηκαν τήν πίστη τους καί ἄφησαν τήν Ἁγία, Καθολική, Ἀποστολική Ἐκκλησία καί δέχθηκαν τήν καινούρια νεωτερίζουσα ἐκκλησία. Αὐτή ἡ ὁμάδα, ἐκπροσωπεῖ τούς ἱερεῖς, τούς μοναχούς, τίς μοναχές, καί τούς λαϊκούς οἱ ὁποῖοι ἀπαρνήθηκαν τούς ὅρκους τους, ἤ τό γάμο τους, καί δεσμεύθηκαν μέ τό ποτό, τήν ἀνηθικότητα, καί ὅλου του εἴδους τίς βλασφημίες καί τίς διαβολές.
Ὅλοι αὐτοί ἔχουν τρομακτικά πρόσωπα καί μία τρομερή δυσοσμία βγαίνει ἀπό τά στόματά τους. Οἱ δαίμονες τούς κτυποῦσαν, ὁδηγώντας τους στήν τρομερή ἄβυσσο, ἀπό τήν ὁποία βγαίνουν οἱ φλόγες τῆς κολάσεως. Ἤμουν πολύ φοβισμένος. Ἔκανα τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἐνῶ προσευχόμουν, ὁ Κύριος νά μᾶς ἀποτρέψει ἀπό τέτοια μοίρα!
Μετά, ἀντίκρισα μία ὁμάδα ἀνθρώπων, νέοι καί γέροι μαζί, πού ἦταν ὅλοι ντυμένοι ἄσχημα, καί κρατοῦσαν ψηλά ἕνα μεγάλο ἀστέρι μέ 5 σημεῖα. Σέ κάθε γωνία ἦταν 12 δαίμονες καί στήν μέση ἦταν ὁ Σατανᾶς ὁ ἴδιος μέ κέρατα καί ἀχυρένιο κεφάλι. Ἔβγαλε ἕνα βλαβερό ἀφρό στούς ἀνθρώπους, ἐνῶ ἀνακοίνωνε αὐτές τίς λέξεις: «Σηκωθεῖτε ἐσεῖς οἱ καταραμένοι μέ τή σφραγίδα μου…»
Ξαφνικά ἐμφανίστηκαν πολλοί δαίμονες μέ σιδερένιες σφραγίδες καί πά΄νῶ σέ ὅλους τους ἀνθρώπους τοποθέτησαν τή σφραγίδα: στά χείλη τους, στούς ἀγκῶνες καί στό δεξί χέρι. Ρώτησα τόν γέροντα: «Τί σημαίνει αὐτό;» Καί ἀποκρίθηκε: «Αὐτό εἶναι τό σημάδι τοῦ Ἀντιχρήστου!». ¨εκανα τό σταυρό μου καί ἀκολούθησα τό γέροντα.
Ξαφνικά, σταμάτησε καί ἔδειξε πρός τήν Ἀνατολή μέ τό χέρι του. Εἶδα μία μεγάλη συγκέντρωση ἀπό ἀνθρώπους μέ χαρούμενα πρόσωπα πού κουβαλοῦσαν σταυρούς καί κεριά στά χέρια. Στό μέσο τούς ὑπῆρχε μία Ἁγία Τράπεζα τόσο λευκή ὅσο τό χιόνι. Στήν Ἁγία Τράπεζα ὑπῆρχε ὁ σταυρός καί τό Ἅγιο Εὐαγγέλιο καί πάνω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ἦταν ὁ ἀέρας μέ ἕνα χρυσό αὐτοκρατορικό στέμμα πάνω στό ὁποῖο ἦταν γραμμένο μέ χρυσά γράμματα «Γιά τό ἄμεσο μέλλον». Πατριάρχες, ἐπίσκοποι, ἱερεῖς, μοναχοί, μοναχές καί λαϊκοί στέκονταν γύρω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα. Ὅλοι ἔψαλαν: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γής εἰρήνη». Ἀπό μεγάλη χαρά ἔκανα τό σταυρό μου καί δόξασα τό Θεό.
Ξαφνικά ὁ γέροντας κούνησε τό σταυρό του πρός τά πάνω τρεῖς φορές καί εἶδα ἕνα βουνό ἀπό πτώματα καλυμμένα ἀπό ἀνθρώπινο αἷμα καί ἀπό πάνω τους πετοῦσαν Ἄγγελοι. Ἔπαιρναν τίς ψυχές αὐτῶν πού εἶχαν δολοφονηθεῖ γιά τό Λόγο τοῦ Θεοῦ πρός τά οὐράνια ἐνῶ ἔψαλλαν: «Ἀλληλούϊα!»
Παρατήρησα ὅλα αὐτά καί ἔκλαψα δυνατά. Ὁ γέροντας μέ πῆρε ἀπό τιο χέρι καί μοῦ ἀπαγόρευσε νά κλαίω. Ὅ,τι εὐχαριστεῖ τό Θεό εἶναι τό ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὑπέφερε καί ἔχυσε τό πολύτιμο αἷμα του γιά μας. Κάποιοι σάν αὐτούς θά γίνουν μάρτυρες, πού δέ θά δεχθοῦν τή σφραγίδα τοῦ Ἀντιχρίστου, καί ὅλοι αὐτοί πού θά χύσουν τό αἷμα τους θά λάβουν οὐράνια στέμματα. Ὁ γέροντας ἔπειτα προσευχήθηκε γί” αὐτούς τούς δούλους τοῦ Θεοῦ καί στράφηκε στήν Ἀνατολή καθώς τά λόγια του Προφήτη Δανιήλ βγῆκαν ἀληθινά: «Τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως».
Τελικά εἶδα τό θόλο τοῦ ναοῦ τῆς Ἱερουσαλήμ. Πάνω του ἦταν ἕνα ἀστέρι. Μέσα στήν ἐκκλησία ἑκατομμύρια ἄνθρωποι συνέρεαν καί πάλι πολλοί προσπαθοῦσαν νά μποῦν. Ἤθελα νά κάνω τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἄλλα ὁ γέροντάς μου ἅρπαξε τό χέρι καί εἶπε: «Ἐδῶ εἶναι τό βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως».
Ἔτσι μπήκαμε στήν ἐκκλησία, πού ἦταν γεμάτη κόσμο. Εἶδα μία Ἁγία Τράπεζα, πού ἔκαιγαν κεριά ἀπό λίπος ζώων. Στήν Ἁγία τράπεζα ἦταν ἕνας βασιλιάς μέ κόκκινα, φλογισμένος, πορφυρός. Στό κεφάλι τοῦ ἦταν ἕνα χρυσό στέμμα μέ ἕνα ἀστέρι. Ρώτησα τό γέροντα: «ποῖος εἶναι αὐτός;» Μοῦ ἀπάντησε: « Ὁ Ἀντίχριστος». Ἦταν πολύ ψηλός μέ μάτια σάν φωτιά, μαῦρα φρύδια, ξυρισμένο μούσι, θηριώδης, πανοῦργος, διαβολικός μέ τρομακτικό πρόσωπο. Ἦταν μόνος του στήν Ἁγία Τράπεζα καί ἔτεινε τά χέρια του στούς ἀνθρώπους. Εἶχε νύχια σουβλερά σάν τίγρης καί φώναζε: «Εἶμαι βασιλιάς, εἶμαι Θεός. Εἶμαι ὁ Ἀρχηγός. Αὐτός πού δέν ἔχει τή σφραγίδα μου θά θανατωθεῖ.».
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔπεσαν κάτω καί τόν προσκύνησαν καί ἐκεῖνος ἄρχισε νά βάζει τή σφραγίδα του στά χείλη τους καί στά χέρια τους, ἔτσι ὥστε νά μπορέσουν νά λάβουν λίγο ψωμί καί νά μήν πεθάνουν ἀπό πείνα καί δίψα. Γύρω ἀπό τόν Ἀντίχριστο, ὑπηρέτες τοῦ ὁδηγοῦσαν ἀρκετούς ἀνθρώπους πού τά χέρια τούς ἦταν δεμένα, καί δέν εἶχαν πέσει νά τόν προσκυνήσουν. Αὐτοί εἶπαν: «εἴμαστε Χριστιανοί, καί ὅλοι πιστεύουμε στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό!» Ὁ Ἀντίχριστος σύντριψε τίς κεφαλές τούς ἀστραπιαία, καί τό Χριστιανικό αἷμα ἄρχισε νά ρέει.
Ἕνα παιδί ὁδηγήθηκε μετά στήν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἀντιχρίστου νά τόν προσκυνήσει, ἄλλα τολμηρά διακήρυξε: «Εἶμαι Χριστιανός καί πιστεύω στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἄλλα ἐσύ εἶσαι ὑπηρέτης τοῦ Σατανᾶ»!- θάνατος σ΄ αὐτόν!» , ἀναφώνησε ὁ Ἀντίχριστος. Ἄλλοι πού δέχθηκαν τό σφράγισμα τοῦ Ἀντιχρίστου ἔπεσαν καί τόν προσκύνησαν.
Ξαφνικά μία βοή ἀπό κοσμοσυρροή ξανακούστηκε καί χιλιάδες φωτισμένες ἀστραπές ἄρχισαν νά ἀστράφτουν. Βέλη ἄρχισαν νά χτυποῦν τούς ὑπηρέτες τοῦ Ἀντιχρίστου. ‘Επειτα, ἕνα μεγάλο φλεγόμενο βέλος ἄστραψε καί χτύπησε τόν Ἀντίχριστο τόν ἴδιο στό κεφάλι. Καθώς κουνοῦσε τό χέρι του, τό στέμμα τοῦ ἔπεσε καί συνετρίβη στό ἔδαφος. Μετά ἑκατομμύρια πουλιά πέταξαν καί κουρνίασαν στούς ὑπηρέτες τοῦ Ἀντιχρίστου. Ἐνίωσα τό γέροντα νά μέ παίρνει ἀπό τό χέρι.
Προχωρήσαμε περισσότερο, καί εἶδα πάλι πολύ αἷμα Χριστιανῶν. Ἦταν ἐδῶ πού θυμήθηκα τίς λέξεις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στό Βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅτι τό αἷμα θά ἔφτανε ὡς τό χαλινάρι τοῦ ἀλόγου. Σκέφτηκα: «Θεέ μου σῶσε μας!» Ἐκείνη τή στιγμή εἶδα Ἀγγέλους νά πετοῦν καί νά ψάλουν « Ἅγιος, ‘Ἅγιος, Ἅγιος Κύριος Σαβαώθ»!
Ὁ γέροντας κοίταξε πίσω καί ἄρχισε νά λέει: «Μή λυπᾶσαι, γιατί σύντομα, πολύ σύντομα θά ἔρθει τό τέλος τοῦ κόσμου! Προσευχήσου στόν Κύριο. Ὁ Θεός εἶναι εὔσπλαχνος στούς ὑπηρέτες του». Ὁ καιρός πλησίαζε στό τέλος του. Ἔδειξε στήν Ἀνατολή , ἔπεσε στά γόνατα καί ἄρχισε νά προσεύχεται. Κι ἐγώ προσευχήθηκα μαζί του. Μετά ὁ γέροντας ἄρχισε νά ἀπομακρύνεται γρήγορα ἀπό τή γῆ εἰς τάς οὐρανίους μονάς. Καθώς ἔκανε αὐτό, θυμήθηκα ὅτι δέ γνώριζα τό ὄνομά του καί ἔτσι ἱκέτεψα δυνατά: «Πάτερ πιό εἶναι τό ὄνομά σου;» Τρυφερά ἀπάντησε: «Σεραφείμ τοῦ Σαρώφ».
Ἕνα μεγάλο κουδούνι χτύπησε πάνω ἀπό τό κεφάλι μου, ἄκουσα τόν ἦχο καί σηκώθηκα ἀπό τό κρεβάτι. « Κύριε, εὐλόγησε καί βοήθησε μέ μέσω τῶν προσευχῶν τοῦ Ἁγίου Γέροντα! Μέ φώτισες, τόν ἁμαρτωλό δοῦλο σου, τόν ἱερέα τῆς Κροστάνδης.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου