Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Οκτωβρίου 2017. (Η Θεραπεία τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν)


Ϛ' Λουκᾶ (Θεραπεία τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν). Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου καί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰγνατίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 26 - 39
26 Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας. 27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνὴρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς


Απόδοση στη Νεοελληνική(Ι. Θ. Κολιτσάρα)
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 26 - 39
26 Επειτα από αυτά έπλευσαν και αγκυροβόλησαν εις την χώραν των Γαδαρηνών, η οποία είναι αντίπερα από την Γαλιλαίαν. 27 Οταν δε ο Ιησούς εβγήκεν εις την ξηράν, τον συνάντησεν ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν εφορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα εις τα μνήματα. 28 Οταν όμως είδε τον Ιησούν εκραύγασε δυνατά, έπεσεν εις τα πόδια του και με φωνήν μεγάλην είπε· “ποία σχέσις υπάρχει ανάμεσα εις εμέ και σε, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσης και μη με κλείσης από τώρα στον φρικτόν Αδην”. 29 Είπε δε αυτά ο δαιμονιζόμενος, διότι ο Χριστός διέταξε το ακάθαρτον πνεύμα να βγη και να φύγη από τον άνθρωπον, επειδή από πολλά χρόνια τον είχεν αρπάξει και κυριεύσει. Οι δε άλλοι άνθρωποι, ένεκα της αγριότητος αυτού, τον έδεναν με αλυσίδες και με ισχυρά δεσμά εις τα πόδια, δια να τον φυλάσσουν, ώστε να μη επιτίθεται και κακοποιή τους άλλους. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και ωδηγείτο βιαίως από τον δαίμονα εις ερημικούς τόπους. 30 Τον ερώτησε δε ο Ιησούς, λέγων· “ποιό είναι το όνομά σου;” Εκείνος δε απήντησε· “λεγεών”. Διότι πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει στον άνθρωπον αυτόν. 31 Και παρακαλούσαν τα δαιμόνια αυτόν, να μη τα διατάξη και πάνε εις τα τρίσβαθα του Αδου. 32 Ητο δε εκεί μία αγέλη με πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό· και τον παρακαλούσαν τα δαιμόνια να τους δώση την άδειαν να μπουν εις εκείνους τους χοίρους. Και τους το επέτρεψεν ο Κυριος (διότι κατά λόγον δικαιοσύνης έπρεπε να τιμωρηθούν με την απώλειαν των χοίρων οι ιδιοκτήται των, επειδή τους έτρεφαν, μολονότι αυτό απηγορεύετο από τον μωσαϊκόν νόμον). 33 Αφού δε εξήλθον τα δαιμόνια από τον άνθρωπον, εμπήκαν στους χοίρους και ώρμησε ασυγκράτητο όλο το καπάδι επάνω στον κρυμνόν, ερρίφθη από εκεί εις την θάλασσαν και επνίγησαν οι χοίροι. 34 Οταν δε οι βοσκοί είδαν το γεγονός αυτό, έφυγαν και το ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις όσους συναντούσαν, από αυτούς που έμεναν στους αγρούς. 35 Εβγήκαν δε από την πόλιν οι άνθρωποι, δια να ίδουν αυτό που έγινε. Ηλθαν στον Ιησούν και είδαν τον άνθρωπον, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να κάθεται κοντά εις τα πόδια του Ιησού, ντυμένος, ήρεμος και φρόνιμος, και εφοβήθησαν. 36 Είχαν δε διηγηθή εις αυτούς εκείνοι που είδαν το γεγονός, πως ελευθερώθηκε ο δαιμονιζόμενος. 37 Και όλον το πλήθος της περιοχής των Γαδαρηνών τον παρεκάλεσαν να φύγη από αυτούς, διότι είχαν κυριευθή από μεγάλον φόβον, δια την τιμωρίαν που τους επεβλήθη. Ενοχοι δε και δι' άλλα καθώς ήσαν, εφοβούντο πολύ και άλλας τιμωρίας. Ο δε Ιησούς εμπήκε στο πλοίον και επέστρεψε. 38 Παρακαλούσε δε αυτόν ο άνθρωπος, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να μένη μαζή του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε ειρηνικά εις την πόλιν του, λέγων· 39 “γύρισε στο σπίτι σου και να διηγήσαι όσα έκαμε εις σε ο Θεός”. Και εκείνος έφυγε και διαλαλούσε εις όλην την πόλιν, όσα ο Ιησούς έκαμε εις αυτόν.

Το Ιερό Κήρυγμα




Κυριακὴ ΣΤ΄Λουκᾶ

(Λουκ. η΄ 26-39)

Ἡ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου τῶν Γαδαρηνῶν


Τὴν τραγικὴ πραγματικότητα τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Σατανᾶ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὴ δυνατότητα ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸ κακὸ, ποὺ παρέχει πάντα ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, ἀποκαλύπτει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφερόμενος στὸ γεγονὸς τῆς μετάβασης τοῦ Κυρίου στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν καὶ τῆς συνάντησεώς Του μὲ ἄνδρα «ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν», διαπιστώνει τὸ διαβρωτικὸ καὶ καταστρεπτικὸ ρόλο τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων στὸ ἀνθρώπινο γένος μέσα στοὺς αἰῶνες, ἀλλὰ παράλληλα φανερώνει τὴν καταλυτικὴ ἐξουσία ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς κατὰ τοῦ διαβόλου.

Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὅταν κάνει λόγο στὸ σύγχρονο κόσμο γιὰ τὸν δαίμονα καὶ τὶς δυνάμεις του, δὲν σημαίνει ὅτι παραπέμπει τὸν ὀρθολογιστὴ ἄνθρωπο νὰ ψάξει νὰ τὸν βρεῖ στὶς τερατόμορφες παραστάσεις ἄλλων ἐποχῶν, γιὰ νὰ τὸν ἐκφοβίσει. Ἀλλὰ ἀπευθύνεται μὲ σκοπὸ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἀνιχνεύσει μέσα ἀπὸ τὰ γεγονὸτα τῆς ζωῆς του τὴν κρυπτόμενη παρουσία καὶ ἐπέμβασή του, τονίζοντας παράλληλα τὴν παρήγορη ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος ἦρθε «ἵνα καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον».

Εἶναι ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα πὼς ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κομπάζει γιὰ τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ του, γιὰ τὴν πολύπλευρη ἐπιστημοσύνη του, γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογίας του, γιὰ τὰ κατοχυρωμένα δικαιώματά του, καὶ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν ἀσύδοτη ἐλευθερία του καὶ τὴν ἀσύλληπτη δυνατότητά του σὲ κάθε τομέα τῆς ζωῆς. Στὸν κόσμο αὐτὸ ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας σήμερα περὶ δαιμονίων ξενίζει, προκαλεῖ, ἀμφισβητεῖται, παραπέμπει στὸ σκοταδιστικὸ παρελθόν, ἀφοῦ ὅ,τι μᾶς βασανίζει, ἡ χωρὶς βάθος γνώση μας τὸ περιορίζει στὴν ψυχικὴ ἀνισορροπία.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὰ σκληρὰ περιστατικὰ τοῦ καθημερινοῦ ἀβίωτου πλέον βίου μας, δηλαδὴ ἡ ἀπουσία τῆς ἀνθρωπιᾶς, ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, ἡ ἀποκαθήλωση τῶν ἰδεωδῶν, τὸ ἀναποδογύρισμα τῶν ἀξιῶν, τὸ γκρέμισμα τῶν θεσμῶν, ἡ ἀποτυχία τῶν πολιτικοκοινωνικῶν μας συστημάτων, ἡ διάλυση τῆς οἰκογένειας, ἡ ἐπίμονη ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐντοπίσουμε τὴ διαβρωτικὴ παρέμβαση τοῦ προαιώνιου ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀναφορὰ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς στὸ ἀλλοιωμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου. Στὴ δύστυχη αὐτὴ ὕπαρξη, κύρια χαρακτηριστικὰ συμπεριφορᾶς ἔγιναν ἡ διάθεση γυμνότητας, ἡ ἔλλειψη μέτρου, ἡ ἀπροθυμία κοινωνικότητας, ὁ πόθος παραμονῆς σὲ σκοτεινοὺς καὶ δυσώδεις τόπους, ἡ ἀφηνιασμένη δύναμη στὰ χέρια, ὥστε νὰ σπάζει ἀκόμη καὶ ἁλυσίδες, ἡ θορυβώδης ἐμφάνιση, ἡ μανιώδης ἐπίθεση καὶ τέλος, ἀκόμη χαρακτηριστικότερος, ὁ φόβος τοῦ δαίμονα νὰ ἀντικρύσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Σήμερα, ἐξακολουθοῦν καὶ ὑφίστανται στὴν πολιτισμένη κοινωνία μας τέτοια χαρακτηριστικὰ μὲ κυριότερες ἐκδηλώσεις τὶς συμπεριφορὲς ἀναρχικῶν, τρομοκρατῶν, ληστῶν, ἀπατεώνων, τὴν ἀπειλὴ τῶν πάσης φύσεως βιαστῶν, ἐμπόρων ναρκωτικῶν καὶ γενικὰ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων νὰ ἑνώσουν τὶς δυνάμεις τους σὲ κοινωνία προσώπων. Χαρακτηρίζεται δὲ αὐτὴ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν ὑπαρξιακὴ μοναξιὰ τῶν μελῶν της, ἀπὸ τὴν γενικευμένη ἐπικράτηση τοῦ κακοῦ, ἀπὸ τὴν αὔξηση τῆς ἐγκληματικότητας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιμονή τῶν ἀνυποψίαστων «προοδευτικῶν» ποὺ ἀποκλείουν ἐπιστημονικῶς τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν μεθοδεία τοῦ διαβόλου.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, θεμελιωμένη στὴν ἁγιογραφικὴ μαρτυρία καὶ στὴν Πατερική σοφία, δίνει πειστικὲς ἐρμηνεῖες γιὰ ὅσα συμβαίνουν, γνωρίζοντάς μας πὼς τὰ δαιμόνια εἶναι προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου μὲ συνείδηση καὶ ἐλευθερία. Μᾶς διδάσκει ἐπίσης ὅτι τὸ κακὸ προϋ-ποθέτει ὑπευθυνότητα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι αὐθύπαρκτο, δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀφηρημένη πραγματικότητα, ἀλλὰ καρπός ἐλεύθερης πράξης καὶ ἀποτέλεσμα συνειδητοῦ σκοποῦ.

Πολυσήμαντη ἀκόμη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι τὸν δαίμονα τὸν δημιούργησε ἡ φιλαυτία του, ὁ ἐγωισμός του καὶ ἡ ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτὸ καὶ σκοπός του ἔκτοτε ἔγινε ἡ κυριαρχία του ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔργο του ἡ διάσπαση τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο.

Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ διάβολος ἐπιδιώκει τὴν προσωρινὴ ἢ καὶ τὴν αἰώνια ἐξόντωση τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέλαβε, ἐπίσης, τόν ρόλο τοῦ ὑποβολέα τοῦ κακοῦ στὴν ἐλεύθερη συνείδηση καὶ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, μισῶντας τὴν ἁρμονία, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν τάξη τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅμως οἱ ἐνέργειές του, οἱ σκοποί του καὶ οἱ δυνάμεις του καταλύονται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του.

Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ κατὰ τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων συνεχίζει στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία, ὡς τὸ παρατεινόμενο στὴν ἱστορία ἀναστημένο σῶμα Του. Μέσα στὸ πνευματικὸ αὐτὸ ἐργαστήριο ὁ Θεὸς ἐπιστρατεύει τοὺς ἁγίους Του, οἱ ὁποῖοι διεξάγουν ἀόρατο πόλεμο κατὰ τοῦ διαβόλου, ποὺ μεταχειρίζεται ἀνθρώπους καὶ φυσικὰ φαινόμενα, γιὰ νὰ καταστρέψει τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ ὀνόματος «λεγεών», δηλαδὴ τῆς ὕπαρξης χιλιάδων δαιμόνων μέσα στὸν δαιμονισμένο.

Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διασώσει καὶ νὰ διαφυλάξει τὴν ὕπαρξή του, ὅταν συνειδητὰ καὶ ἐλέυθερα ἐντάξει τὸν ἑαυτό του στὴν κοινωνία τῶν ἁγίων· στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἔνταξη αὐτὴ ἀποτελεῖ ὑπέρβαση τῆς μοναξιᾶς καὶ ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστὸς τότε ἀποθεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δὲν κινδυνεύει πιά, ἐπειδὴ μετέχει στὴν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου καταλύονται, δηλαδὴ καταργοῦνται, οἱ διασπαστικὲς δυνάμεις τοῦ κράτους τοῦ διαβόλου.

Ἀδελφοί μου,

τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ἀξία τῆς μετοχῆς σ’ αὐτὴν τὴν μυστηριακὴ ἑνότητα ποὺ μᾶς διασώζει, μποροῦμε νὰ τὴν κατανοήσουμε περισσότερο μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς πρωτοχριστιανικῆς, ξεχωριστῆς σὲ τυπικὸ Θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἡ ὁποῖα τελεῖται σὲ πολλοὺς Ἱεροὺς Ναούς, μὲ ἀφορμὴ τὴ μνήμη του σήμερα. Τὸ ἱερὸ αὐτὸ πρόσωπο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὴν καθολική του ἐπιστολὴ ὑπογραμμίζει τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ αὐθεντικὴ πίστη στὸν Χριστό ἐκδηλώνεται μὲ ἔργα ἀγάπης. Ὑπαινίσσεται ὅμως καὶ κάτι ποὺ συνήθως ξεχνᾶμε, ὅτι μόνον ἐν Χριστῷ ξαναβρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας ἀκυρώνοντας ὅσα μᾶς χωρίζουν καὶ μᾶς διαιροῦν. Ἔτσι ὑπερνικοῦμε τὴ διάσπαση καὶ βιώνουμε τὴν ἑνότητα καὶ τὴ σωτηρία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου