Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6 Νοεμβρίου 2016. (Η Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου)


Ζ' Λουκᾶ (Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου). Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Παύλου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ

Αρχαίο κείμενο




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 41 - 56
 41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ οὗτος ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Απόδοση στη Νεοελληνική



41 Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, ονόματι Ιάρειος, ο οποίος ήτο και άρχων της συναγωγής. Και αφού έπεσεν εις τα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να μεταβή στο σπίτι του, 42 διότι η μονογενής κόρη, την οποίαν είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήτο ετοιμοθάνατος. Καθώς δε ο Ιησούς επήγαινεν στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη τον επίεζαν με τον συνωστισμόν των. 43 Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμοραγίαν και η οποία είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της εις ιατρούς, χωρίς να μπορέση να θεραπευθή από κανένα, 44 επλησίασε πίσω από τον Ιησούν, ήγγισε την άκρη από το ιμάτιόν του και αμέσως εσταμάτησε η αιμοραγία της. 45 Και είπεν ο Ιησούς· “ποιός είναι αυτός, που με ήγγισε;” Επειδή δε όλοι ηρνούντο, είπεν ο Πετρος και οι μαθηταί που ήσαν μαζή του· “διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ποιός με ήγγισε;” 46 Ο δε Ιησούς είπε· “κάποιος με ήγγισε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμις θαυματουργική εβγήκε από εμέ”. 47 Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν εξέφυγε από την προσοχήν του Ιησού, τρέμουσα από φόβον και ευλάβειαν ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός του και διηγήθηκε εις αυτόν και εμπρός εις όλον το πλήθος την αιτίαν, δια την οποίαν τον ήγγισεν, όπως επίσης και το γεγονός, ότι εθεραπεύθηκε αμέσως. 48 Ο δε Ιησούς της είπε· “θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχίαν και την θλίψιν που είχες προηγουμένως από την ασθένειάν σου”. 49 Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγων εις αυτόν, ότι “πέθανε η κόρη σου, μη ενοχλείς και μη βάζεις εις κόπον τον διδάσκαλον”. 50 Ο Ιησούς όμως, όταν ήκουσε την είδησιν, είπεν στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και θα σωθή η κόρη σου”. 51 Οταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν αφήκε κανένα να μπη, ει μη μόνον τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα. 52 Εκλαιαν δε όλοι και οδυρόμενοι εκτυπούσαν τας κεφαλάς και τα στήθη των δια την νεκράν. Ο δε Ιησούς είπε· “μη κλαίετε· δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. 53 Και τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν καλά, ότι η κόρη είχε πεθάνει. 54 Αυτός όμως έβγαλε όλους έξω, επιασε το χέρι της και εφώναξε λέγων· “Κορη, σήκω επάνω”. 55 Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε· και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη, δια να αναλάβη τελείως από την εξάντλησιν της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατον. 56 Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς αυτής. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα το γεγονός. 


Το Ιερό Κήρυγμα




 Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σε δυο τελείως διαφορετικά πρόσωπα, μας αφηγείται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Το ένα ήταν η ανάσταση της κόρης του Ιάειρου και το άλλο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός. Δύο άτομα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, τόσο στην κοινωνική θέση, όσο και στον τρόπο προσέγγισης. Απ΄ την μια πλευρά ο Ιάειρος, άνδρας επιφανής, άρχων της συναγωγής, πρόσωπο καταξιωμένο έχοντας την εκτίμηση όλων των συμπολιτών του, και από την άλλη, μια γυναίκα, αιμορροούσα, μια φτωχή άτολμη, απογοητευμένη από κάθε ιατρική βοήθεια. Και ο μεν Ιάειρος ζητά από τον Ιησού να έρθει στο σπίτι του, για να θεραπεύσει την μονάκριβη κόρη του, η δε γυναίκα, δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να την θεραπεύσει, απλά τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του. Και οι δυο όμως διαθέτουν την πίστη ότι ο Χριστός μπορεί να τους δώσει την ίαση και γι αυτό τολμούν ένας να το ζητήσει η άλλη απλώς να αγγίξει, πετυχαίνοντας όμως και οι δύο αυτό που επεδίωκαν.

Μετά την θεραπεία του δαιμονιζόμενου στη χώρα των Γαδαρηνών, που ακούσαμε προηγούμενη Κυριακή και αφού οι κάτοικοι εκεί βλέποντας το θαύμα παρεκάλεσαν τον Ιησού να φύγει από την περιοχή τους, έρχεται ο Ιησούς στην Καπερναούμ, όπου εκεί τον υποδέχονται οι κάτοικοι με χαρά. Ανάμεσα σε όλον αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε τον Ιησού, βρίσκονταν και άνθρωποι οι οποίοι κατείχαν μια εξέχουσα κοινωνική θέση στην πόλη, όπως ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος, ο οποίος ζητά από τον Χριστό να θεραπεύσει την μοναχοκόρη του, που ήταν βαριά άρρωστη. Δεν ήταν βέβαια μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο να μιλήσει με τον Χριστό, αφού οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό και να Τον πλησιάζει αλλά και να ακούει την διδασκαλία Του. Όμως, σαν πατέρας που χάνει το μοναχοπαίδι του, ο Ιάειρος τολμά και βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος, ακούει τους λόγους του Ιησού και του ζητά να πάει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι Εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να το σώσει. Η πίστη του υπερνικά τον φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που με την ασθένεια της αιμορραγίας που είχε, βάση των θρησκευτικών αντιλήψεων των Εβραίων, την καθιστούσε «μολυσμένη», έχοντας έτσι να αντιμετωπίσει εκτός από την σωματική ασθένεια και την περιθωριοποίηση που υφίσταται από την κοινωνία. Όμως, όπως βλέπουμε και εδώ αλλά και σε άλλες Ευαγγελικές περικοπές, η διδασκαλία και τα θαύματα που επιτελούσε ο Χριστός, απευθύνονταν σε όλες τις βαθμίδες των ανθρώπων της κοινωνίας.

Πηγαίνοντας, λοιπόν, ο Ιησούς προς την οικία του Ιάειρου, τον πλησιάζει και η γυνή, όχι ζητώντας του με θάρρος να την θεραπεύσει, όπως ο Ιάειρος, αλλά ντρεπόμενη για την ασθένειά της και θεωρώντας τον εαυτό της ακάθαρτο, για να μιλήσει στον Κύριο, απλά άγγιξε την άκρη του χιτώνα του. Σκεπτόμενη μέσα της και λέγοντας με πίστη ότι «καν των ιματίων αυτού άψωμαι, σωθήσομαι», ότι δηλαδή, ακόμα και να ακουμπήσω μόνο την άκρη του χιτώνος του, θα θεραπευθώ. Αυτή την αναγκαιότητα της πίστης, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, τονίζει και ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας της «Θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και επιλέγει να της το πει μπροστά σε όλο τον κόσμο, χωρίς να την αφήσει να περάσει απαρατήρητη, και για να ενδυναμώσει την πίστη του Ιάειρου, που τον ειδοποίησαν στο μεταξύ ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Χριστό, λέγοντάς του «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται», αλλά και για να επιδείξει σε όλους την πίστη της γυναικός και να την μιμηθούν.

Τη διαφορά αυτή ακριβώς, ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε αυτούς που δεν το πιστεύουν, την βλέπουμε αμέσως μετά, φτάνοντας στην οικία του Ιάειρου, στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν, γνωρίζοντας ότι είχε πεθάνει το κορίτσι, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Ήθελε ο Κύριος να διαπιστωθεί πρώτα ο θάνατος, για να μην δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση αλλά και για να φανεί η πραγματική πίστη του καθενός. Και αφού επιτελεί το θαύμα με ένα μόνο άγγιγμα, δίνει εντολή να της δώσουν να φάει, για να μην φανεί το γεγονός φανταστικό και να μην υπάρχουν αμφιβολίες για την ανάσταση.

Τόσο, λοιπόν, η αιμορροούσα γυναίκα, όσο και ο Ιάειρος, στήριξαν την ελπίδα τους πάνω στην πίστη που είχαν προς το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ως Θεού. Τι σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτείται υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Χρειάζεται πρώτα πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και να δεχτούμε πως πέρα από τους δικούς μας κόπους και προσπάθειες, χρειάζεται και έχει και την μεγαλύτερη σημασία, η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία του  και η ευλογία του. Και μπορεί να είναι η να φαίνεται δύσκολο το να στηρίξουμε την ζωή και την ελπίδα μας στο Θεό, αλλά αν και εμείς τον δούμε, όπως ο Ιάειρος και η γυναίκα, σαν γιατρό και τον πλησιάσουμε με ταπείνωση, πιστή αλλά και τόλμη, για να βρούμε την θεραπεία, θα ακούσουμε και μείς όπως και αυτοί το «η πίστη σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην», Αμήν!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου