Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 20 Αυγούστου 2017. (Ἡ παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων)



Κυριακὴ ΙA' Ματθαίου (Ἡ παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 23 - 35
23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. 

Απόδοση στη Νεοελληνική (Ι. Θ. Κολιτσάρα)


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 23 - 35
23 Το καθήκον να συγχωρούμεν αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστον. Δι' αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθή με ένα βασιλέα, που ηθέλησε να λογαριασθή με τους δούλους του, στους οποίους είχεν εμπιστευθή την διαχείρισιν των οικονομικών του. 24 Εκεί δε που ήρχισε να εξετάζη τους λογαριασμούς, του έφεραν βιαίως έναν, που του χρεωστούσε το τεράστιον πόσον των δέκα χιλιάδων ταλάντων. 25 Επειδή δε δεν είχε να επιστρέψη όσα χρεωστούσε, διέταξε ο κύριός του να πωληθή ως δούλος αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, δια να εξοφληθή έτσι έστω και μέρος από το χρέος. 26 Επεσε τότε κατά γης ο δούλος εκείνος, τον επροσκυνούσε και έλεγε· “Κυριε, δείξε επιείκειαν και μακροθυμίαν εις εμέ και όλα όσα σου χρεωστώ, θα σου τα πληρώσω”. 27 Εφάνη δε σπλαγχνικός ο Κυριος του δούλου εκείνου, τον αφήκεν ελεύθερον και του εχάρισεν όλον το χρέος. 28 Αλλ' εκείνος ο δούλος όταν εβγήκεν έξω, ευρήκε ένα από τους συνδούλους του, ο όποιος του χρεωστούσε το μηδαμινόν ποσόν των εκατό δηναρίων. Αμέσως τον επιασε και τον επίεζε κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον λέγων· Πλήρωσέ μου ο,τι μου χρεωστάς. 29 Επεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος εις τα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγων· Δείξε σε μένα επιείκειαν και μακριθυμίαν και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα. 30 Αυτός δε δεν ήθελε να ακούση τίποτε, αλλά επήγε και τον κατήγγειλε εις τας αρχάς και τον έβαλε εις την φυλακήν, έως ότου πληρώση το χρέος του. 31 Οι άλλοι σύνδουλοί του, όταν είδαν αυτά που έγιναν, ελυπήθηκαν πάρα πολύ και ελθόντες στον κύριόν των του διηγήθηκαν με ακρίβειαν όλα τα γεγονότα. 32 Τοτε εκάλεσε αυτόν ο κύριός του και του είπε· Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιον εκείνο χρέος σου το εχάρισα, διότι με παρεκάλεσες. 33 Δεν έπρεπε και συ να λυπηθής και να ελεήσης τον σύνδουλό σου, όπως εγώ ο Κυριος σου σε ελυπήθηκα και σε ελέησα; 34 Και οργισθείς ο κύριός του τον έβαλε εις την φυλακήν και τον παρέδωκε στους βασανιστάς, δια να τον βασανίζουν, μέχρις ότου εξοφλήση όλον το χρέος του. 35 Ετσι και ο Πατήρ μου ο επουράνιος θα κάμη εις σας εάν δεν συγχωρήτε ο καθένας στον αδελφόν του, με όλην σας την καρδιά, τα πταίσματα, που έχει κάμει απέναντί σας”. 

Το Ιερό Κήρυγμα


Κυριακή ΙΑ Ματθαίου Ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι..., ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου
(Ματθ. ιη΄ 23 – 35)

Ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, εἶναι ὁ Πατέρας καί Κύριός μας. Αὐτός μᾶς ἐδημιούργησε καί ὁ Ἴδιος ἐπίσης μᾶς ἀναγέννησε, ὅταν ἐπέσαμε ἀνεπανόρθωτα καί μᾶς υἱοθέτησε πάλι, χάρις στή μεσιτεία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός μᾶς κυβερνᾶ καί συντηρεῖ καί προστατεύει. Αὐτός μᾶς εὐεργετεῖ καθημερινά, ἑτοιμάζοντάς μας, συγχρόνως, τήν ἄφθαρτη καί αἰώνια κληρονομιά τῆς Βασιλείας Του. Ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς συγγνώμης, μέσα στόν ἀπύθμενο ὠκεανό τῆς ἀγάπης Του, ἀφήνει κάθε φορά, πού Τοῦ τό ζητᾶμε, νά ἀφανισθῇ ἡ σταγόνα τῶν ἁμαρτημάτων μας.

Σ’Αὐτόν, ὄπως καί ὁ δοῦλος τῆς παραβολῆς – χρωστᾶμε τό ἀνεξόφλητο χρέος τῶν μυρίων ταλάντων. Ἡ πρός Ἐκεῖνον διαγωγή μας, μέ τίς τόσες ἐλλείψεις καί παραβάσεις τοῦ θείου Νόμου, μέ τά καθημερινά παραστρατήματα τῆς σκέψεως, τῆς καρδιᾶς, τῆς γλώσσας καί ὅλων γενικά τῶν μελῶν τοῦ σώματος καί τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ψυχῆς μας, δημιουργεῖ τά ὀφειλήματα ἀπέναντί Του καί αὐξάνει τό βάρος τῆς ἐνοχῆς μας. Ταλαίπωρα πλάσματα! Σκλάβοι στά πάθη μας, καταπληγωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀνίκανοι γιά τίς μεγάλες πνευματικές ἀνατάσεις, δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, θά εἴμαστε καταδικασμένοι νά ἀντιμετωπίσωμε τή δικαιοσύνη τοῦ ἀδεκάστου Κριτῆ καί, ἑπομένως, τήν αἰωνία τιμωρία, ἄν ἡ ἔπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δέν ἄνοιγε τίς ἀνεξάντλητες πηγές τοῦ ἐλέους Του νά καταλούσουν τίς πληγές μας. Ὅμως, τό παντοδύναμο χέρι Του εἶναι ἀδύνατο νά διαγράψῃ τό χρέος τῶν μυρίων ταλάντων, ἄν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι , οἱ μικροί καί ἀδύνατοι, δέν Τόν βοηθήσωμε. Τό γιατί μᾶς τό λέγει ἡ τιμωρία τοῦ ἀσπλάχνου ὀφειλέτη. «Ἐδει καί σέ ἐλεῆσαι...,ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα». Καί «οὕτω καί ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐάν μή ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν τά παραπτώματα αὐτῶν».

Θέλει δηλ. ὁ Κύριός μας, ἡ δική Του μεγαλοψυχία καί ἀνεξικακία νά εὑρίσκῃ ἀπήχηση στίς καρδιές μας καί κάποιαν ἀνταπόκριση στίς κοινωνικές μας σχέσεις. Θέλει νά γίνωμε μεγαλόψυχοι, μακρόθυμοι, ἐλεήμονες στά σφάλματα τῶν συνδούλων, τῶν συνανθρώπων μας, πρός ἐμᾶς τούς ἴδιους. Και τότε ἡ ἀγάπη αὐτή, πού μακροθυμεῖ, «πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει καί οὐδέποτε ἐκπίπτει», θά βρῇ ἀνταπόκριση στούς οὐρανούς, ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νά εἴμαστε συνεπεῖς, ὅταν τοῦ λέγωμε: «Ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Θέλει νά εἴμεθα γνήσια παιδιά τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «χρηστός ἐστιν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς».

Θέλει νά βασιλεύωμε στά πάθη μας καί νά κυριαρχοῦμε στά ἐνστικτά μας. Θέλει νά ψάλωμε, ὅπως ὁ Δαυίδ τό ἆσμα τῆς ἀνεξικακίας ἐπάνω στή λύρα τῆς ἀγάπης. Θέλει νά ἀνεβαίνωμε συχνά μέχρι τό Γολγοθᾶ καί νά μένωμε ἐκστατικοί μπροστά στό δυσθεώρητον ὕψος τῆς ἀνεξικακίας καί μεγαλοψυχίας τοῦ Ἐσταυρωμένου, καί ἀκούοντάς Τον, μέσα στό σκοτάδι τοῦ πόνου καί τῆς ἀνθρώπινης κακίας, νά λέγῃ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς ۠ οὐ γάρ οἴδασι τι ποιοῦσι», νά βαδίζωμε ἐπί τά ἴχνη Του.
«Ἄφετε καί ἀφεθήσεται ὑμῖν». Εἶναι νόμος κάι ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, εἶναι πηγή ψυχικῆς γαλήνης. Εὐτυχισμένοι ὅσοι θά τόν ἐφαρμόσουν καί θά τόν πειραματισθοῦν. Ἀμήν!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου