Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2015

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6 Νοεμβρίου 2016. (Η Θεραπεία τοῦ τυφλοῦ τῆς Ἱεριχοῦς)


Ζ' Λουκᾶ c. Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Παύλου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ

Αρχαίο κείμενο




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 41 - 56
 41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ οὗτος ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Απόδοση στη Νεοελληνική



41 Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, ονόματι Ιάρειος, ο οποίος ήτο και άρχων της συναγωγής. Και αφού έπεσεν εις τα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να μεταβή στο σπίτι του, 42 διότι η μονογενής κόρη, την οποίαν είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήτο ετοιμοθάνατος. Καθώς δε ο Ιησούς επήγαινεν στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη τον επίεζαν με τον συνωστισμόν των. 43 Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμοραγίαν και η οποία είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της εις ιατρούς, χωρίς να μπορέση να θεραπευθή από κανένα, 44 επλησίασε πίσω από τον Ιησούν, ήγγισε την άκρη από το ιμάτιόν του και αμέσως εσταμάτησε η αιμοραγία της. 45 Και είπεν ο Ιησούς· “ποιός είναι αυτός, που με ήγγισε;” Επειδή δε όλοι ηρνούντο, είπεν ο Πετρος και οι μαθηταί που ήσαν μαζή του· “διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ποιός με ήγγισε;” 46 Ο δε Ιησούς είπε· “κάποιος με ήγγισε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμις θαυματουργική εβγήκε από εμέ”. 47 Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν εξέφυγε από την προσοχήν του Ιησού, τρέμουσα από φόβον και ευλάβειαν ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός του και διηγήθηκε εις αυτόν και εμπρός εις όλον το πλήθος την αιτίαν, δια την οποίαν τον ήγγισεν, όπως επίσης και το γεγονός, ότι εθεραπεύθηκε αμέσως. 48 Ο δε Ιησούς της είπε· “θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχίαν και την θλίψιν που είχες προηγουμένως από την ασθένειάν σου”. 49 Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγων εις αυτόν, ότι “πέθανε η κόρη σου, μη ενοχλείς και μη βάζεις εις κόπον τον διδάσκαλον”. 50 Ο Ιησούς όμως, όταν ήκουσε την είδησιν, είπεν στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και θα σωθή η κόρη σου”. 51 Οταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν αφήκε κανένα να μπη, ει μη μόνον τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα. 52 Εκλαιαν δε όλοι και οδυρόμενοι εκτυπούσαν τας κεφαλάς και τα στήθη των δια την νεκράν. Ο δε Ιησούς είπε· “μη κλαίετε· δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. 53 Και τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν καλά, ότι η κόρη είχε πεθάνει. 54 Αυτός όμως έβγαλε όλους έξω, επιασε το χέρι της και εφώναξε λέγων· “Κορη, σήκω επάνω”. 55 Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε· και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη, δια να αναλάβη τελείως από την εξάντλησιν της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατον. 56 Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς αυτής. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα το γεγονός. 


Το Ιερό Κήρυγμα




 Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σε δυο τελείως διαφορετικά πρόσωπα, μας αφηγείται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Το ένα ήταν η ανάσταση της κόρης του Ιάειρου και το άλλο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός. Δύο άτομα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, τόσο στην κοινωνική θέση, όσο και στον τρόπο προσέγγισης. Απ΄ την μια πλευρά ο Ιάειρος, άνδρας επιφανής, άρχων της συναγωγής, πρόσωπο καταξιωμένο έχοντας την εκτίμηση όλων των συμπολιτών του, και από την άλλη, μια γυναίκα, αιμορροούσα, μια φτωχή άτολμη, απογοητευμένη από κάθε ιατρική βοήθεια. Και ο μεν Ιάειρος ζητά από τον Ιησού να έρθει στο σπίτι του, για να θεραπεύσει την μονάκριβη κόρη του, η δε γυναίκα, δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να την θεραπεύσει, απλά τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του. Και οι δυο όμως διαθέτουν την πίστη ότι ο Χριστός μπορεί να τους δώσει την ίαση και γι αυτό τολμούν ένας να το ζητήσει η άλλη απλώς να αγγίξει, πετυχαίνοντας όμως και οι δύο αυτό που επεδίωκαν.

Μετά την θεραπεία του δαιμονιζόμενου στη χώρα των Γαδαρηνών, που ακούσαμε προηγούμενη Κυριακή και αφού οι κάτοικοι εκεί βλέποντας το θαύμα παρεκάλεσαν τον Ιησού να φύγει από την περιοχή τους, έρχεται ο Ιησούς στην Καπερναούμ, όπου εκεί τον υποδέχονται οι κάτοικοι με χαρά. Ανάμεσα σε όλον αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε τον Ιησού, βρίσκονταν και άνθρωποι οι οποίοι κατείχαν μια εξέχουσα κοινωνική θέση στην πόλη, όπως ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος, ο οποίος ζητά από τον Χριστό να θεραπεύσει την μοναχοκόρη του, που ήταν βαριά άρρωστη. Δεν ήταν βέβαια μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο να μιλήσει με τον Χριστό, αφού οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό και να Τον πλησιάζει αλλά και να ακούει την διδασκαλία Του. Όμως, σαν πατέρας που χάνει το μοναχοπαίδι του, ο Ιάειρος τολμά και βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος, ακούει τους λόγους του Ιησού και του ζητά να πάει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι Εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να το σώσει. Η πίστη του υπερνικά τον φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που με την ασθένεια της αιμορραγίας που είχε, βάση των θρησκευτικών αντιλήψεων των Εβραίων, την καθιστούσε «μολυσμένη», έχοντας έτσι να αντιμετωπίσει εκτός από την σωματική ασθένεια και την περιθωριοποίηση που υφίσταται από την κοινωνία. Όμως, όπως βλέπουμε και εδώ αλλά και σε άλλες Ευαγγελικές περικοπές, η διδασκαλία και τα θαύματα που επιτελούσε ο Χριστός, απευθύνονταν σε όλες τις βαθμίδες των ανθρώπων της κοινωνίας.

Πηγαίνοντας, λοιπόν, ο Ιησούς προς την οικία του Ιάειρου, τον πλησιάζει και η γυνή, όχι ζητώντας του με θάρρος να την θεραπεύσει, όπως ο Ιάειρος, αλλά ντρεπόμενη για την ασθένειά της και θεωρώντας τον εαυτό της ακάθαρτο, για να μιλήσει στον Κύριο, απλά άγγιξε την άκρη του χιτώνα του. Σκεπτόμενη μέσα της και λέγοντας με πίστη ότι «καν των ιματίων αυτού άψωμαι, σωθήσομαι», ότι δηλαδή, ακόμα και να ακουμπήσω μόνο την άκρη του χιτώνος του, θα θεραπευθώ. Αυτή την αναγκαιότητα της πίστης, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, τονίζει και ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας της «Θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και επιλέγει να της το πει μπροστά σε όλο τον κόσμο, χωρίς να την αφήσει να περάσει απαρατήρητη, και για να ενδυναμώσει την πίστη του Ιάειρου, που τον ειδοποίησαν στο μεταξύ ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Χριστό, λέγοντάς του «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται», αλλά και για να επιδείξει σε όλους την πίστη της γυναικός και να την μιμηθούν.

Τη διαφορά αυτή ακριβώς, ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε αυτούς που δεν το πιστεύουν, την βλέπουμε αμέσως μετά, φτάνοντας στην οικία του Ιάειρου, στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν, γνωρίζοντας ότι είχε πεθάνει το κορίτσι, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Ήθελε ο Κύριος να διαπιστωθεί πρώτα ο θάνατος, για να μην δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση αλλά και για να φανεί η πραγματική πίστη του καθενός. Και αφού επιτελεί το θαύμα με ένα μόνο άγγιγμα, δίνει εντολή να της δώσουν να φάει, για να μην φανεί το γεγονός φανταστικό και να μην υπάρχουν αμφιβολίες για την ανάσταση.

Τόσο, λοιπόν, η αιμορροούσα γυναίκα, όσο και ο Ιάειρος, στήριξαν την ελπίδα τους πάνω στην πίστη που είχαν προς το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ως Θεού. Τι σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτείται υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Χρειάζεται πρώτα πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και να δεχτούμε πως πέρα από τους δικούς μας κόπους και προσπάθειες, χρειάζεται και έχει και την μεγαλύτερη σημασία, η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία του  και η ευλογία του. Και μπορεί να είναι η να φαίνεται δύσκολο το να στηρίξουμε την ζωή και την ελπίδα μας στο Θεό, αλλά αν και εμείς τον δούμε, όπως ο Ιάειρος και η γυναίκα, σαν γιατρό και τον πλησιάσουμε με ταπείνωση, πιστή αλλά και τόλμη, για να βρούμε την θεραπεία, θα ακούσουμε και μείς όπως και αυτοί το «η πίστη σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην», Αμήν!


Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6 Νοεμβρίου 2016. (Η Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου)


Ζ' Λουκᾶ (Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου). Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Παύλου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ

Αρχαίο κείμενο




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 41 - 56
 41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ οὗτος ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Απόδοση στη Νεοελληνική



41 Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, ονόματι Ιάρειος, ο οποίος ήτο και άρχων της συναγωγής. Και αφού έπεσεν εις τα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να μεταβή στο σπίτι του, 42 διότι η μονογενής κόρη, την οποίαν είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήτο ετοιμοθάνατος. Καθώς δε ο Ιησούς επήγαινεν στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη τον επίεζαν με τον συνωστισμόν των. 43 Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμοραγίαν και η οποία είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της εις ιατρούς, χωρίς να μπορέση να θεραπευθή από κανένα, 44 επλησίασε πίσω από τον Ιησούν, ήγγισε την άκρη από το ιμάτιόν του και αμέσως εσταμάτησε η αιμοραγία της. 45 Και είπεν ο Ιησούς· “ποιός είναι αυτός, που με ήγγισε;” Επειδή δε όλοι ηρνούντο, είπεν ο Πετρος και οι μαθηταί που ήσαν μαζή του· “διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ποιός με ήγγισε;” 46 Ο δε Ιησούς είπε· “κάποιος με ήγγισε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμις θαυματουργική εβγήκε από εμέ”. 47 Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν εξέφυγε από την προσοχήν του Ιησού, τρέμουσα από φόβον και ευλάβειαν ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός του και διηγήθηκε εις αυτόν και εμπρός εις όλον το πλήθος την αιτίαν, δια την οποίαν τον ήγγισεν, όπως επίσης και το γεγονός, ότι εθεραπεύθηκε αμέσως. 48 Ο δε Ιησούς της είπε· “θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχίαν και την θλίψιν που είχες προηγουμένως από την ασθένειάν σου”. 49 Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγων εις αυτόν, ότι “πέθανε η κόρη σου, μη ενοχλείς και μη βάζεις εις κόπον τον διδάσκαλον”. 50 Ο Ιησούς όμως, όταν ήκουσε την είδησιν, είπεν στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και θα σωθή η κόρη σου”. 51 Οταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν αφήκε κανένα να μπη, ει μη μόνον τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα. 52 Εκλαιαν δε όλοι και οδυρόμενοι εκτυπούσαν τας κεφαλάς και τα στήθη των δια την νεκράν. Ο δε Ιησούς είπε· “μη κλαίετε· δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. 53 Και τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν καλά, ότι η κόρη είχε πεθάνει. 54 Αυτός όμως έβγαλε όλους έξω, επιασε το χέρι της και εφώναξε λέγων· “Κορη, σήκω επάνω”. 55 Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε· και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη, δια να αναλάβη τελείως από την εξάντλησιν της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατον. 56 Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς αυτής. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα το γεγονός. 


Το Ιερό Κήρυγμα




 Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σε δυο τελείως διαφορετικά πρόσωπα, μας αφηγείται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Το ένα ήταν η ανάσταση της κόρης του Ιάειρου και το άλλο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός. Δύο άτομα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, τόσο στην κοινωνική θέση, όσο και στον τρόπο προσέγγισης. Απ΄ την μια πλευρά ο Ιάειρος, άνδρας επιφανής, άρχων της συναγωγής, πρόσωπο καταξιωμένο έχοντας την εκτίμηση όλων των συμπολιτών του, και από την άλλη, μια γυναίκα, αιμορροούσα, μια φτωχή άτολμη, απογοητευμένη από κάθε ιατρική βοήθεια. Και ο μεν Ιάειρος ζητά από τον Ιησού να έρθει στο σπίτι του, για να θεραπεύσει την μονάκριβη κόρη του, η δε γυναίκα, δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να την θεραπεύσει, απλά τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του. Και οι δυο όμως διαθέτουν την πίστη ότι ο Χριστός μπορεί να τους δώσει την ίαση και γι αυτό τολμούν ένας να το ζητήσει η άλλη απλώς να αγγίξει, πετυχαίνοντας όμως και οι δύο αυτό που επεδίωκαν.

Μετά την θεραπεία του δαιμονιζόμενου στη χώρα των Γαδαρηνών, που ακούσαμε προηγούμενη Κυριακή και αφού οι κάτοικοι εκεί βλέποντας το θαύμα παρεκάλεσαν τον Ιησού να φύγει από την περιοχή τους, έρχεται ο Ιησούς στην Καπερναούμ, όπου εκεί τον υποδέχονται οι κάτοικοι με χαρά. Ανάμεσα σε όλον αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε τον Ιησού, βρίσκονταν και άνθρωποι οι οποίοι κατείχαν μια εξέχουσα κοινωνική θέση στην πόλη, όπως ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος, ο οποίος ζητά από τον Χριστό να θεραπεύσει την μοναχοκόρη του, που ήταν βαριά άρρωστη. Δεν ήταν βέβαια μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο να μιλήσει με τον Χριστό, αφού οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό και να Τον πλησιάζει αλλά και να ακούει την διδασκαλία Του. Όμως, σαν πατέρας που χάνει το μοναχοπαίδι του, ο Ιάειρος τολμά και βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος, ακούει τους λόγους του Ιησού και του ζητά να πάει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι Εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να το σώσει. Η πίστη του υπερνικά τον φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που με την ασθένεια της αιμορραγίας που είχε, βάση των θρησκευτικών αντιλήψεων των Εβραίων, την καθιστούσε «μολυσμένη», έχοντας έτσι να αντιμετωπίσει εκτός από την σωματική ασθένεια και την περιθωριοποίηση που υφίσταται από την κοινωνία. Όμως, όπως βλέπουμε και εδώ αλλά και σε άλλες Ευαγγελικές περικοπές, η διδασκαλία και τα θαύματα που επιτελούσε ο Χριστός, απευθύνονταν σε όλες τις βαθμίδες των ανθρώπων της κοινωνίας.

Πηγαίνοντας, λοιπόν, ο Ιησούς προς την οικία του Ιάειρου, τον πλησιάζει και η γυνή, όχι ζητώντας του με θάρρος να την θεραπεύσει, όπως ο Ιάειρος, αλλά ντρεπόμενη για την ασθένειά της και θεωρώντας τον εαυτό της ακάθαρτο, για να μιλήσει στον Κύριο, απλά άγγιξε την άκρη του χιτώνα του. Σκεπτόμενη μέσα της και λέγοντας με πίστη ότι «καν των ιματίων αυτού άψωμαι, σωθήσομαι», ότι δηλαδή, ακόμα και να ακουμπήσω μόνο την άκρη του χιτώνος του, θα θεραπευθώ. Αυτή την αναγκαιότητα της πίστης, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, τονίζει και ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας της «Θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και επιλέγει να της το πει μπροστά σε όλο τον κόσμο, χωρίς να την αφήσει να περάσει απαρατήρητη, και για να ενδυναμώσει την πίστη του Ιάειρου, που τον ειδοποίησαν στο μεταξύ ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Χριστό, λέγοντάς του «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται», αλλά και για να επιδείξει σε όλους την πίστη της γυναικός και να την μιμηθούν.

Τη διαφορά αυτή ακριβώς, ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε αυτούς που δεν το πιστεύουν, την βλέπουμε αμέσως μετά, φτάνοντας στην οικία του Ιάειρου, στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν, γνωρίζοντας ότι είχε πεθάνει το κορίτσι, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Ήθελε ο Κύριος να διαπιστωθεί πρώτα ο θάνατος, για να μην δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση αλλά και για να φανεί η πραγματική πίστη του καθενός. Και αφού επιτελεί το θαύμα με ένα μόνο άγγιγμα, δίνει εντολή να της δώσουν να φάει, για να μην φανεί το γεγονός φανταστικό και να μην υπάρχουν αμφιβολίες για την ανάσταση.

Τόσο, λοιπόν, η αιμορροούσα γυναίκα, όσο και ο Ιάειρος, στήριξαν την ελπίδα τους πάνω στην πίστη που είχαν προς το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ως Θεού. Τι σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτείται υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Χρειάζεται πρώτα πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και να δεχτούμε πως πέρα από τους δικούς μας κόπους και προσπάθειες, χρειάζεται και έχει και την μεγαλύτερη σημασία, η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία του  και η ευλογία του. Και μπορεί να είναι η να φαίνεται δύσκολο το να στηρίξουμε την ζωή και την ελπίδα μας στο Θεό, αλλά αν και εμείς τον δούμε, όπως ο Ιάειρος και η γυναίκα, σαν γιατρό και τον πλησιάσουμε με ταπείνωση, πιστή αλλά και τόλμη, για να βρούμε την θεραπεία, θα ακούσουμε και μείς όπως και αυτοί το «η πίστη σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην», Αμήν!


Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Ο Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης


Η οσιακή μορφή του Γέροντα και μετά την μακάρια κοίμησή του συνεχίζει να μιλά στις καρδιές πολλών πιστών και μάλιστα με σημεία δυνατά, να παρηγορεί κι ενισχύει ψυχές διψώντων. Η ευλάβεια όλων, που φανερώνεται με διαφόρους τρόπους και με την διήγηση της ωφέλειας, που έλαβαν από την ανάγνωση της ευρύτατα κυκλοφορούσης βιογραφίας του, είναι η καλύτερη μαρτυρία της και μετά θάνατον μυστικής προσφοράς του. Όσοι τον επικαλούνται θερμά δεν απογοητεύονται εύκολα. Απλοί, φτωχοί και άσημοι, μοναχοί και λαϊκοί, αλλά συνήθως ευσεβείς και ταπεινοί άνθρωποι, όπως ο Γέροντας, είναι οι αναγνώστες του θαυμαστού βίου του, που συγκινεί και κατανύσσει. Η δίχως έμμονη εκζήτηση ονείρων, οραμάτων και θαυμάτων, αλλά η ειρηνική και ευφρόσυνη παρουσία αυτών στους επικαλουμένους το όνομά του φανερώνει την γνησιότητα και την αξία τους.
Η μοναχή Μαρία, από Μονή της Καλαμάτας, μετά την ανάγνωση του βίου του Γέροντα, πήρε ευλογία να επισκεφθεί το μοναστήρι του. Το ταξίδι ήταν πράγματι καθοδηγούμενο από τον Γέροντα, αφού όλα ευκολύνθηκαν κι έφτασε άνετα κι αίσια στο μοναστήρι. Στον ναό που δεν λιβάνιζαν αισθάνθηκε άρρητη ευωδία και στο δωμάτιο του ξενώνα που φιλοξενείτο είδε θαυμαστό φως, που της προκάλεσαν κατάνυξη και δέος για την ουράνια επίσκεψη και την εξαίσια υποδοχή στο μοναστήρι του. Η παρουσία του Γέροντα ήταν αισθητή στον ιερό χώρο. Προσκυνώντας στο τάφο του πείσθηκε πως είχε γνωρίσει ένα μεγάλο προστάτη στην ζωή της, ένα καινούργιο μεσίτη στον Θεό και πως η Μονή φυλάγει έναν πολύτιμο θησαυρό, γι΄ αυτό και νοερά κι΄ ευγνώμονα βρίσκεται εκεί, όπως και πολλές φιλομόναχες ψυχές.
Η μητέρα του κ. Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, κατοίκου Σίψας, τα χαράματα της 4ης Νοεμβρίου 1959 βγήκε στην αυλή του σπιτιού της για κάποια δουλειά και αντίκρυσε θέαμα εξαίσιο. Φωτεινή στήλη κατέ­βαινε από τον ουρανό και κατέληγε πίσω από το ιερό βήμα του ναού της Αναλήψεως στο μοναστήρι. Μπήκε συγκινημένη στο σπίτι και είπε στους δικούς της: «ο Γέροντας έφυγε για τον ουρανό».
Η κ. Αναστασία Τοκμακίδου διηγείται τα εξής: «Ήθελα να κάνω σαρανταλείτουργο για την μητέρα μου στο μοναστήρι, μετά τον θάνατο του Γέροντα. Το κάναμε τέσσερις οικογένειες μαζί, για να μας στοιχί­σει πιο φθηνά, γιατί τότε ήταν φτώ­χεια. Δώσαμε τα ονόματα και άρχισε το σαρανταλείτουργο. Στο τέλος πήγαμε όλες μαζί για να διαβάσουμε το κόλλυβο. Πήγαμε το βράδυ στον εσπερινό και μετά μείναμε στον ξενώνα του μοναστηριού. Στις 12 η ώρα, ενώ ήταν παντού ησυχία κι εγώ ακόμη δεν είχα κοιμηθεί, ακούω κουδουνάκια, όπως του θυμιατού και νόμιζα ότι ήταν αρνάκι που ήταν έξω. Το πρωΐ, όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία, την ώρα που πίνα­με καφέ με την Γερόντισσα Άννα, την ρώτησα αν έχουν αρνάκι με κου­δουνάκια. και μου απάντησε: «Αρνάκι δεν έχουμε, αλλά ο Γέρο­ντας ήλθε να σας θυμιάσει».
Η Γερόντισσα Άννα (Μακκαβαίου) μοναχή της Μονής, όταν με καυτά δάκρυα προσευχόταν στον τάφο του Γέροντα, την ήμερα που η σημερινή ηγουμένη (σημείωση VatopaidiFriend: νυν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Ακυλίνα) επρόκειτο να υποστεί σοβαρή χειρουργική επέμβαση (τον Νοέμβριο του 1973), άκουσε καθαρά την φωνή του Γέροντα από τον τάφο να της λέγει: «Μη φοβάσαι Γερόντισσα, θα γίνει καλά». Τότε ένιωσε μεγάλη παρηγο­ριά και χαρά γέμισε την ψυχή της.
Πράγματι ο ιατρός ομολόγησε μόνος του ότι ένιωθε κάποιον που του οδήγησε το χέρι στην κρίσιμη στιγμή και είπε καθώς έβγαινε από το χειρουργείο πως κάποιον άγγελο έχει αυτή η ψυχή.
Ο κ. Κουλιάρμος Παναγιώτης διηγείται για τον γιό του Θεόδωρο τα εξής: «Όταν γεννήθηκε το παιδί μας, το 1989, τα ματάκια του τσιμπλιάζανε και του πονούσαν, δεν μπορούσε καθόλου να τα ανοίξει και ούτε έβλεπε. Σκεπτόμασταν να του κάνουμε εγχείρηση, όπως μας είπε ο γιατρός. Μία μέρα μας έδωσε μια γειτόνισσα το βιβλίο του Γέρο­ντα και το διάβασα με λαχτάρα. Εκείνο το απόγευμα το παιδί, ενώ ήταν στο κρεβάτι του, άρχισε να κλαίει δυνατά και να τρίβει τα μάτια του. Μόλις πλησίασε η μητέρα του, είδε ότι τα μάτια του άνοιξαν, ήταν καθαρά και έβλεπε. Μετά από δύο χρόνια ήρθαμε να ευχαριστήσουμε τον Γέροντα στο μοναστήρι, Το παιδάκι που ήταν δύο ετών δεν έφευγε από τον τάφο του, και ενώ είχαμε πρόγραμμα να φύγουμε τις πρωϊνές ώρες, μείναμε μέχρι το απόγευμα. Το δε παιδάκι φώναζε συνέχεια «παπούλη» και φιλούσε το καλυμμαύχι του Γέροντα από την φωτογραφία και δεν μπορούσαμε να το απομακρύνουμε από τον τάφο».
Η ευλαβέστατη, απλή και χαρισματούχος μοναχή Άννα από το Δοξάτο Δράμας, πολλές φορές έχει επισκεφθεί το μοναστήρι και παρέ­μεινε σε αυτό επί αρκετές ημέρες. Ένα πρωινό στο τέλος του Όρθρου, που τελούνταν στον ναό της Αναλήψεως, έβλεπε μπροστά της τον Μακαριστό Γέροντα ολοζώντανο και, ενώ οι αδελφές την παρακινούσαν να προχωρήσει μετά την Γερόντισσα για να προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, αυτή στεκόταν ακίνη­τη σαν αποσβολωμένη και απορούσε, πως την προτρέπουν να προσπεράσει τον Γέροντα.
Η κ. Ιλιάδα, σύζυγος του κ. Αλεξάνδρου Όσσα, παθολόγου ιατρού στην Δράμα, ο οποίος υπήρξε προσωπικός ιατρός του Γέροντα, μας διηγήθηκε ότι αρκετά χρόνια μετά την κοίμηση του Γέρο­ντα τον είδε στον ύπνο της ολοζώ­ντανο, ενδεδυμένο με βυσσινιά χρυ­σοκέντητη ιερατική στολή, να στέκε­ται έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Από την λαχτάρα της πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε, ζαλισμένη ακόμη από τον ύπνο, ν΄ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν ήταν κανείς. Είχε ξυπνήσει και ο σύζυγος της και την ρώτησε τί συνέβη. Ενώ του διηγιόταν το όνει­ρο με τον Γέροντα, αντελήφθησαν ότι στο καθιστικό, που τους χώριζε μια τζαμόπορτα, είχε ανάψει φωτιά, από το αναμμένο καντήλι. Καίγο­νταν τα ντουλάπια, οι εικόνες όμως δεν είχαν πάθει τίποτα. Την διάσωσή τους και του σπιτιού τους την θεώρησαν ως θαύμα του Γέροντα.
Ο κ. Σταύρος Πετρικεχαγιάς, που κατάγεται από το χωριό Καλό Αγρό Δράμας, βρίσκεται από το 1975 στην Πενσυλβάνια Αμερικής· διηγείται ότι τον βάπτισε ο Γέροντας και από μικρός θυμάται ότι τον δίδασκε πως πρέπει να είναι η ζωή του. Την άνοιξη του 2001, που ήλθε στην Ελλάδα, επισκέφθηκε την Μονή για να προσκυνήσει στον τάφο του νονού του, για τον οποίο έτρεφε μεγάλο σεβασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη, γιατί τρεις φορές τον έσωσε από βέβαιο θάνατο και πολ­λές φορές ένιωσε την προστασία τον και την θαυματουργική επέμβαση του στην ζωή του. Την πρώτη φορά· νέος ακόμη, κινδύνευσε να πνίγει στο ποτάμι και τον γλύτωσε ο αδελφός του, που παρουσιάστηκε ξαφνι­κά μπροστά του. μόλις επικαλέστηκε την βοήθεια του Γέροντα.
Την δεύτερη φορά. όταν υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό και επρόκειτο να πλεύσουν για την Ρόδο, ενώ είχαν επιβιβαστεί, την τελευταία στιγμή του άλλαξαν καράβι. Κατά τον πλου, το πρώτο καράβι βυθίστηκε και από τους 45 ναύτες οι 37 πνίγηκαν. Αυτήν την σωτηρία του πιστεύει ακράδαντα ότι την οφείλει στον πολυσέβαστο Γέροντα Γεώργιο, γιατί πάντοτε τον επεκαλείτο σε κάθε δύσκολη ενέργειά του.
Η τρίτη θαυμαστή επέμβαση του μακαριστού Γέροντα συνέβη στην Αμερική, όπου εργαζόταν κατά το έτος 1995 για την κατασκευή μεγά­λης δεξαμενής νερού. Βρισκόταν πάνω σε σκαλωσιά κι΄ έπεσαν και οι δύο κάτω στο έδαφος. Ο άλλος εργάτης έμεινε επί τόπου νεκρός. Ο κ. Σταύρος, καθώς έπεφτε με το κε­φάλι κάτω, ένιωσε κάποια στιγμή έναν να τον γυρίζει ορθό. Καθώς έπεφτε με τόση ορμή ανάμεσα στα σίδερα της σκαλωσιάς από τόσο ύψος, έτρεξαν οι συνάδελφοι του να τον βρουν κι αυτόν νεκρό. Προς μεγάλη τους έκπληξη και χαρά είδαν ότι ήταν ζωντανός. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο κι επί τρεις εβδομά­δες ήταν σε αφασία. Είχε πολλά κατάγματα και χρειάστηκαν σχεδόν δύο χρόνια για να αποκατασταθεί σχετικά η υγεία του. Την σωτηρία του απέδωσε στον Γέροντα. Ο αδελ­φός του μάλιστα ένα βράδυ μετά το ατύχημα είδε τον Γέροντα στον ύπνο του και του είπε: «Έγώ μόνο τον ίσιωσα, δεν πρόφτασα να τον κρατή­σω». Ο ίδιος ομολογεί ότι δεν ήταν αδυναμία του Γέροντα να τον κρα­τήσει, άλλά ότι ήταν ένα ράπισμα από τον Γέροντα η περαιτέρω ταλαι­πωρία του για να αλλάξουν πολλά πράγματα στην ζωή του. Ωστόσο του είχε μείνει κάποια δυσκολία στα γόνατα και στην μέση, ώστε δεν μπορούσε να γονατίσει καθόλου.
Το επόμενο έτος, Ιούνιος 1998, ήλθε στην Ελλάδα με σκοπό να ευχαριστήσει τον Γέροντα, γιατί πί­στευε ότι ήταν ο σωτήρας του. Μόλις αντίκρυσε τον τάφο του συγκινήθηκε κι αυθόρμητα γονάτισε για να τον ασπαστεί. Ήταν η πρώτη φορά που γονάτιζε μετά το ατύχημα. Σηκώθηκε τέλος με ευκολία, χωρίς να κρατηθεί από πουθενά.
Έκτοτε νοιώθει υγιέστατος, δίχως κανένα πρόβλημα.
Ο ίδιος κ. Σταύρος καταθέτει κάποια περιστατικά που είχε δει στο μοναστήρι όταν ζούσεο ο Γέροντας. Κατά την Θεία Μετάληψη αρνήθηκε μια φορά να κοινωνήσει μια κυρία. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Θεόδωρος Παυλίδης τον ρώτησε γιατί δεν την κοινώνησε και ο Γέροντας του είπε με πόνο: «είδα ένα σκυλί με ευαγγέλιο στο στόμα». Και εξήγησε: ορκίστηκε ψέματα στο δικαστήριο κι αδίκησε άνθρωπο». Κάποια άλλη φορά η θεία του ήλθε στο μαναστήρι να κοινωνήσει τα παιδιά της, ενώ τα άφησε να φάνε αυγά. Ο Γέροντας με το χάρισμά του το γνώριζε και με κανένα τρόπο δεν ήθελε να τα κοινωνήσει. Της είπε «τα τάϊσες αυγά και ήρθες να τα κοινωνήσεις;»
Δεν θα ήθελα όμως να κλείσω την παρούσα προσθήκη, δίχως να αναφερθώ σε ένα προσωπικό γεγονός. Όταν πολιός, σεβάσμιος, χαρισματούχος Αγιορείτης Γέροντας μελέτησε το βιβλίο -ας σημειωθεί ότι τον έχει εικονογραφήσει και τον τιμά από καιρό ως άγιο- και συναντηθήκαμε, με αγκάλιασε, με ασπάστηκε και μου είπε: «Μόνο για την βιογραφία που έγραψες του όσιου Γεωργίου Καρσλίδη συγχωρέθηκαν οι μισές αμαρτίες…». Τώρα που ο Γέροντας κοιμήθηκε μπορούμε να αναφέρουμε το όνομά του. Πρόκειται για τον πνευματοφόρο Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη.
Ο Γέροντας Γεώργιος σήμερα ζει στις καρδιές όλων ως άγιος και ο τάφος του αποτελεί προσκύνημα. Η ευχή του ας μας συνοδεύει όλες τις ημέρες της ζωής μας.

ΠΗΓΗ