Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 30 Οκτωβρίου 2016. (Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου)



Ε' Λουκᾶ (Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου). Κλεόπα καί Ἀρτεμᾶ ἐκ τῶν Ο΄ Ἀποστόλων. Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας καί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωσήφ, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.


Αρχαίο κείμενο

 

 


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙϚ´ 19 - 31
19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτοὺς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙϚ´ 19 - 31
19 Ειδικώτερα δε δια τον πλούτον ακούσατε και αυτήν την παραβολήν· Ενας άνθρωπος ήτο πλούσιος και εφορούσε κόκκινον πανάκριβον ένδυμα και λευκόν, λινόν πολυτελή χιτώνα. Και κάθε ημέρα ηυφραίνετο με πολυδάπανα λαμπρά συμπόσια. 20 Εζούσε δε τότε και κάποιος πτωχός ονάματι Λαζαρος, ο όποιος ήτο παραπεταμένος κοντά εις την μεγάλην εξώπορτα του πλουσίου, γεμάτος από πληγάς. 21 Και αυτός επιθυμούσε να χορτάση την πείνα του από τα ψίχουλα, που έπιπταν από το τραπέζι του πλουσίου. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, οι σκύλοι έγλειφαν τας πληγάς του γυμνού σχεδόν σώματός του. 22 Συνέβη δε να πεθάνη ο πτωχός και να μεταφερθή από τους αγγέλους εις τας αγκάλας του Αβραάμ, στον παράδεισον δηλαδή όπου ο Αβραάμ μαζή με τους δικαίους αναπαύονται και ευφραίνονται. Επέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη με πολλήν μεγαλοπρέπειαν. Η ψυχή του όμως κατέβηκε στον Αδην. 23 Και στον Αδην όπου εβασανίζετο, εσήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακρυά και τον Λαζαρον εις τας αγκάλας του. 24 Και αυτός, που τόσην αδιαφορίαν και σκληρότητα είχε δείξει, όταν ζούσε εις την γην, εφώναξε τώρα και είπε· Πατερ Αβραάμ, σπλαγχνίσου με και στείλε τον Λαζαρον να βρέξη την άκρη από το δάκτυλο του στο νερό και να δροσίση την γλώσσαν μου, διότι πονώ φοβερά μέσα εις την βασανιστικήν αυτήν φλόγα του Αδου. 25 Είπε δε ο Αβραάμ· Τεκνον, θυμήσου, ότι συ απήλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου εις την ζωήν σου και ο Λαζαρος ομοίως εδοκίμασε τα κακά της φτώχειας και της ασθενείας. Τωρα δε αυτός εδώ παρηγορείται και ευφραίνετε δια την υπομονήν, που έδειξε στον καιρόν της θλίψεώς του, συ δε κατά λόγον δικαιοσύνης βασανίζεσαι δια την φιλαυτίαν σου και την σκληρότητα της καρδίας σου. 26 Και επί πλέον μεταξύ του τόπου, που είμεθα ημείς, και του τόπου που είσθε σεις, έχει στηριχθή μέγα και ανυπέρβλητον χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ εις σας να μη ημπορούν ούτε και αυτοί, που είναι στο μέρος σας να μην ημπορούν να περάσουν προς ημάς. 27 Είπε δε ο πλούσιος· Τοτε σε παρακαλώ, πάτερ, να στείλης τον Λαζαρον στο πατρικό μου σπίτι, 28 διότι έχω εκεί πέντε αδελφούς, στείλε τον να τους διαβεβαιώση δι' αυτά που συμβαίνουν εδώ, ώστε να μη καταντήσουν και αυτοί στον τόπον τούτον των βασάνων. 29 Λεγει εις αυτόν ο Αβραάμ· Εχουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας· ας ακούσουν αυτών τας μαρτυρίας. 30 Εκείνος δε είπε· όχι, πάτερ Αβραάμ, δεν θα προσέξουν την μαρτυρίαν του Μωϋσέως και των προφητών. Αλλά εάν κανείς από τους πεθαμένους υπάγη προς αυτούς, θα μετανοήσουν. 31 Είπε δε εις αυτόν ο Αβραάμ· εάν δεν ακούσουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας, δεν θα πεισθούν και αν ακόμη αναστηθή κάποιος εκ νεκρών”. (Οταν λείπη η καλή διάθεσις ούτε και το μεγαλύτερον θαύμα ημπορεί να οδηγήση εις πίστιν και μετάνοιαν). 


Το Ιερό Κήρυγμα



Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)

Α) ΠΛΟΥΣΙΟΙ & ΦΤΩΧΟΙ

ΤΟ Εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα βιβλίο ἀνεκτιμήτου ἀξίας. Μηδέν μπροστά του ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται», εἶπε ὁ Κύρι­ος, «οἱ δὲ λό­γοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ἡ ἱ­στορία εἴκοσι αἰώνων ἀποδεικνύει, ὅτι εἶ­νε τὸ αἰώνιο βιβλίο. Ὅπως κανείς δὲ μπο­ρεῖ νὰ σβή­σῃ τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶ­νε ὁ πνευματικὸς ἥλιος τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπόδειξις ἡ σημερινὴ περικοπή. Εἶνε μιὰ ὑ­πέροχη παραβολὴ τοῦ Κυρίου, ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

Παρουσιάζονται κυρίως δύο πρόσωπα· ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχός, ὁ ἕνας στὴν κόλασι ὁ ἄλλος στὸν παράδεισο. Μποροῦμε ἆραγε ἀπ᾽ αὐτὸ νὰ βγά­λουμε τὸ συμπέρασμα, ὅτι κάθε πλούσι­ος θὰ πάῃ στὴν κόλασι καὶ κάθε φτωχὸς στὸν πα­ράδεισο; Ὄχι. Τὸ συμπέρασμα δὲν εἶ­νε ὀρ­θό. Δι­ότι στὴν ἴδια τὴν παραβολὴ βλέ­που­με, ὅτι μέσα στὸν παράδεισο ἔλαμπε σὰν ἄ­στρο φωτεινὸ – ποιός; Ἕνας πλούσιος· ὁ Ἀ­βραάμ. Πῶς κέρδισε αὐτὸς τὸν παράδεισο;
Ὁ Ἀβραὰμ ἔζησε ἀντίθετα ἀπὸ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς. Ζοῦσε κάτω ἀπὸ σκηνές. Ἡ ζωή του λιτὴ καὶ ἀπέριττη. Καὶ πρὸ παντὸς ἦ­ταν φιλόξενος. Ὅ­πως ὁ ψαρᾶς ῥίχνει τὸ δίχτυ νὰ πιάσῃ ψάρια, ἔτσι αὐτὸς κάθε μέρα ἅ­πλωνε τὸ δίχτυ τῆς φιλαν­θρωπίας· ὅποιον ξένο ἔβλεπε, τὸν φιλοξενοῦ­σε στὴ σκηνή του.
Πλούσιος λοιπὸν ὁ Ἀβραάμ, καὶ τὸν βλέπου­με στὴν καρδιὰ τοῦ παραδείσου. Πλούσι­ος ἦ­ταν καὶ ὁ Ἰώβ, ἄλλη προσωπικότης τῆς πα­λαι­ᾶς διαθήκης, ποὺ ἦταν προστάτης χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, κοινωνικὸς καὶ μεταδοτικός. Πλούσι­ος ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, καὶ πούλησε ὅ­λη τὴν περιουσία του γιὰ νὰ τὴ δώσῃ στοὺς φτωχούς. Πλούσιοι ἦταν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι.
Πλούσιοι ὑπῆρξαν στὴν πατρίδα μας καὶ οἱ ἐ­θνικοὶ εὐεργέται. Τώρα δὲν ὑπάρχουν πλέον τέτοιοι. Ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς ἔχει σήμερα πλουσίους, ἀλλὰ οἱ εὐεργέτες ἔλειψαν. Μαζὶ μὲ ἄλ­λες ὡραῖες παραδόσεις τῆς φυλῆς μας ἔ­σβησε κι αὐτή· σπανίζουν τώρα οἱ εὐεργέτες.
Στὶς 8 Νοεμβρίου, τῶν Ταξιαρχῶν, ἡ Φλώρι­­να ἑορτάζει τὴν ἀπελευθέρωσί της ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό. Ἀλλὰ γιὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ νίκη, ὁ θρίαμβος τοῦ ᾽12, ποιός συνετέλεσε; Οἱ μεγά­λοι εὐεργέτες, ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ. Μι­κρὸ παιδί, ἔφυγε ἀπὸ τὸ ὑπόδουλο Μέτσοβο καὶ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τριάντα χρόνια δούλεψε σκληρά, ἀπέκτησε μεγάλη περιουσία, καὶ τὴν ἔ­δω­σε ὅλη στὸ ἔθνος. Ἔτσι ἀγοράστη­κε τὸ θρυλικὸ ἐ­κεῖνο καράβι, ὁ «Ἀβέρωφ», μὲ τὸ ὁ­ποῖο ὁ ὑ­πέροχος ναύαρχος Παῦλος Κουν­­τουριώ­της, κατεναυμάχησε στὰ Δαρδανέλλια τὸν τουρκικὸ στόλο. Ἕνας εὐεργέτης ὁ Ἀβέρωφ. Καὶ μόνο αὐτός; Γεμάτη εἶνε ἡ ἱστορία ἀ­πὸ εὐ­εργέτες. Καὶ σήμερα ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ δρα­στη­ρίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ εὐεργέτες ποῦ;
Ἑπομένως εἶνε εὐλογημένος ὁ πλοῦτος – πότε ὅμως; ὅταν γίνεται καλὴ χρῆσις του.
Τέτοιος ἦταν ἆραγε καὶ ὁ πλούσιος τῆς πα­ραβολῆς; Κάθε ἄλλο. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγωιστής. Περι­ώριζε τὸ ἐνδιαφέρον του μόνο στὸ ἄ­τομό του, δὲν ἔβλεπε τίποτε ἄλλο. Ὅπως ὁ σα­λίγ­καρος κλείνεται στὸ κέλυφός του, ἔτσι αὐ­τὸς εἶχε κλειστῆ στὸν ἑαυτό του. Ἦταν φίλαυ­τος. Ἤθελε νὰ ἱκανοποιῇ τὶς αἰσθήσεις, νὰ ῥου­φᾷ ὅλες τὶς ἡ­δονές. Ἔμενε σὲ ἀρχον­τικό, ἔτρω­γε τὰ καλύτερα φαγητά, ἔπινε τοὺς πιὸ ἐκλεκτοὺς οἴνους, ντυνόταν πανάκριβα. Ἦταν σκλη­­ρός, ἀπάνθρωπος. Ἕνα σύνθημα εἶχε· ὅ­λα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τοὺς ἄλ­λους.
Κάτω ἀπ᾽ τὸ παλάτι του καθόταν ἕνας πτω­χὸς – πάμπτωχος, ὁ Λάζαρος. Πεινοῦσε, ζητοῦ­σε κάτι νὰ φάῃ. Περίμενε νὰ τινάξουν τὸ τραπεζομάντηλο ἀπ᾽ τὴν τράπεζα τοῦ πλουσίου, γιὰ νὰ φάῃ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν…

* * *

Ἀπὸ τότε ποὺ γράφτηκαν αὐτὰ πέρασαν εἴ­­κοσι αἰῶνες, καὶ ὅμως εἶνε ἐπίκαιρα. Τὸ Εὐ­αγγέλιο δὲν παλιώνει ποτέ, εἶνε αἰώνιο. Σὰ νὰ βλέπουμε καὶ σήμερα τὴν παραβο­λὴ νὰ ζων­τα­νεύῃ ἐμπρός μας· εἰκόνες τοῦ ἀσπλάχνου πλουσίου παντοῦ στὸν κόσμο. Ἡ κοινωνία μας παρουσιάζει μεγάλη ἀντίθεσι· ἀπὸ τὸ ἕ­να μέρος οἱ πλούσιοι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ φτωχοί.
Οἱ πλούσιοι ἔχουν συγκεντρώσει στὰ χέρια τους τεράστια κεφάλαια, καὶ ὅλα τὰ διαθέτουν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους· γιὰ τοὺς ἄλ­λους τίποτε. Τί κι ἂν ὑπάρχουν ὀρ­φανά, χῆ­ρες, ἄρ­ρωστοι, ἀνάπηροι, δυστυχισμένοι; Αὐ­τοὶ εἶ­νε τυφλοὶ καὶ κουφοί, δὲ βλέπουν δὲν αἰ­σθάνον­ται τὴ δυστυχία γύρω τους. Σπανίως θὰ δῇς στὴν ἐποχή μας πλούσιο νὰ βαδίζῃ στὰ ἴχνη τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν ἄλλων ποὺ εἴ­παμε. Κατὰ κανόνα ὑπάρχει σκληροκαρ­δία. Ὅ­πως τὸ χρυσάφι σὰν μέταλλο εἶνε ψυχρό, ἔτσι καὶ ἡ καρδιὰ αὐτῶν ποὺ τὸ λατρεύουν· μένει ἀ­συγ­κίνητη, δὲ νιώθει ἀνάγκη νὰ κάνῃ ἔλεος.
Τὰ κράτη στὶς ἀποθῆκες τους ἔχουν τεράστιες ποσότητες τροφίμων. Ἀκόμα καὶ ἡ δική μας χώρα ἔχει ἀποθέματα. Ἐμεῖς, μικρὰ παιδιά, γνωρίζαμε, ὅτι ἡ πατρίδα μας δὲν εἶνε αὐ­τάρκης· σιτάρι, ῥύζι, ὅλα τὰ προμηθευόταν ἀπ᾽ ἔξω· φτωχὸς τόπος εἶνε. Ἀλλ᾽ εὐλο­γητὸς ὁ Θεός! μὲ τὸν κόπο τῶν παιδιῶν της, καὶ ἰδί­ως μὲ τὰ δύο ἑκατομμύρια προσφύγων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ὁ βράχος αὐ­τὸς τίναξε ῥόδα καὶ ἔγινε πλέον αὐτάρκης χώ­­ρα. Πολλὰ ἐκλεκτὰ προϊόντα παράγει· ἀχλάδια, μῆλα, ῥοδάκινα…, τόννους ὁλόκληρους.
Καὶ ἐρωτῶ· κάνουμε ἔλεος; Ὄχι δυστυ­χῶς. Περισσεύουν ἀγαθά. Μπορούσαμε νὰ φορτώσου­με μερικὰ καράβια μὲ ἑλληνικὴ σημαία καὶ νὰ τὰ πᾶμε κάτω ἐκεῖ, ποὺ πεθαίνουν κάθε μέρα παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες. Καὶ ὅμως ἐ­μεῖς, ἄσπλαχνοι, δὲν σκεπτόμεθα αὐτοὺς ποὺ πεινοῦν· ἀνοίγουμε χωματερὲς καὶ θάβουμε τὰ προϊόντα! Θὰ τιμωρηροῦμε, θὰ πεινάσουμε, θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι, καὶ θὰ ζητοῦμε τὰ ἄλλα ἔθνη νὰ σπεύσουν εἰς βοήθειάν μας. Νὰ λέμε Δόξα τῷ Θεῷ καὶ νὰ σκεπτώμεθα ὅτι, τὴν ὥρα ποὺ ἐ­μεῖς καθόμαστε στὸ τραπέζι, ἄλλοι στὴν Ἀσία καὶ στὴν Ἀφρικὴ πεινοῦν καὶ πεθαίνουν. Καὶ ὑπάρχουν ἀγαθά. Εἶνε ψέμα ὅτι δὲν φτάνει ἡ γῆ νὰ θρέψῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἐπιστήμη ἀπέδειξε, ὅτι διπλάσιο καὶ τριπλάσιο πληθυσμὸ μπορεῖ νὰ συντηρή­σῃ καὶ νὰ ζήσουν ὅλοι. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη.
Ὁ πλούσιος καταδικάστηκε ὄχι γιατὶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ γιατὶ ἦταν ἄσπλαχνος. Γι᾽ αὐ­τὸ εἶχε τέτοιο τέλος, αἰώνια κόλασι. Λένε μερικοί· Μὰ ὑπάρχει κόλασι;… Ἐμένα ρωτᾶτε; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας. Τὴν ὥρα ποὺ κάνουμε τὸ κακὸ ἔχουμε τύψεις συνειδήσε­ως. Ὁ ἐγ­κληματίας δὲν ἡσυχάζει. «Κάϊν Κάϊν», ἀκούει, «ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Ζοῦμε μιὰ μικρὴ κόλασι· ἂς μὴ ζήσουμε καὶ τὴ μεγάλη, πέραν τοῦ τάφου. Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ὑπάρχῃ κόλασι, λέει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, για­τὶ εἶμαι ἁμαρτωλός· ἀλλὰ ὑπάρχει. Γιὰ μερικοὺς ἀνελεήμονες πλουσίους, κι ἂν δὲν ὑπῆρ­χε, ἔπρεπε γίνῃ, λέει κάποιος φιλόσοφος· βα­ρὺ εἶνε τὸ κρίμα τους. «Οὐαὶ σ᾽ ἐσᾶς τοὺς πλου­σίους…», εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. 6,24). «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός», λέει κι ὁ ἐθνικός μας ποιητής.
Μαύρη λοιπὸν ἡ εἰκόνα τοῦ πλουσίου, τῶν ἀν­­θρώπων τοῦ κεφαλαίου ἐν γένει. Ἀντιθέτως ἡ εἰκόνα τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου εἶνε φωτει­­νή. Γιατί σώθηκε; μόνο ἐπειδὴ ἦταν φτωχός; Ὄχι. Πῆγε στὸν παράδεισο, διότι εἶχε μιὰ ἀρε­τὴ σπανία. Δὲ γόγγυσε, δὲ βλαστήμησε, δὲν καταράστηκε τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε, δὲν ἔκανε κανένα ἔγκλημα. Ἔδειξε ὑπομονή. Καὶ χάρις στὴν ὑπομονή του, ποὺ εἶνε μεγάλη ἀρε­τή, ἀξιώθηκε νὰ σωθῇ.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ὑπάρχει πλούσιος μεταξύ μας; Μὴ πηγαίνει τὸ μυαλό μας μόνο στοὺς ἑ­κατομμυριούχους. Πλούσιος εἶνε καθένας ποὺ ἔχει κάποιο περίσσευμα. Καὶ ὅλοι ἔχουμε κάτι ποὺ περισσεύει. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ περισσεύει, δὲν εἶνε δικό σας, λέει ὁ ποιητής· «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπατα­λᾶ­τε». Μὲ τὴν ἔννοια λοιπὸν αὐτὴ πλούσιοι εἶνε πολλοί· καὶ ὅλοι μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό.
Λένε γιὰ τὸ Μέγα Ἀντώνιο, ὅτι ἄγ­γελος Κυρίου τὸν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε ἕνα τσαγκάρη. Δόξα τῷ Θεῷ, εἶπε αὐ­τός, σηκώνομαι τὸ πρωί, κάνω τὸ σταυρό μου, ἐργά­ζομαι ἐδῶ, καὶ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ βγάζω τὸ μι­σὸ τὸ δίνω στοὺς φτωχούς. Θαύμασε ὁ Ἀντώνιος, ὅτι μέσ᾽ στὴν πολιτεία ὑπῆρχε τέτοια ἁγιότης. Διότι δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾷς στὸ Ἅγιο Ὄ­ρος γιὰ νὰ γίνῃς ἀσκητής· καὶ μέσα ἐδῶ στὴν κοινωνία, ἂν θέλῃς, μπορεῖς ν᾽ ἁγιάσῃς καὶ ν᾽ ἀξιωθῇς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὑπάρχει δυστυχία. Νὰ εἴμεθα μεταδοτικοὶ καὶ εὐχάριστοι. Διότι ἡ ἀδικία εἶνε δυναμίτης ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀνατροπή. Ἐὰν ἐ­φηρμόζετο τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐπαναστάσεις ποὺ ζητοῦν νὰ φέρουν τὴν ἰσότητα.
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε πάντοτε σπλά­χνα οἰκτιρμῶν, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ν᾽ ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 4-11-1984)

 

Β) Ο πλουτος κατα την χριστιανικη αντιληψι



«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22)




ΟΙ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί μου, σὲ ὁποιοδήπο­τε μέρος τῆς γῆς κι ἂν κατοικοῦν καὶ ὁ­­ποιοδήποτε χρῶμα κι ἂν ἔχουν, ὅλοι μέσα τους ἔχουν ἕνα πόθο· θέλουν νὰ ζήσουν εὐ­τυχισμένοι. Παγ­κόσμιος εἶνε ὁ πόθος αὐτός. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦν σ᾽ αὐτό, ἐν τούτοις ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ποιό εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δίνει τὴν εὐτυχία. Τὸ μέγα ἐρώτη­μα εἶνε· τί κάνει τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο; Ἡ μεγάλη πλειονότης ―γιὰ νὰ μὴν πῶ τὸ σύνολο― τῆς ἀν­θρωπότητος νομίζει ὅτι τὸ χρῆμα, τὰ λεφτά, κάνουν τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο. Ἰδανικό τους ὁ πλουτισμός. Τοὺς ἀ­κοῦς καὶ λένε· Ἔχεις λεφτά; κάνεις ὅ,τι θέλεις. Μερικοὶ φθάνουν στὴν ἀσέβεια νὰ λένε· Ὅποιος ἔχει τὸ χαμοθεὸ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀ­π᾽ τὸ Θεό. Καὶ χαμοθεὸ ἐννοοῦν τὸ χρῆμα. Ὅτι τὸ χρῆμα εἶνε μία δύναμις, κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅμως αὐ­­τὸ μέχρι τοῦ σημείου τὸ χρῆμα νὰ θεοποι­ῆ­ται, δηλαδὴ ἀπὸ μέσον νὰ γίνεται σκο­πὸς καὶ νὰ θεωρῆται ὡς τὸ κλειδὶ ποὺ λύνει ὅλα τὰ προ­βλήματα (ἀτομικά, οἰκογενειακά, κοινωνικά, παγ­κόσμια), ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασι. Ἀλλ᾽ ἆραγε τὸ χρῆμα, ποὺ τοῦ ἀποδίδουν τέ­τοιες ἱκανότητες, εἶνε ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας; Στὸ ἐ­ρώ­τημα αὐτό, ἐὰν δηλαδὴ τὸ χρῆμα κάνει τὸν ἄν­θρωπο εὐτυχισμένο, ἀπαντᾷ σήμερα τὸ εὐ­αγ­γέλιο μὲ τὴν παρα­βολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Ἐπ᾽ αὐτοῦ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ δι­ατυπώσω μερικὲς σκέψεις.


* * *
Ὁ πλούσιος φαίνεται ὅτι κολυμπᾷ σὲ πέλα­γος εὐτυχίας· γελᾷ, διασκεδάζει, γλεντᾷ τὴ ζωή. Ἀλλ᾽ αὐ­τὰ ἐξωτερικῶς. Στὸ βάθος ὑποφέρει. Μοιά­­ζει μὲ ἕνα μῆλο, ποὺ ἀπ᾽ ἔ­ξω φαίνεται γε­ρό, ἀλ­λὰ μέσα ἔχει σκουλήκι. Ἔτσι εἶνε κι ὁ πλούσι­ος· ἕνα ὡραῖο μῆλο, ἀλλὰ μέσα σκουλήκια τὸν κατατρῶνε. Ποιά σκουλήκια; ⃝ Πρῶτα – πρῶτα τὸ χρῆμα εἶνε μιὰ δίψα ἄ­σβηστη, βασανιστική. Κι ὅταν λέω χρῆμα, δὲν ἐννοῶ τὰ λίγα ἐκεῖνα ποὺ ἐξοικονομεῖ κανεὶς μὲ κόπο καὶ ἱδρῶτα γιὰ νὰ ζήσῃ τὴν οἰκογένειά του· αὐτὰ εἶνε εὐ­λογημένα. Ἐννοῶ τὰ μεγάλα πλούτη, ποὺ προσπαθεῖ νὰ μαζέψῃ μὲ κάθε τρόπο ἡ πλεονεξία. Αὐτὸς ὁ ἔρωτας γιὰ τὸ χρῆμα εἶνε τυραννία· δὲν ὑπάρχει πάθος πιὸ βασανιστικό. Ὁ ἔρωτας τῆς σαρκός, γιὰ τὴ γυναῖκα ἢ τὸν ἄντρα, ἔρχεται ὥρα ποὺ σβήνει· ἀλλὰ ὁ ἔρωτας τοῦ χρήματος εἶνε κάτι δαιμονικό, δὲν σβήνει. Ἔχει κάποιος ἕνα ἑ­κατομμύριο; δὲν ἱκανοποιεῖται, θέλει νὰ τὸ κάνῃ δύο· ἔχει δύο ἑκατομμύρια; δὲν ἡσυχάζει, θέλει νὰ τὰ κάνῃ τέσσερα· ἔχει τέσσερα; θέλει νὰ τὰ κάνῃ ὀχτώ… Ἄσβηστη δίψα. Ὅ­σο ὁ διψασμένος μπορεῖ νὰ ξεδιψάσῃ μὲ θαλασσόνερο, ἄλλο τόσο μπορεῖ νὰ ἱκανο­ποιη­θῇ κάποιος αὐξάνοντας τὰ πλούτη. Ἡ θάλασ­σα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιά, δὲν θέλω τὰ νερά σας»· ὁ ᾅδης μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροθάφτες «Φτάνει πιά, δὲν θέλω ἄλλα πτώματα»· ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία, ἡ δίψα τοῦ χρήματος, ποτέ δὲν θὰ πῇ «φτάνει». Τί εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ δίψα, εὐτυχία; Κάθε ἄλλο. ⃝ Τὸ χρῆμα ὅμως ἔχει κ᾽ ἕνα ἄλλο κακό. Κι αὐτὸ εἶνε ἡ ἀγωνία. Ὁ φτωχὸς κοιμᾶται ἥσυχος, ὁ πλού­σι­ος δὲν κοιμᾶται. Φοβᾶται τὴ μέρα, φοβᾶται τὴ νύχτα. Φοβᾶται μήπως κλέφτες διαρρήξουν τὰ χρηματοκιβώτιά του καὶ πάρουν τοὺς θησαυρούς του. Φοβᾶται μήπως καμ­μιὰ οἰκονομι­κὴ κρίσι, κανένας πληθωρισμός, καμμιὰ χρεωκοπία, τὸν κάνουν ξα­φνικὰ φτωχό. Διότι τὸ χρῆμα δὲν ἔχει μόνιμο κάτοχο. Ὀρθῶς οἱ Ἀ­μερικανοὶ στὴν ὀπισθία πλευρὰ τοῦ δολλαρίου ἔχουν ζωγραφίσει ἕνα πουλί· αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ χρῆμα εἶνε σὰν τὸ πουλί, πετάει ἀ­πὸ χέρι σὲ χέρι, φεύγει ἀπὸ οἰκογένεια σὲ οἰκογένεια, ἀπὸ ἔθνος σὲ ἔθνος, δὲν κάθεται μονίμως πουθενά. Τὸ χρῆμα, ποὺ κρατᾷς, εἶνε ἀσταθές· ἔχει ἀλλάξει καὶ θ᾽ ἀλ­λάξῃ ἀκόμα χιλιάδες χέρια. Δὲν μπορεῖς νὰ στηρίξῃς σ᾽ αὐτὸ τὴν εὐτυχία σου. ⃝ Τὸ χρῆμα δημιουργεῖ δίψα ἄσβεστη, ἀγωνία καὶ ἀναστάτωσι. Εἶνε ἀκόμα πολὺ ἐπικίνδυνο, διότι σπρώχνει σὲ ἀνομίες καὶ μεγάλες συμφορές. Αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸ χρῆμα θὰ κά­νῃ πολλὰ ἐγκλήματα· γιὰ νὰ κερδίσῃ λίγα κέρ­ματα, θὰ κλέψῃ, θὰ ἀπατήσῃ, θὰ πῇ ψέματα, θὰ ὁρκιστῇ στὸ δικαστήριο παλαμίζον­τας τὸ Εὐ­αγγέλιο, θὰ νοθεύσῃ τὰ φάρμακα ἢ τὰ τρόφιμα, θὰ πλαστογραφήσῃ, θὰ γίνῃ φοροφυγάς. Τὸ τελευταῖο αὐτὸ ποιός τὸ σκέπτεται; Μία ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες στὶς ὁποῖες σπρώχνει ἡ φιλαργυ­ρία εἶνε ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ Ἕλληνες, πλὴν ἐ­λαχίστων ἐξαιρέσεων, εἶνε φοροφυγάδες· δὲν εἶνε συνεπεῖς στὶς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν πατρίδα, ἐξαπατοῦν τὸ δημόσιο. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει ἀλλοῦ· ὁ Ἰσραηλίτης λ.χ. θεωρεῖ θανάσιμο ἁμάρτημα ν᾽ ἀποφύγῃ τὴ φορολογία, δίνει στὸ κράτος μὲ τὸ παραπάνω ὅ,τι ὀφείλει. Ἐ­δῶ οἱ πλεῖστοι κάνουν ψευδεῖς δηλώσεις στὴν ἐ­φορία. Ἔπειτα ὅμως θέλουμε νὰ ἔχουμε σχο­λεῖα, στρατό, Ἑλλάδα ἔνδοξη, μὲ τὸ ἀζημίωτο οἱ τσιγγούνηδες! Κλέβουμε τὸ κράτος. Καὶ ποιά ἡ αἰτία; Ἡ μανία τοῦ χρήματος. Διότι αὐτὸς ποὺ ἔχει νικηθῆ ἀπὸ τὸ χρῆμα φθάνει στὸ σημεῖο καὶ τὴν πατρίδα νὰ πουλήσῃ καὶ νὰ γίνῃ Ἐφιάλτης, καὶ τὸ Χριστὸ ἀκόμα πουλάει καὶ γίνεται Ἰούδας γιὰ τριάκοντα ἀργύρια. ⃝ Τὸ χρῆμα δίψα ἄσβεστος, ἔρωτας ἁμαρτωλός, ἀγωνία ψυχῆς, θηρίο ἀνυπόφορο, ῥίζα ἁ­μαρτημάτων πολλῶν καὶ ἐγκλημάτων. Αὐτὸ κά­νει τοὺς πολέμους. Καὶ αὐτοὶ οἱ παγκόσμιοι πόλεμοι, τόσο ὁ πρῶτος ὅσο καὶ ὁ δεύτερος, ῥίζα εἶχαν τὸν πόθο τοῦ πλούτου. Τὰ πετρέλαια, τὰ κάρβουνα, οἱ πλουτοπαραγωγι­κὲς πη­γές, αὐτὰ ἦταν κυρίως τὰ αἴτια ποὺ ἐξ­ερράγησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. ⃝ Τὸ χρῆμα ἔχει κι ἄλλη μία ἀδυναμία· δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς βαθυτέρους πό­θους τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε φτωχὸ γιὰ ν᾽ ἀπαν­τή­σῃ στὰ αἰτήματα αὐτά. Αὐτὸ θέλει νὰ διδάξῃ ὁ ἀρχαῖος μῦθος τοῦ Μίδα, ποὺ ζήτησε ὅ,τι ἀγ­γίζει νὰ γίνεται χρυσάφι, ἀλλὰ σύντομα μετάνοιωσε· πῆγε τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι νὰ φάῃ, ἄγγιξε τὸ ψωμί, ἔγινε χρυσάφι καὶ θὰ πέθαινε τῆς πείνας. Καὶ ἡ ἀνθρωπότης, σὰν ἄλλος Μίδας, κινδυνεύει νὰ πεθάνῃ ἐπάνω στὸ σωρὸ τῶν νομισμάτων τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ νόμισε ὅτι θὰ τὴν κάνουν εὐτυχισμένη. ⃝ Ἐκεῖ ὅμως ποὺ τὸ χρῆμα ἀποδεικνύεται τελείως ἀδύναμο καὶ ἀσθενές, εἶνε ἡ ὥρα – ποιά ὥρα; Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου. Ὤ ἡ ὥρα αὐτή! Ἔρ­χεται στὸ φτωχό, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς· ἔρχεται στὸν ἀσθενῆ, γιὰ νὰ θέσῃ τέρμα στὴν ἀνίατη ἀρρώστια του· ἔρχεται στὸ γενναῖο μαχητὴ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μά­χης, γιὰ νὰ τὸν ἀνεβάσῃ στὸ πάνθεο τῶν ἡρώ­ων. Γιὰ τὸν πλούσιο ὅμως ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶνε τρομερή, κατ᾽ ἐξοχὴν τρομερή. Ἐκεῖ ποὺ γλεντάει καὶ διασκεδάζει καὶ καταστρώνει σχέδια καὶ πυργώνει ὄνειρα, τότε, σὲ ὥρα «ἀ­κατάλληλη», χτυπάει τὴν πόρτα του ὁ κακὸς ἐ­πισκέπτης, ὁ θάνατος, καὶ τοῦ λέει· Ἦρθα νὰ σὲ πάρω! Καὶ τότε, ὅσο πλούσιος καὶ νὰ εἶνε, δὲν μπορεῖ μὲ ὅλα τὰ χρήματά του νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του οὔτε μία ὥρα παραπέρα. Φεύγεις, ἄφρον πλούσιε, «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12,20). Ἔτσι συνέβη σ᾽ ἕνα ἀνάκτορο τῆς Ἀσίας, ποὺ διασκέδαζε ἕνας πλουσιώτατος βασιλιᾶς, ὁ Βαλτάσαρ. Ἐπάνω στὸ ζενὶθ τῆς εὐτυχίας του, ξαφνικὰ ἕνα χέρι ἀόρατο ἔγραψε στὸν τοῖχο τρεῖς λέξεις· «μανή, θεκέλ, φάρες», «μετρήθηκες, ζυγίστηκες καὶ βρέθηκες λειψός, ἡ βασιλεία σου καταλύεται» (Δαν. 5,25). Καὶ ὄντως τὸ ἴδιο βράδυ τὸν σκότωσαν καὶ ἡ αὐτοκρατορία του διαλύθηκε.


* * *

Ὅλα τ᾽ ἀγοράζει κανεὶς μὲ τὸ χρῆμα, ἀγαπη­τοί μου· ἕνα δὲν ἀγοράζει, τὴν εὐτυχία. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε στὸ χρῆμα. «Μαται­ότης μαται­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (᾿Εκκλ. 1,2). Κάντε ἕνα περίπατο στὸ νεκροταφεῖο, νὰ δῆτε ποῦ εἶ­νε οἱ πλούσιοι. Τὰ ἄνομα πλούτη εἶνε κατάρα. Τὰ πολλὰ χρήματα δὲν εἶνε τοῦ Χριστοῦ· μὲ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν γίνεσαι πλούσιος. Καὶ οἱ πλεονέκτες πλούσιοι ἔχουν συχνὰ τέλος οἰ­κτρό· στατιστικὲς δείχνουν, ὅτι αὐτοκτονοῦν ὄχι τόσο φτωχοὶ ὅσο πλούσιοι. Ποιός λοιπὸν εἶνε εὐτυχισμένος; Ὁ Λάζαρος. Αὐτὸς ὁ φτωχὸς εἶχε ἕναν ἄλλο πλοῦτο. Πλοῦτος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε τὸ χρῆμα· εἶνε ἡ πίστι στὸ Χριστό, ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τὰ ὑλικὰ πλούτη τοῦ κόσμου τούτου δὲν ἔχουν ἀξία, ἡ ἀξία δὲν εἶνε στὴν ὕλη· ἡ ἀξία βρίσκεται στὸ πνεῦμα, στὴν ψυχή, στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ μᾶς λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὰ πλούτη τοῦ πλουσίου δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν τὴ μακα­ριότητα στὴν αἰώνιο ζωή. Ἐνῷ ὁ φτωχὸς ἀλλὰ πιστὸς Λάζαρος ἀξιώθηκε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀξιώθηκε νὰ εἶνε στὸν κόλπον τοῦ Ἀ­βραάμ, ἀξιώθηκε νὰ δῇ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Εἴθε κ᾽ ἐμεῖς μιὰ μέρα νὰ βρεθοῦμε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Λάζαρο καὶ ν᾽ ἀπολαύσουμε τὰ ἀ­γαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.




† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 30-10-1977)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου