Σάββατο, 28 Μαΐου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 29 Μαΐου 2016 (Κυριακὴ τῆς Σαμαρείτιδος)

Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Δ´ 5 - 42
5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ. 6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη. 7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν. 8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι. 9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. 10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. 11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν; 12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ; 13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν· 14 ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον. 15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. 16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. 17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· 18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας. 19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. 20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. 21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. 22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. 23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. 24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. 25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. 26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. 27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; 28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις· 29 Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός; 30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν. 31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε. 32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. 33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; 34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον. 35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν. ἤδη. 36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. 37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. 38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. 39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. 40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. 41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ, 42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Δ´ 5 - 42
5 Ερχεται, λοιπόν, εις πόλιν της Σαμαρείας, η οποία ελέγετο Συχάρ, πλησίον στο μέρος που είχε δώσει ο Ιακώβ στον υιόν του τον Ιωσήφ. 6 Υπήρχε δε εκεί το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς, λοιπόν, κουρασμένος καθώς ήτο από την οδοιπορίαν, εκάθισε με απλότητα κοντά στο πηγάδι. Η ώρα δε ήτο εξ από την ανατολήν του ηλίου, δηλαδή δώδεκα μεσημέρι. 7 Την ώραν εκείνην έρχεται μία γυναίκα από την Σαμάρειαν, να βγάλη νερό. Της είπε ο Ιησούς· “δος μου να πιώ”. 8 Διότι οι μαθηταί του, που θα εφρόντιζαν να βγάλουν νερό από το πηγάδι, είχαν υπάγει εις την πόλιν, δια να αγοράσουν τροφάς. 9 Λεγει τότε εις αυτόν η Σαμαρείτις· “πως συ, που είσαι Ιουδαίος, ζητείς νερό να πιής από εμέ, η οποία είμαι Σαμαρείτισσα;” Είπε δε αυτό, διότι οι Ιουδαίοι εμισούσαν και απεστρέφοντο τους Σαμαρείτας και δεν ήθελαν να έχουν καμμίαν επικοινωνίαν και σχέσιν με αυτούς. 10 Απήντησεν ο Ιησούς και της είπε· “εάν εγνώριζες την δωρεάν, την οποίαν ο Θεός δίδει στους ανθρώπους, και ποιός είναι αυτός που σου λέγει, δος μου να πιώ, συ θα εζητούσες από αυτόν και θα σου έδιδε πηγαίο νερό, που δεν στειρεύει ποτέ (τας ανεκτιμήτους δωρεάς του Αγίου Πνεύματος, που καθαρίζουν, δροσίζουν και ζωογονούν την ψυχήν και την κάμνουν να ανθίζη και να καρποφορή τον πλούτον των αρετών και των καλών έργων, τους πολυτίμους και ευαρέστους στον Θεόν πνευματικούς καρπούς)”. 11 Λεγει εις αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, ούτε δοχείον έχεις, δια να βγάλης νερό, και το πηγάδι είναι βαθύ. Από που λοιπόν έχεις, και μάλιστα την ώρα αυτήν, το δροσερό νερό; 12 Μηπως συ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, ο οποίος έδωκε το πηγάδι εις ημάς, και από το νερό του οποίου έπιε και αυτός και τα παιδιά του και όλα τα ζώα που έβοσκε;” 13 Απήντησεν ο Ιησούς και της είπε· “καθένας, που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάση πάλιν. 14 Εκείνος όμως που θα πιή από το νερό, το οποίον εγώ θα του δώσω, δεν θα διψάση ποτέ, αλλά το νερό, που εγώ θα του δώσω, θα μεταβληθή μέσα του εις αστείρευτον πηγήν πνευματικού ύδατος, που θα αναβλύζη πάντοτε και θα του χαρίζη αιωνίαν ζωήν”. 15 Λεγει προς αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, δος μου αυτό το νερό, για να μη διψώ και να μη έρχωμαι εδώ, να βγάζω νερό”. 16 Τοτε είπε προς αυτήν ο Ιησούς· “πήγαινε, φώναξε τον άνδρα σου και έλα εδώ μαζή με αυτόν”. 17 Απεκρίθη η γυναίκα και είπε· “δεν έχω άνδρα”. Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “καλά είπες ότι, δεν έχω άνδρα. 18 Διότι πέντε συζύγους τον ένα κατόπιν του άλλου επήρες και τώρα αυτόν που έχεις δεν είναι νόμιμος σύζυγός σου· τούτο που είπες αληθινό είναι”. 19 Λεγει εις αυτόν η γυναίκα· “Κυριε, από όσα μου εφανέρωσες, βλέπω ότι συ είσαι προφήτης. Θα επωφεληθώ από αυτήν την ευκαιρίαν να σε ρωτήσω δι' ένα πολύ σοβαρόν θρησκευτικόν ζήτημα. 20 Οι πατέρες μας ελάτρευσαν τον Θεόν στούτο εδώ το όρος, το Γαριζίν. Σεις όμως οι Ιουδαίοι λέγετε ότι εις τα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος, όπου πρέπει να λατρεύωμεν τον Θεόν”. 21 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “πίστευσέ με, γυναίκα, ότι έρχεται πολύ σύντομα καιρός, που ούτε στο όρος τούτο ούτε εις τα Ιεροσόλυμα μόνον θα λατρεύσετε τον ουράνιον Πατέρα. 22 Σεις οι Σαμαρείται, που έχετε απορρίψει τα περισσότερα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, προσκυνείτε εκείνο, το οποίον πολύ ολίγον γνωρίζετε. Ημείς οι Ιουδαίοι προσκυνούμεν εκείνο που περισσότερον από σας και από τους άλλους λαούς γνωρίζομεν. Διότι ο Μεσσίας, ο οποίος θα δώση την σωτηρίαν εις όλους τους λαούς, προέρχεται από τους Ιουδαίου. 23 Αλλά έρχεται πλέον ώρα, και μάλιστα τώρα ήλθε, οπότε οι γνήσιοι και πραγματικοί προσκυνηταί θα τιμήσουν και θα λατρεύσουν τον ουράνιον Πατέρα με το φωτισμένον και καθαρόν πλέον πνεύμα των και με λατρείαν όχι τυπικήν και συμβολικήν, αλλά αληθινήν και σαφή. Διότι και ο Πατήρ ζητεί τέτοιοι να είναι, φωτισμένοι τον νουν και καθαροί κατά την καρδίαν, αυτοί που θα τον λατρεύουν. 24 Ο Θεός είναι Πνεύμα, πανυπερτέλειον και πανταχού παρόν και δεν κατοικεί εις ωρισμένους μόνον τόπους. Και εκείνοι, οι οποίοι τον λατρεύουν πρέπει να τον προσκυνούν με όλην των την ψυχήν, με αφωσιωμένην την καρδίαν και την διάνοιάν των εις αυτόν, με φωτισμένην και αληθινήν γνώσιν περί αυτού και της λατρείας, που του ταιριάζει”. 25 Λεγει προς αυτόν η γυναίκα· “γνωρίζω ότι έρχεται ο Μεσσίας, που ελληνικά λέγεται Χριστός. Οταν έλθη εκείνος, θα μας τα αναγγείλη όλα”. 26 Λεγει εις αυτήν ο Ιησούς· “εγώ είμαι ο Χριστός, ο οποίος αυτήν την στιγμήν σου ομιλώ”. 27 Και αυτήν ακριβώς την ώρα ήλθαν οι μαθηταί του και ηπόρησαν, διότι ο διδάσκαλός των συνωμιλούσε με γυναίκα εις δημόσιον τόπον (πράγμα το οποίον απηγόρευαν οι ραββίνοι των Ιουδαίων). Αλλά κανείς δεν είπε· τι ζητείς από αυτήν η δια ποίον θέμα συζητείς μαζή της. 28 Η δε γυναίκα αφήκε από την μεγάλην της συγκίνησιν την στάμνα της στο πηγάδι και έφυγε δια την πόλιν, όπου και είπεν στους ανθρώπους· 29 “ελάτε να ιδήτε ένα άνθρωπον, ο οποίος μου είπε όλα όσα έχω κάμει. Μηπως αυτός είναι ο Χριστός;” 30 Εβγήκαν, λοιπόν, από την πόλιν οι άνθρωποι και ήρχοντο προς αυτόν. 31 Εν τω μεταξύ οι μαθηταί παρακαλούσαν τον διδάσκαλον και έλεγαν· “ραββί, φάγε”. 32 Αυτός δε απορροφημένος από το υψηλόν πνευματικόν έργον του και αδιάφορος δια το υλικόν φάγητον, τους είπε· “εγώ έχω φάγητον να φάγω, που σεις δεν το ξέρετε”. 33 Ελεγαν τότε μεταξύ των οι μαθηταί· “μήπως του έφερε κανείς να φάγη;” 34 Λεγει εις αυτούς ο Ιησούς· “ιδικόν μου πολυτιμότατον φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα Εκείνου, ο οποίος με έστειλε και να αποπερατώσω στον τέλειον βαθμόν και με τον τέλειον τρόπον το έργον του, δηλαδή την σωτηρία των ανθρώπων. 35 Δεν λέγετε σεις, ότι τετράμηνος είναι ακόμη και ο θερισμός έρχεται; Εκτός όμως από τον υλικόν θερισμόν, υπάρχει και ο πνευματικός. Ιδού σας λέγω, σηκώσατε τα μάτια σας και κυττάξατε τους Σαμαρείτας, που έρχονται, και τας άλλας χώρας και θα ιδήτε ότι είναι έτοιμοι πλέον δια τον θερισμόν, όπως, όταν από πράσινα σιτηρά ωριμάσουν και φαίνωνται λευκά τα στάχυα, είναι έτοιμα προς θερισμόν. 36 Και εκείνος, που θερίζει στον πνευματικόν αυτόν αγρόν, παίρνει τον μισθόν του και χαίρει, διότι προσκαλεί και συγκεντρώνει τους ανθρώπους δια την αιώνιον ζωήν. Ετσι και εις την πνευματικήν καλλιέργειαν και εκείνος που σπείρει, δηλαδή εγώ, χαίρει, όπως επίσης χαίρετε και σεις που θα θερίσετε. 37 Και εις την περίστασιν αυτήν εφαρμόζεται η αληθινή παροιμία, που λέγει ότι άλλος έχει σπείρει και άλλος θερίζει. Εγώ έσπειρα, σεις και οι διάδοχοί σας θα θερίσετε. 38 Εγώ σας έστειλα δια να θερίσετε εκείνο, δια το οποίον σεις δεν έχετε κοπιάσει. Αλλοι, εγώ και οι προ εμού προφήται, εκοπίασαν, και σεις έχετε εισέλθει στους κόπους των, δια να θερίσετε. 39 Από δε την πόλιν εκείνην πολλοί Σαμαρείται επίστευσαν εις αυτόν από τα λόγια της γυναικός εκείνης, που επεβεβαίωνε ότι μου είπε όλα όσα έκανα. 40 Οταν, λοιπόν, ήλθον εις αυτόν οι Σαμαρείται, τον παρακαλούσαν να μείνη μαζή τους· και έμεινε εκεί δύο ημέρας. 41 Και από την διδασκαλίαν, που τους έκαμε, επίστευσαν πολύ περισσότεροι εις αυτόν. 42 Και εις την γυναίκα έλεγαν ότι “στον Ιησούν δεν πιστεύομεν πλέον από όσα συ μας είπες περί αυτού, αλλά διότι ημείς, οι ίδιοι τον έχομεν ακούσει και γνωρίζομεν καλά ότι πράγματι αυτός είναι ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός”. 
 

Το Ιερό Κήρυγμα


Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος
(Ἰω. δ΄ 5-42)

Μελετώντας ἢ ἀκούγοντας τὴ διήγηση τοῦ Εὑαγγελιστοῦ Ἰωάννου γιὰ τὴ συνάντηση τῆς Σαμαρείτιδος μὲ τὸν Χριστό, καὶ βλέποντας τὴ μετἀστροφή της, δηλαδὴ τὸν φωτισμὸ τῆς ὑπάρξεώς της, μᾶς διαφεύγει πάντα ἕνα ἐξ ἴσου σημαντικὸ γεγονός. Ποιὸ εἶναι αὐτό; Μὰ τὸ γεγονὸς πὼς ἐκτὸς ἀπ᾿ αὐτήν, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ τῆς Σαμάρειας πίστευσαν στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ.
Νά, ἀκριβῶς πὼς τὸ περιγράφει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής. Ἐτούτοι οἱ κάτοικοι ἔλεγαν πρὸς τὴν Σαμαρείτιδα. «Δὲν πιστεύουμε πλέον διὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες ἐσύ· διότι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχουμε ἀκούσει αὐτὸν καὶ γνωρίζουμε ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ὁ Σωτήρας ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος Μεσίας ὁ Χριστός».
Ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ συνεπῶς ἀποτελεῖ τὴν καλὴ καὶ σωτήρια σαγήνη γιὰ τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη. Αὐτή «συλλαμβάνει τὸν κάθε ἄνθρωπο, ποὺ θὰ θελήσει νὰ εἶναι μὲ τὸν Χριστό, καὶ τὸν ἀναγεννᾶ. Φωτίζει τὸν κόσμο τῆς ψυχῆς του μὲ τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου Του· γεμίζει ὅλον τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεώς Του καὶ χαρίζει σ᾿ αὐτὸν πλούσια τὰ πνευματικὰ δῶρα Του».
Γιατὶ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καταγράφεται στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια, εἶναι ὁ καθαρὸς καὶ γνήσιος σπόρος. Αὐτὸς εἶναι ἡ ἀποκαλυμμένη ἀλήθεια, ἡ θεϊκὴ ἀλήθεια. Καὶ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια παρέλαβε ἡ Ἐκκλησία, τὴν ὁποία διαφυλάσσει μὲ ἱερὸ δέος καὶ τὴν κηρύττει μὲ θέρμη καὶ ἀκλόνητη πίστη στὸν ἀγαπημένο λαὸ τοῦ Θεοῦ.
Ὁ λαὸς δὲ ἀποτελεῖ τὸ γεώργιο καὶ τὴ φυτεία, δηλαδὴ τὸν ἀγρὸ καὶ τὸ περιβόλι ποὺ θὰ φυτευθεῖ ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος, ποὺ δέχεται τὸν λόγο Του, φυτεύει μέσα του «τὸ θεῖο σπόρο, πίνει τὸ νερὸ τοῦ οὐρανοῦ, ἀναπνέει τὸν ἀέρα τοῦ Θείου Πνεύματος, θάλπεται καὶ ζωογονεῖται κάτω ἀπὸ τὸν ἤλιο τῆς ζωῆς».
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολή του τονίζει πὼς «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ εἶναι ζωντανὸς καὶ δραστικὸς καὶ κοπτερώτερος ἀπὸ κάθε δίκοπο μαχαίρι...». Αὐτὸς δὲ ὁ λόγος ἔχει τὴ δική του δύναμη ἐνεργώντας πάντα ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν ἐπιστρέφει ἄπρακτος πρὸς τὸ Θεὸ κατὰ τὸν προφήτη. «Οὐ μὴ ἀποστραφῇ ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἠθέλησα... Τὸ ρῆμα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα...».
Ἐτούτη βεβαίως ἡ δυναμικὴ τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀποτελεῖ «τὴ ζωτικὴ ἀρχὴ ποὺ διαμορφώνει καὶ διέπει τὰ ὀργανικὰ ὄντα». Μήτε κἂν δύναμη ἢ ἐνέργεια, ἀλλὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς ἔξω ἀπὸ τὰ ὑλικὰ πράγματα, ἐπειδὴ εἶναι δύναμη πνευματική. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸν λόγο, τὰ ἀποτελέσματά της «δὲν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴ συνδομὴ φυσικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν».
Μ᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν τρόπο ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνήργησε καὶ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως Συχάρ. Ὡς μία δύναμη ἢ μάλλον τὴ δύναμη, ποὺ ἀφυπνίζει πνευματικὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τοὺς παρέχει μιὰ καινούργια καὶ πρωτόγνωρη προοπτικὴ. Τὴν προοπτικὴ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Συχὰρ ἔτρεξαν, ἄκουσαν καὶ πίστευσαν στὸ Χριστό. Οἱ ἄλλοι κώφευσαν, Τὸν ἀγνόησαν καὶ ἔμειναν ἐγκλωβισμένοι στὰ σχήματα τοῦ κόσμου καὶ στὰ εἴδωλα τῆς καθημερινότητας.
Ὁ σημερινὸς κόσμος μας, ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ· τὸν διαβάζουμε ἴσως. Εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ πιστεύσουμε ἀκλόνητα σ᾿ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε; Γιατὶ σ᾿ αὐτὴ τῆν περίπτωση, θ᾿ ἀκούγεται ξεκάθαρος ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ· «Ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρακούει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, ἔχει μόνος του δημιουργήσει αὐτὸν ποὺ θὰ τὸν καταδικάση».

Σάββατο, 21 Μαΐου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Μαΐου 2016 (Κυριακὴ τοῦ Παραλύτου)


Αρχαίο κείμενο



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
 
1 Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγὼ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
 

Απόδοση στη Νεοελληνική



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ε´ 1 - 15
 
1 Επειτα από αυτά ήλθεν η εορτή των Ιουδαίων και ανέβη ο Ιησούς εις τα Ιεροσόλυμα. 2 Εκεί δε εις τα Ιεροσόλυμα, κοντά εις την προβατικήν πύλην του τείχους, υπήρχε μία δεξαμενή νερού, η οποία εις την Εβραϊκήν γλώσσαν είχε το όνομα Βηθεσθά. Γυρω από αυτήν ήσαν και πέντε υπόστεγα. 3 Εις αυτά τα υπόστεγα ευρίσκετο πολύ πλήθος από αρρώστους, τυφλοί, χωλοί, άνθρωποι με ακίνητο και σαν ξερό κάποιο μέλος του σώματός των και οι οποίοι όλοι επερίμεναν να κινηθή το νερό. 4 Διότι κατά καιρούς κατέβαινε άγγελος εις αυτήν την κολυβήθρα και ανεταράσσετο το νερό. 
Ο πρώτος, λοιπόν, που θα έμπαινε μετά την ταραχήν του νερού, εθεραπεύετο, από οποιοδήποτε νόσημα και αν κατείχετο. 5 Υπήρχε δε εκεί ένας άνθρωπος, ο οποίος ήτο ασθενής τριάντα οκτώ χρόνια. 6 Οταν τον είδε ο Ιησούς να κατάκειται, και σαν Θεός που ήτο εγνώρισε ότι πολύν καιρόν είναι άρρωστος, του λέγει· “θέλεις να γίνης υγιής;” 7 Απεκρίθη ο ασθενής· “θέλω, Κυριε, αλλά δεν έχω άνθρωπον, ώστε όταν ταραχθή το νερό νε με ρίψη εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε εγώ σύρομαι προς αυτήν, άλλος πριν από μένα κατεβαίνει εις την κολυμβήθραν”. 8 Λεγει εις αυτόν ο Ιησούς· “σήκω επάνω, πάρε το κραββάτι σου και περιπάτει”. 9 Και αμέσως έγινε υγιής ο άνθρωπος, επήρε το κρεββάτι του και ήρχισε να περιπατή, όπως όλοι οι υγιείς.
Ητο δε Σαββατον κατά την ημέραν εκείνην. 10 Ελεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στον θεραπευθέντα· “σήμερα είναι Σαββατον. Και δεν σου επιτρέπεται να σηκώνης το κρεββάτι σου”. 11 Απήντησε εις αυτούς· “εκείνος, που με θαύμα μου έδωσε την υγείαν μου, μου είπε· Παρε το κρεββάτι σου, και περιπάτει”. 12 Ηρώτησαν, λοιπόν, αυτόν· “ποίος είναι ο άνθρωπος, που σου είπε· “πάρε το κρεββάτι σου και περιπάτει;” 13 Ο θεραπευθείς όμως δεν εγνώριζε ποιός είναι, διότι ο Ιησούς είχε απομακρυνθή μέσα στον όχλον, που ευρίσκετο στον τόπον εκείνον. 14 Επειτα από αυτά τον ευρήκε ο Ιησούς εις την αυλήν του ναού και του είπε· “πρόσεξε· έγινες υγιής· μην αμαρτάνης πλέον, δια να μη σου συμβή κάτι το χειρότερον”. 15 Εφυγε τότε ο άνθρωπος από τον ναόν, επήγε στους Ιουδαίους και τους ανήγγειλε, ότι αυτός που τον έκαμε υγιή είναι ο Ιησούς. (Θα έπρεπε από λόγους και μόνον ευγνωμοσύνης να είχε κινηθή ο τέως παράλυτος, δια να γνωστοποιήση στους Ιουδαίους, ότι ο Ιησούς του είχε δώσει την υγείαν ). 
 

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΕ, ΕΙΜΑΙ ΜΟΝΟΣ!
«Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»
   Ἦταν πράγματι ἀξιολύπητος ὁ παράλυ­τος τῆς κολυμβήθρας Βηθεσδᾶ, μιᾶς μι­κρῆς λίμνης ὅπου πλῆθος ἀσθενῶν προσδοκοῦσαν τὴ θαυματουργικὴ θεραπεία τους. Κατὰ διαστήματα ἄγγελος ἀνατάραζε τὰ νερὰ τῆς λιμνούλας καὶ ὁ πρῶτος ἄρρωστος ποὺ ἔπεφτε μέσα της ἀμέσως μετὰ τὴν ἀναταραχὴ τῶν νερῶν, γινόταν καλά, ἀπὸ ὁποιαδήποτε ἀρρώστια κι ἂν ­ἔπασχε. Καὶ αὐτὸς δὲν εἶχε κανέναν νὰ τὸν βοηθήσει. Δὲν ἦταν μόνο ἡ βαριὰ ἀσθένεια ποὺ τὸν ἔκανε νὰ ­ὑποφέρει 38 ὁλόκληρα χρόνια, ἀλλὰ κυρίως ἡ μοναξιά. Ἡ ἐγκατάλειψή του ἀπὸ τοὺς συνανθρώπους του. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅταν τὸν πλησίασε ὁ Κύριος, μὲ πόνο ψυχῆς ἐξέθεσε τὸ δράμα του: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω», Τοῦ εἶπε. Δὲν ἔχω κάποιον ἄνθρωπο γιὰ νὰ μὲ βοηθήσει.

   Αὐτὸ τὸ παράπονο τοῦ παραλύτου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ σήμερα πρῶτον νὰ παρουσιάσουμε τὸ πρόβλημα τῆς μοναξιᾶς, καὶ δεύτερον νὰ ἀνακαλύψουμε τρόπους γιὰ τὴν ὑπέρβασή του.
1. ΑΠΟΥΣΙΑ ΑΓΑΠΗΣ
   Ὁ παράλυτος λέει ὅτι δὲν ἔχει ἄνθρωπο, ἐνῶ βρισκόταν κατάκοιτος ἀνάμεσα σὲ «πλῆθος πολὺ ἀσθενούντων» καὶ μάλιστα σὲ μιὰ δημόσια εἴσοδο τῆς πόλεως τῶν Ἱεροσολύμων. Γιατί; Διότι κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γύρω του δὲν προθυμοποιήθηκε νὰ μείνει κάποιο διάστημα μαζί του γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει. Ἀδιάφοροι καὶ ἀσυγ­κίνητοι τὸν ἀντίκριζαν οἱ περαστικοί, ἐνῶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς ἐνδιαφέρονταν μόνο γιὰ τὸ ἄτομό τους καὶ κανεὶς δὲν τοῦ παραχωροῦσε τὴ θέση του, κι ἂς τὸν ἔβλεπαν καθηλωμένο τόσα χρόνια. 
   Δυστυχῶς ὅμως κάτι παρόμοιο συμβαί­­νει καὶ σήμερα. Ὑπάρχουν ­ἄνθρω­ποι ποὺ ἂν καὶ διαμένουν σὲ πολυκα­τοικία, ζοῦν σὰν σὲ ἀπομόνωση καὶ πεθαίνουν χωρὶς καν­εὶς νὰ τὸ πάρει εἴδηση. Ὑπάρχουν ἀ­­­σθε­νεῖς στὰ νοσοκομεῖα τοὺς ὁποίους ­κα­νεὶς δὲν ἐπισκέπτεται, κι ἂς πηγαινοέρ­χον­ται γύρω τους καθημερινὰ ἑκατοντάδες ­ἄν­­θρωποι... Ὑπάρχουν ­ἀκόμη γέροντες ἀνή­μποροι, παιδιὰ ἐγκαταλειμμένα, μητέρες ­ἀβοή­θητες... Ὅλοι ἐπαναλαμβάνουν μὲ πόνο τὸ «ἄνθρωπον οὐκ ἔχω» ὑπογραμ­μίζοντας τὴ διαπίστωση ὅτι ἡ μοναξιὰ ἀποτελεῖ τραγικὸ φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Καὶ εἶναι στ’ ἀλήθεια τραγικό, στὴν ἐποχὴ μὲ τὰ τελειότερα μέσα ἐπικοινωνίας, νὰ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ τὴ μοναξιά. Καὶ τελικὰ ἡ μοναξιὰ δὲν εἶναι ἡ ἀπομόνωση καὶ ἡ ἐγκατάλειψη ἀλλὰ ἡ ἀπουσία τῆς ἀγάπης. Ὅταν λείπει ἡ ἀγάπη, τότε μπορεῖ νὰ ζεῖς ἀνάμεσα σὲ ἑκατομμύρια ἀνθρώπων κι ὅμως νὰ νιώθεις μόνος: νὰ μὴν ἔχεις κάποιον νὰ ἐμπιστευθεῖς, νὰ τοῦ ἀνοίξεις τὴν καρδιά σου, νὰ πεῖς τὸν πόνο σου, τὸ πρόβλημά σου...
2. Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ
   Τί μποροῦμε ὅμως νὰ κάνουμε γιὰ νὰ ξεπεράσουμε αὐτὴν τὴν τραγικὴ κατάσταση τῆς μοναξιᾶς; Ὑπάρχει διέξοδος; Ναί! 
   Τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Κύριος συνάντησε τὸν παράλυτο ὅταν ὅλοι οἱ ἄλλοι τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει, δίνει θάρρος καὶ ἐλπίδα σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ βιώνει τὴ θλίψη τῆς μοναξιᾶς. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς κανέναν δὲν ἀφήνει ἔρημο καὶ ἀβοήθητο. Σ’ ἕνα τροπάριο τῆς σημερινῆς ἑορτῆς ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος παρουσιάζει τὸν Κύριο νὰ ἀπαντᾶ στὸ παράπονο τοῦ παραλυτικοῦ: «Διὰ σὲ ἄνθρωπος γέγονα, διὰ σὲ σάρκα ­περιβέβλη­μαι, καὶ λέγεις ἄνθρωπον οὐκ ἔχω;». Εἶναι σὰν νὰ μιλᾶ ὁ Κύριος καὶ στὸν καθένα ἀ­­­­­­­πὸ μᾶς: «Γιὰ σένα ἔγινα ἄνθρωπος, γιὰ ­σέ­να πῆρα τὴν ἀνθρώπινη σάρκα, καὶ σὺ ­πα­ραπονεῖσαι ὅτι δὲν ἔχεις ἄνθρωπο;...» Πό­­­­σο εὔκολα ὅμως ξεχνᾶμε αὐτὴ τὴ σπουδαία ἀλήθεια καὶ βυθιζόμαστε στὴν ἀπελπισία! ­Παρα­πονούμαστε ὅτι δὲν ἔχουμε καν­ένα νὰ ­ἐν­­­διαφερθεῖ γιὰ μᾶς, ἐνῶ ἔχου­με δίπλα μας ὄχι ἁπλῶς ἕναν ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν παντοδύναμο Θεὸ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ δική μας σωτηρία. Ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν κάθε ἄνθρωπο, πρὸς ἐσένα, πρὸς ἐμένα, πρὸς ὅλους μας! 
   Καὶ δὲν εἶναι μόνο ἀοράτως κοντά μας ὁ Κύριος, ἀλλὰ στέλνει καὶ ἀνθρώπους δικούς του γιὰ νὰ παρηγοροῦν καὶ νὰ στηρίζουν ὅσους ἔχουν ἀνάγκη. Πόσοι πιστοὶ χριστιανοὶ ἐμπνεόμενοι ἀπὸ τὴ θεϊκὴ Ἀγάπη ἀναλίσκονται σὲ ἔργα διακονίας καὶ προσφορᾶς πρὸς τὸν συνάνθρωπο...! Ἄλλοι ξενυχτοῦν κοντὰ σὲ ἀσθενεῖς ποὺ εἶναι μόνοι, ἄλλοι φροντίζουν ἀστέγους, ἄλλοι συμπαρίστανται σὲ ἀναπήρους, ἄλλοι... Εἶναι ἀδύνατον νὰ περιγράψουμε ἔστω καὶ ἕνα μικρὸ μέρος ἀπὸ τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἀγάπης ποὺ ἐμπνέει ἡ τέλεια Ἀγάπη, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός!
   «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω»... Ἡ ἀγωνιώδης κραυγὴ τοῦ παραλύτου τῆς Βηθεσδᾶ ἂς γίνει ἀφορμὴ νὰ ξυπνήσουμε καὶ μὲ ζῆ­λο νὰ ἐπιδοθοῦμε στὰ ἔργα τῆς ἀγάπης, ὥστε κανεὶς συνάνθρωπός μας νὰ μὴ νιώθει ­πλέον μόνος σ’ αὐτὸν τὸν ἀπάνθρωπο κόσμο μας.

Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 15 Μαΐου 2016 (Κυριακὴ τῶν Μυροφόρων)


Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 43 - 47
43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἁριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙϚ´ 1 - 8
1 Καὶ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωῒ τς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· Μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

Απόδοση στη Νεοελληνική



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 43 - 47
43 ήλθεν ο Ιωσήφ, που κατήγετο από την πόλιν Αριμαθαίαν, διακεκριμένος και ευϋπόληπτος βουλευτής, ο οποίος είχε πιστεύσει στον Χριστόν και επερίμενε την βασιλείαν του Θεού. Αυτός ετόλμησε και παρουσιάσθηκε με θάρρος στον Πιλάτον και εζήτησε το σώμα του Ιησού. 44 Ο δε Πιλάτος ηπόρησε, εάν τόσον γρήγορα πράγματι απέθανε ο Ιησούς. Και αφού επροσκάλεσε τον εκατόνταρχον, τον ηρώτησε, εάν είχε πολλήν ώραν που απέθανε ο Ιησούς. 45 Και όταν επληροφορήθη από τον εκατόνταρχον το γεγονός, εχάρισε στον Ιωσήφ το σώμα. 46 Και εκείνος, αφού ηγόρασε καινούριο σινδόνι και τον εκατέβασε από τον σταυρόν, ετύλιξε το σώμα στο σινδόνι και έβαλε αυτόν εις μνημείον, που ήτο σκαμμένον εις βράχον· και εκύλισε βαρύν λίθον επάνω εις την θύραν του μνημείου. 47 Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν με προσοχήν, που ετέθη το σώμα του Κυρίου.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙϚ´ 1 - 8
1 Κατά την επομένην, όταν έδυσε το ήλιος και επερασε το Σαββατον, η Μαρία Μαγδαληνή και Μαρία η μητέρα του Ιακώβου, και η Σαλώμη ηγόρασαν αρώματα, δια να έλθουν στον τάφον και αλείψουν τον Ιησούν. 2 Και πολύ πρωϊ την πρώτην ημέρα της εβδομάδος, την ώρα που εγλυκοχάραζε το φως του ήλιου, ήλθαν στο μνημείον. 3 Και έλεγαν μεταξύ των· ποιός θα μας αποκυλίση τον βαρύν λίθον από την θύραν του μνημείου; 4 Και μόλις εσήκωσαν τα βλέματά των είδαν ότι είχε αποκυλισθή ο λίθος ο οποίος άλωστε ήτο πολύ μεγάλος. 5 Και αφού εμπήκαν στο μνημείον, είδαν να κάθεται εις τα δεξιά ένας νέος, ντυμένος λευκήν στολήν και κατελήφθησαν από φόβον και κατάπληξιν. 6 Αυτός δε τους είπε· “μη απορείτε και μη φοβείσθε. Γνωρίζω ότι ζητείτε Ιησούν τον Ναζαρηνόν, τον εσταυρωμένον. Ανεστήθη, δεν είναι εδώ. Ιδού ο τόπος που τον είχαν θέσει. 7 Αλλά πηγαίνετε, πέστε στους μαθητάς του, και ιδιαιτέρως στον Πετρον, ότι πηγαίνει ενωρίτερα από σας εις την Γαλιλαίαν. Εκεί θα τον ίδετε, όπως άλωστε σας είχε πη”. 8 Και αυταί αφού εβγήκαν, έφυγαν από το μνημείον. Τας είχε δε καταλάβει τρόμος και κατάπληξις και δεν είπαν εις κανένα τίποτε, διότι εφοβούντο.(Τας κατέλαβε δέος και κατάπληξις δια τον άγγελον που είδαν και προ παντός δια την ανάστασιν, που ήκουσαν).

Το Ιερό Κήρυγμα




Κυριακή τῶν Μυροφόρων


Πόσα σημαντικὰ καὶ πόσα θαυμαστὰ γεγονότα δὲν πραγματώθηκαν κατὰ τὴν ἡμέρα «τῆς μιᾶς τῶν σαββάτων», δηλαδὴ τὴν Κυριακή. Τὸ ἱερὸ κείμενο τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου, μᾶς παρουσιάζει μιὰ πληθώρα γεγονότων σημαντικῶν καὶ θαυμαστῶν.

Ὁμιλεῖ γιὰ τὶς τρεῖς γυναικείες μορφὲς ποὺ πορεύθηκαν πολὺ πρωῒ στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Γιὰ τὴν ἀποκύληση τοῦ μεγάλου βράχου, ποὺ ἔκλεινε τὸν τάφο καὶ γιὰ τὸ κενὸ μνημεῖο. Γιὰ τὴν ὀπτασία τοῦ Ἀγγέλου καὶ γιὰ τὴν παράδοξη ἀγγελία του πὼς ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε.

Ὅλ᾿ αὐτὰ τὰ παράδοξα καὶ θαυμαστά, ἔλαβαν χώρα κατὰ τὴν ἡμέρα «τῆς μιᾶς σαββάτων». Αὐτὴ τὴν ἡμέρα, ποὺ σηματοδοτεῖ τὴν ἀρχὴ τοῦ καινούργιου κόσμου. Αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ φωτίζεται ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Τὴν Κυριακή, τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου· αὐτὴν, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ κέντρο τοῦ ἑβδομαδιαίου κύκλου ὡς πρώτη καὶ ἁγία.

«Αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία...»

Καὶ ἔτσι, ὡς κέντρο καὶ βάση τῆς ἑβδομάδος ἡ ἡμέρα αὐτή, ἀποτέλεσε τὸν κατάλληλο χρόνο σύναξης τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γιὰ τὴν τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Τότε ἄκουγαν τὸ κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων ὡς αὐτηκόων καὶ αὐτοπτῶν μαρτύρων τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τότε εὕρισκαν τὸν χρόνο ν᾿ ἀσκήσουν τὴν ἀγάπη μεταξύ τους, προσφέροντας βοήθεια στοὺς ἀδύναμους καὶ ἔχοντας ἀνάγκη ἀδελφούς.

Μὰ τὰ θαυμαστὰ καὶ παράδοξα γεγονότα ποὺ συμβαίνουν κατὰ τὴν Κυριακή, δὲν ἔχουν τελειωμό. Διαβάζουμε στὸ βιβλίο τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων πὼς ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴν Τρωάδα «μιὰ Κυριακὴ παρατείνει τὸν λόγο ὡς τὰ μεσάνυχτα». Καὶ ὁ ἴδιος γράφοντας πρὸς τοὺς Κορινθίους, τοὺς λέγει: «νὰ μὴν ξεχνοῦν τὸ χρέος τῆς ἀγάπης καὶ κάθε Κυριακὴ στὴ θεία Λειτουργία, νὰ συνάζουν χρήματα γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς». Ἀκόμη κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης δέχθηκε στὴν Πάτμο τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Χριστοῦ.

Καὶ ἔρχεται ἀργότερα, τὸν 4ο μ.Χ. αἰῶνα ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ αὐτοκρατορικὸ διάταγμα, νὰ κάνει τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς, ἀργία. Ἔτσι ἡ ἡμέρα αὐτὴ συνδέθηκε «μὲ τὴν καινούργια ἐποχὴ τοῦ κόσμου, μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὶς παραδόσεις τοῦ λαοῦ».

Ἔτοῦτα ἆραγε τὰ σημαντικὰ γεγονότα ἀπὸ μόνα τους, δὲν ὁμιλοῦν γιὰ τὴν Ἀνάσταση καὶ δὲν ἀποτελοῦν μιὰ τρανὴ ἀπόδειξη γι᾿ αὐτήν;

Αὐτὴ ἡ Κυριακή, ἡ ἡμέρα «τῆς μιᾶς σαββάτων», εἶναι βαθειὰ τοποθετημένη μέσα στὴν συνείδηση τοῦ λαοῦ. Εἶναι ζυμωμένη μὲ τὴν ἴδια τὴ ζωή του καὶ νοηματοδοτεῖ τὴν πίστη του. Ἀφοῦ ἀποτελεῖ τὴν ἡμέρα ποὺ ἐξ ὁλοκλήρου ἀφιερώνεται στὸν Χριστό.

Τὸ ἐρώτημα ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ θέσουμε ἐδῶ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἐκφράζει ἕνα βασικὸ προβληματισμό. Ποιό εἶναι αὐτὸ τό ἐρώτημα; Ἆραγε εἴμαστε σήμερα ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι στὸν καιρό μας αἰσθάνονται καὶ τιμοῦν τήν «μίαν τῶν σαββάτων;».

Οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι κατὰ ποικίλο καὶ διάφορο τρόπο αἰσθάνονται τὴν Κυριακή. Γιὰ μερικοὺς ἴσως δὲν διαφέρει σὲ τίποτε ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ κι αὐτὴ τὴν ἡμέρα θὰ ἐργαστοῦν. Θὰ ἐργαστοῦν δὲ ὄχι ἐπειδὴ τὸ ἐπάγγελμά τους τὸ ἐπιβάλλει, μὰ γιατὶ εἶναι ἰδική τους ἐπιλογή.

Ἄλλοι θὰ ἐπιλέξουν αὐτὴ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς γιὰ νὰ κάνουν ἐκδρομή. Καὶ ἡ συνήθεια αὐτή, «πάει νὰ διασπάση τὴν πατροπαράδοτη οἰκογενειακὴ συνοχὴ τοῦ λαοῦ μας».

Ἄλλοι αὐτὴ τὴν ἡμέρα λένε νὰ ξεκουραστοῦν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὸν ὕπνο. Καὶ ὅταν ἡ καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας μᾶς καλεῖ στὴν Εὐχαριστηριακὴ σύναξη, ποὺ εἶναι ἡ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως, ἐκεῖνοι γυρνοῦν ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἢ τὸ χειρότερο ἐνοχλοῦνται.

Καὶ οἱ λιγότεροι θὰ αἰσθανθοῦν αὐτὴ τὴν ἡμέρα, πὼς ἀνήκει στὸ Θεό, θ᾿ ἀκούσουν τὴ φωνή Του, θὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν πρόσκλησή Του. Ἐκεῖ δὲ στὴν Ἐκκλησία, θὰ δεχθοῦν τὴ χάρη Του· θὰ Τὸν εὐχαριστήσουν γιὰ τὰ οὐράνια δῶρα Του καὶ θὰ πάρουν δύναμη γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, οἱ Μυροφόρες ξεκίνησαν πρωῒ «τῆς μιᾶς Σαββάτων» γιὰ νἄρθουν νὰ βροῦν τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ξεπέρασαν ὅλα τὰ ἐμπόδια καὶ πέταξαν ἀπὸ ἐπάνω τους τὸν φόβο. Αὐτὲς ἀποδείχθηκαν γενναῖες γιατὶ ἀγάπησαν πολύ. Ἔτσι ἀνταμείφθηκαν. Πῆραν πρῶτες τὸ μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ γίνηκαν ἀγγελιοφόροι του.

Ἐμεῖς ὅμως κάθε Κυριακὴ ἔχουμε νὰ κάνουμε ἕνα οὐσιαστικὸ ἔργο. Νὰ ἔλθουμε στὴν Ἐκκλησία ν᾿ ἀνταμώσουμε τὸν Χριστό. Ν᾿ ἀκούσουμε τὸν λόγον Του· νὰ δεχθοῦμε τὴν εὐλογία καὶ νὰ βιώσουμε τὴν Ἀνάστασή Του. Καὶ τότε νὰ πάρουμε τὴν εὐλογία Του μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγελικό λόγο τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ τὸ φέρουμε στὴν καθημερινότητά μας.



Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Η Ανάσταση στην Ι. Μ. Αγίου Νικολάου (Αναπαυσά) -1 Μαΐου 2016

Μεγάλο ήταν και φέτος το πλήθος των πιστών που επισκέφθηκαν το μοναστήρι.Με ευλάβεια παρακολούθησαν την ακολουθία της Αναστάσεως, τον όρθρο της Κυριακής του Πάσχα και την αναστάσιμη Θεία Λειτουργία του αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου.

Ένα βίντεο από την ακολουθία της Αναστάσεως



Και μερικές εικόνες