Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 26 Ιουνίου 2016 (τῶν Ἁγίων Πάντων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33
32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38
37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30
27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· Ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναίκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 32 - 33
32 Καθένας, λοιπόν, που με πίστιν και θάρρος και χωρίς να φοβήται τους διωγμούς, θα με ομολογήση σωτήρα του και Θεόν του εμπρός στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ έμπροσθεν του ουρανίου πατρός μου ως ιδικόν μου. 33 Οποιος όμως με αρνηθή εμπρός στους ανθρώπους, θα αρνηθώ και εγώ να τον παραδεχθώ ως ιδικόν μου εμπρός στον ουράνιον Πατέρα μου.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 37 - 38
37 Εκείνος που αγαπά τον πατέρα η την μητέρα του παραπάνω από εμέ, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. Και εκείνος που αγαπά τον υιόν του η την κόρην του παραπάνω από εμέ, δεν είναι άξιος να λέγεται οπαδός μου. 38 Και όποιος δεν παίρνει σταθεράν την απόφασιν να υποστή κάθε ταλαιπωρίαν και σταυρικόν ακόμη θάνατον δια την πίστιν του εις εμέ και δεν με ακολουθεί ως αρχηγόν και υπόδειγμά του, δεν είναι άξιος για μένα.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΘ´ 27 - 30
27 Τοτε απεκρίθη ο Πετρος και του είπε· “ιδού ημείς αφήσαμεν όλα και σε ηκολουθήσαμεν. Ποία τάχα θα είναι η αμοιβή μας;” 28 Ο δε Ιησούς απήντησεν εις αυτούς· “σας διαβεβαιώνω ότι σεις που με έχετε ακολουθήσει εδώ εις την γην, όταν εις την συντέλεια των αιώνων αναδημιουργηθή νέος κόσμος και αναστηθούν οι νεκροί και ο υιός του ανθρώπου καθίση επάνω στον ένδοξον θρόνον του, τότε και σεις θα καθίσετε επάνω εις δώδεκα θρόνους, δια να κρίνετε τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. 29 Και κάθε ένας, ο οποίος προς χάριν μου αφήκε οικίας η αδελφούς η αδελφάς η πατέρα η μητέρα η γυναίκα η χωράφια, θα λάβη εδώ εις την γην εκατό φορές περισσότερα και, το σπουδαιότερον, θα κληρονομήση την αιωνίαν ζωήν. 30 Πολλοί δε που στον κόσμον αυτόν, ένεκα των αξιωμάτων τα οποία κατέχουν και όχι δια την αρετήν των, είναι πρώτοι, εις την βασιλείαν των ουρανών θα είναι τελευταίοι και πολλοί που στον κόσμον αυτόν θεωρούνται τελευταίοι, θα είναι εκεί πρώτοι.

Το Ιερό Κήρυγμα



Ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Εὐαγγέλιο! φωνάζει ἡ ἀπιστία. Ἀδύνατον νὰ ζήσῃ σήμερα ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ νέοι, νὰ κρατήσουμε ἁ γνότητα. Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔγγαμοι, νὰ ζήσουμε ἰσοβίως μὲ τὸ «Ὃ ὁ Θεὸς συνέζευξεν ἄν θρωπος μὴ χωριζέτω»(Ματθ. 19,6), οἱ ἄντρες μὲ μία γυναῖκα, οἱ γυναῖκες μὲ ἕναν ἄντρα.
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἔμποροι, νὰ πᾶμε μὲ τὸ «Ἔστω ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὐ οὔ» (ἔ.ἀ. 5,37).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ πλούσιοι, νὰ τηρήσουμε τὸ «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (ἔ.ἀ.. 19,21).
Ἀδύνατον, φωνάζουν οἱ ἐκδικητικοί, νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἐχθρούς μας. Ἀδύνατον τὸ ἕνα, ἀδύνατον τὸ ἄλλο, ἀδύνατον ὁλόκληρο τὸ Εὐαγγέλιο.

Οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτες. Οὐτοπία λοιπὸν τὸ Εὐαγγέλιο; Ὄχι· οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ δὲν εἶνε ἀκατόρθωτες. Κι ἂν ἀκόμη βρισκόταν ἕνας μόνο καὶ ἐφήρμοζε ὅ,τι διέταξε ὁ Χριστός, ἀρκοῦσε αὐτὸς ν᾽ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ πείραμα πέτυχε, ὅτι ἡ ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου δὲν ἀποτελεῖ φαντασία.
Ὅ,τι ἔκανε ὁ ἕνας γιατί νὰ μὴν τὸ κάνουμε καὶ οἱ ἄλλοι; Ἀλλὰ δὲν εἶνε ἕνας μόνο· εἶνε πολλοί, ἀναρίθμητοι ἐκεῖνοι ποὺ κάτω ἀπὸ δυσμενεῖς συνθῆκες μὲ λόγια ἔργα καὶ μαρτυρι κὸ θάνατο τήρησαν τὴν ἠθικὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτοὶ λένε· «Πάντα ἰσχύομεν ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι ἡμᾶς Χριστῷ» καὶ «Μιμηταί μας γίνεσθε, καθὼς καὶ ἡμεῖς Χριστοῦ»(Φιλ. 4,13. Α΄ Κορ. 11,1). Εἶνε οἱ ἅγιοι Πάν τες, τοὺς ὁ ποίους προβάλλει ἡ Ἐκ κλησία πρὸς μίμησιν.
* * * 
Οἱ ἅγιοι, ἀγαπητοί μου, δὲν ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἅγιοι. Κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος. Σύμφωνα μὲ τὴν πεῖρα καὶ τὰ πορίσματα παρατηρήσεων καὶ πειραμάτων τῆς ἀνθρωπογνωσίας, σύμφωνα πρὸ παντὸς μὲ τὴν ἁγία Γραφή, ὁ ἄνθρωπος, κάθε ἄνθρωπος, πέφτει ἀπ᾽ τὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του σὰν ἕνας καρπὸς ποὺ κλείνει μέσα του τὰ σπέρματα ὅλων τῶν κακιῶν, σὰν ἕνα μῖγμα εὐγενοῦς μετάλλου ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γῆς ἀνακατεμένο μὲ ἀκάθαρ τη ὕλη.
Νά γιατί ὁ Δαυῒδ στὸν περίφημο 50ὸ ψαλμὸ τῆς μετανοίας του ὀδύρεται λέγοντας· «Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50,7).
Αὐτὸ τὸ λόγο μποροῦσαν νὰ ἐπαναλάβουν καὶ οἱ ἅγιοι Πάντες. Γεννήθηκαν κι αὐτοὶ μὲ τὴ βαρειὰ κληρονομικότητα ποὺ ἔχει τὴ ῥίζα της στὸ ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων. Ἀπὸ τὴ μολυσμένη ἐκείνη πηγὴ ἔφεραν μέσα τους τὰ μικρόβια τῆς κακίας, ποὺ μόλυνε καὶ διέφθειρε τὴν ἁγνὴ καρδιὰ ποὺ ἔδωσε ὁ Πλάστης. Γι᾽ αὐτὸ ὡς παν ανθρώπινη κραυγὴ γιὰ τὴ δηλητηρίασι τῆς καρδιᾶς, θεωρεῖται κι ὁ ἄλλος στίχος τοῦ ἴδιου ψαλμοῦ, τὸν ὁποῖο καὶ ἄπιστοι ὅπως ὁ Βολταῖρος θαύμασαν γιὰ τὸ ὕψος του· «Καρδίαν κα θαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου» (Ψαλμ. 50,12).

Σὰν ἄνθρωποι λοιπὸν καὶ οἱ ἅγιοι μὲ σάρκα καὶ ὀστᾶ, προτοῦ γνωρίσουν τὸν Σωτῆρα Χριστὸ δὲν εἶχαν καθαρὴ τὴν καρδιά· ἡ καρδιά τους ἦταν μολυσμένη ἐξ αἰτίας ὄχι μόνο τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἀλλὰ καὶ προσωπικῶν ἁ μαρτημάτων.
Ψέματα, κατάρες, βλασφημίες, κλοπές, μοιχεῖες, πορνεῖες, φόνοι…, νά ὁ ἀκάθαρτος ποταμὸς τῆς ζωῆς πολλῶν ἀπ᾽ αὐτούς. Ἀλλὰ κάποια εὐλογημένη στιγμή ὁ ποταμὸς τῆς ζωῆς τους ἦλθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν μυστηριώδη ἐκεῖνο ποταμὸ τοῦ Ἰεζεκιήλ (στὸ 47ο κεφ. τῆς προφητείας του).
Τὰ νερά του, ποὺ ἀναβλύζουν ἀπ᾽ τὸ Γολγοθᾶ, εἶνε θαυματουργά, ἀναζωογο νοῦν τὰ πάντα.
Σ᾽ αὐτὰ τὰ νερὰ καλεῖ ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέγοντας· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἠσ. 1,16). Καὶ μία ἀκόμη σταγόνα τους μπορεῖ νὰ καθαρίσῃ τὸν ἄνθρωπο!
Δὲν εἶνε αὐτὸ ποίησις καὶ φαντασία δική μου. Ὅσοι ἀμφιβάλλουν ἂς ἀνοίξουν τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, ἂς μελετήσουν τοὺς βίους τῶν ἁγίων, καὶ θὰ δοῦν σὲ μύριες περιπτώσεις ὅτι ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ, ἀγγίζοντας τὴν καρδιὰ λῃστῶν καὶ κακούργων, τοὺς μετέβαλε.  Καὶ ἡ δύναμις τοῦ σταυροῦ μένει πάντοτε ἀμείωτη. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε στεῖρα· γεννᾷ καὶ σήμερα ἁγίους. Ἡ παράταξι τῶν ἁγίων δὲν ἔκλεισε, ὁ κατάλογος στὰ μητρῷα τῆς αἰωνιότητος δὲν σφραγίστηκε ἀκόμα.
Ἡ ἁγιότης δὲν σταμάτησε στὸ 50, 300, 500, 600, 1.500 μ.Χ.… Ὄχι!  Καὶ στὸν αἰῶνα μας, αἰῶνα προδρομικὸ τοῦ ἀντιχρίστου, ἡ ἁγιότης ἀνθίζει. Ἄντρες καὶ γυναῖκες βαδίζουν καὶ σή μερα στὰ ἴχνη τῶν μαρτύρων τῶν προηγουμένων γενεῶν.
Παρ᾿ ὅλες τὶς εἰρωνεῖες, τοὺς διωγμούς, τὰ μαρτύρια, δὲν προδίδουν τὴν πίστι, δὲν προσκυνοῦν τὰ νεώτερα εἴδωλα· μὲ τὸ βλέμμα στὸν οὐρανὸ ὅπως ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος ἀγωνίζονται νὰ φανοῦν ἄξιοι υἱοὶ καὶ θυγατέρες τῶν προγόνων ἐκείνων, ποὺ θυσίασαν τὰ πάντα γιὰ τὴν πίστι τοῦ Χριστοῦ.
Συνάντησα στὴ Βόρειο Ἑλλάδα μιὰ γερόντισσα πρόσφυγα ἀ πὸ τὸν Πόντο. Ἡ οἰκογένειά της εἶχε ἐξολοθρευθῆ. Αὐτὴ ἦρθε μόνη ἐδῶ, ἀλλὰ ἔμελλε στὰ γηρατειά της νὰ δῇ νέους διωγμοὺς ἀπὸ σκοτεινὲς δυνάμεις. «Δὲν προδίδω», μοῦ ἔλεγε, «τὴν πίστι στὸ Χριστὸ καὶ τὴν ἀγάπη στὴν πατρίδα. Θὰ μείνω Χριστιανὴ Ἑλληνίδα. Θέλω, ὅταν πάω στὸν ἄλλο κόσμο, οἱ πρόγονοί μου ποὺ θυσιάστηκαν νὰ μὲ ὑποδεχθοῦν καὶ νὰ ποῦν· Καλῶς τὴν κορούλα μας! Ἔκανες ὅ,τι κάναμε κ᾽ ἐμεῖς. Εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου».

Αὐτὴ ἡ μνήμη τῶν ἁγίων εἶνε τὸ ἰσχυρότερο ἐλατήριο ποὺ ὠθεῖ σὲ ἠθικὰ μεγαλουργήματα. Ἡ Ἑλλάδα εἶνε χώρα ἁγίων. Πάνω της αἰωρεῖται ἕνα φωτεινὸ νέφος μαρτύρων. Καμμιά χώρα δὲν ἔχει τόσους ἁγίους. Γι᾽ αὐτὸ ἕνας ἐκκλησι αστικὸς ῥήτωρ, ὁ Φραγκῖσκος Σκοῦφος, (17ος αἰώνας) ἔγραφε γιὰ τὴν πατρίδα μας· «Μίλησε κ᾽ ἐσύ, οὐρανέ· πὲς κ᾽ ἐσὺ μὲ τὴν ἀκτινοβόλο γλῶσσα τὶς δόξες τῆς χριστιανικῆς Ἑλλάδος.
Ποῦ εἶδες γιὰ πρώτη φορὰ ἀνθρώπους νὰ ζοῦν μέσα στὶς ἐρήμους ζωὴ τῶν ἀγγέλων καὶ ν᾽ ἀντιλαλοῦν ἀπὸ θεϊκοὺς ὕμνους ἐκεῖνα τὰ δάση ὅπου δὲν ἀκούγονται παρὰ οἱ ἄγριες φωνὲς τῶν θηρίων;
Ποῦ εἶδες τὰ πετρώδη καὶ ἄκαρπα βουνὰ νὰ βλαστάνουν ἄνθη ἀρετῶν; …
Ἀπὸ ποῦ ἔκοψες τόσους κρί νους γιὰ νὰ στολίσῃς τοὺς κήπους σου; Ἀπὸ ποῦ τρύγησες τόσα ῥόδα γιὰ νὰ εὐωδιάσῃ μ᾿ ἐκεῖ να ὁ Παράδεισος;
Ἀπὸ ποῦ μάζεψες τόσους φοίνικες, τόσες δάφνες, γιὰ νὰ ῥαντίσῃς καὶ νὰ στεφανώσῃς τὸ θρόνο τοῦ με γάλου βασιλέως; Ποιός ἐκτὸς ἀπ᾽ τὴν Ἑλλάδα σοῦ χάρισε τὰ πιὸ φωτεινὰ ἄστρα ποὺ ν᾽ ἀ στράφτουν στὸ στερέωμά σου;…
Ἂν ὁ Ἑωσφόρος σὲ γύμνωσε ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, τὸ Ἑλληνικὸ γένος σοῦ ἔδωσε τόσους ἁγίους ποὺ δὲν φαίνεσαι πλέον οὐρανός, ἀλλά, χωρὶς ὑπερβολή, φαίνεσαι ὅλος ὅλος μία Ἑλλάδα».
* * *
Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ, ἐπίτρεψέ μου νὰ σὲ ρωτήσω· Πιστεύεις στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν; πιστεύεις ἀπόλυτα; Ἐὰν ναί, τότε, ὅσο σκληρὲς κι ἂν εἶνε οἱ συνθῆκες, μὴν πῇς «Ἀδύνατον νὰ ζήσω κατὰ Χριστόν». Ὄχι. Μακριὰ ἡ δειλία! Μπορεῖς νὰ δώσῃς μαρτυρία Χριστοῦ, ὅποιο κι ἂν εἶνε τὸ ἔργο καὶ τὸ ἐπάγγελμά σου.
῾Ρίξε ἕνα βλέμμα στὴν παράταξι τῶν ἁγίων Πάντων, καὶ θὰ διακρίνῃς συναδέλφους σου. Ὑπάρχουν ἅγιοι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· ὅλοι ἔζησαν κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Θεανθρώπου ποὺ εἶπε «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. 20,28). Ἂν εἶ σαι κληρικός, δὲς ἱεράρχας, πρεσβυτέρους καὶ διακόνους.
Ἂν εἶσαι ἐγγράμματος, δὲς τοὺς Βασιλείους, Γρηγορίους καὶ Χρυσοστόμους. Ἂν εἶσαι ἀξιωματικὸς ἢ στρατιώτης, δὲς τοὺς ἁγ. Δημητρίους, Γεωργίους, Θεοδώρους.
Οἱ γεωργοὶ ἔχουν τοὺς ἁγ. Τρύφωνα, Παῦλο τὸν ἁπλοῦν· οἱ βοσκοὶ τοὺς ἁ γ. Σπυρίδωνα, Σῴζοντα, Βλάσιο καὶ τοὺς ποιμένας τῆς Βηθλεέμ· οἱ κηπουροὶ τὸν ἅγ. Φωκᾶ, οἱ μάγειροι τὸν ἅγ. Εὐφρόσυνο, οἱ ῥάφτες καὶ οἱ βαφεῖς τὸν ἅγ. Μένιγνο, οἱ ὑποδηματοποιοὶ τὸν ἅγ. Ζαχαρία, οἱ ζωγράφοι τὸν εὐαγγελιστὴ Λουκᾶ καὶ τὸν ὅσιο Ζαχαρία, οἱ χαράκτες τὸν ἅγ. Ἰωάννη τὸ νηστευτή, οἱ διδάσκαλοι τὸν ἅγ. Ἀρσένιο, οἱ γιατροὶ τοὺς ἁ γ. Ἀναργύρους καὶ τὸν ἅγ. Παν τελεήμο να, οἱ ἀστρονόμοι τοὺς τρεῖς μάγους, οἱ ἄρχον τες τοὺς ἁγ. Ἀμβρόσιο, Φιλογόνιο καὶ Ἀρτέμιο, οἱ δικασταὶ τοὺς ἁγ. Διονύσιο ἀρεοπαγίτη καὶ Ἱερόθεο, οἱ βουλευταὶ τὸν εὐ σχήμονα Ἰωσήφ,… καὶ οἱ βασιλεῖς τοὺς ἁγ. Κωνσταντῖνο καὶ Ἑλένη.

Παντοῦ ἁπλώνεται ἡ ἁγιότης, γιὰ ν᾿ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ Χριστιανός, ὅπου καὶ ἂν ὑπηρετῇ, παρὰ τὰ ἐμπόδια, λαμβάνει ἄνωθεν δύναμι νὰ ζῇ τὴ μυστικὴ ἁγία ζωὴ τοῦ Πνεύματος. Συγκινητικὰ παραδείγματα βρίσκουμε στοὺς βίους τῶν ἁγίων, ποὺ δείχνουν ὅτι μέσα καὶ στὴν πιὸ διεφθαρμένη κοινωνία εἶνε δυνατὸν ν᾽ ἀνθήσουν τὰ ἄνθη τῆς ἀρετῆς. Διότι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (῾Ρωμ. 8,28).

Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν! Ἐσεῖς ἀγαπήσατε μὲ θεῖο ἔρωτα πάνω ἀπὸ κάθε ἐγκόσμιο τὸν Χριστό, ἀγωνιστήκατε στὴ γενεά σας καὶ νικήσατε. Καὶ τώρα παρακολουθεῖτε τοὺς σκληροὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγει ἡ σημερινὴ γενεὰ τῶν Χριστιανῶν ἐναντίον τοῦ ἀντιχρίστου.
Μεγαλύτεροι ἀδελφοί μας· σπεύ- σατε, σᾶς παρακαλοῦμε, νὰ μᾶς βοηθήσετε. Μὴ παύσετε νὰ προσεύχεσθε, ὁ Κύριος νὰ δώσῃ τὴ νίκη σ᾽ ἐκείνους πού, ὅπως κ᾽ ἐσεῖς, ἀγωνίζονται ὑπὸ τὴν σκέπη τοῦ τιμίου σταυροῦ· ἀμήν.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 19 Ιουνίου 2016 (Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστής)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52
37 Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω. 38 ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. 39 τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύσαντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη. 40 πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης· 41 ἄλλοι ἔλεγον· Οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· οἱ δὲ ἔλεγον· Μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 42 οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλέεμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυῒδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται; 43 σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι’ αὐτόν. 44 τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας. 45 Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· Διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν; 46 ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος. 47 ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· Μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε; 48 μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων; 49 ἀλλ’ ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι! 50 λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτὸν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν· 51 Μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ’ αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ; 52 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12
12 Πάλιν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ἐλάλησε λέγων· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου· ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσῃ ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ζ´ 37 - 52
37 Κατά την τελευταίαν δε μεγάλην ημέραν της εορτής εστάθη ο Ιησούς και με ισχυράν φωνήν είπεν· “εάν κανείς διψά πνευματικά και αιώνια αγαθά, λύτρωσιν, ειρήνην και χαράν, ας έλθη κοντά μου και ας πίνη την αλήθειαν που προσφέρω, δια να ικανοποιηθούν έτσι οι πλέον βαθείς και ευγενείς πόθοι του. 38 Εκείνος που πιστεύει εις εμέ, όπως είπε και η Γραφή, θα γίνη αστείρευτος πνευματική πηγή· και από την καρδίαν του θα αναβλύζουν και θα τρέχουν ποταμοί από ολόδροσο τρεχούμενο νερό”. 39 Αυτό δε είπε ο Κυριος δια το Αγιον Πνεύμα, το οποίον έμελλον να λάβουν όσοι θα επίστευον εις αυτόν, διότι η χάρις του Αγίου Πνεύματος, που αναγεννά και σώζει, δεν είχε ακόμη δοθή εις κανένα, επειδή ο Ιησούς δεν είχε ακόμη δοξασθή με την μεγάλην θυσίαν και με την ένδοξον ανάληψίν του. 40 Πολλοί, λοιπόν, από τον λαόν, όταν ήκουσαν την διδασκαλίαν αυτήν, έλεγαν· “αυτός είναι πράγματι ο προφήτης, που έχει προαναγγείλει ο Μωϋσής. 41 Αλλοι έλεγαν· “αυτός είναι πράγματι ο Χριστός”. Αλλοι έλεγαν· “δεν είναι ο Χριστός, διότι μήπως από την Γαλιλαίαν θα έλθη ο Χριστός; 42 Δεν είπε η Γραφή, ότι ο Χριστός κατάγεται από το γένος του Δαυΐδ και έρχεται από το χωρίον Βηθλεέμ, όπου εγεννήθη και έζησεν ο Δαυΐδ;” 43 Εγινε, λοιπόν, αντιγνωμία και διαίρεσις μεταξύ του λαού εξ αιτίας αυτού. 44 Μερικοί δε από αυτούς ήθελαν να τον πιάσουν, αλλά κανείς δεν άπλωσε επάνω του το χέρι. 45 Επέστρεψαν, λοιπόν, οι υπηρέται στους αρχιερείς και Φαρισαίους, χωρίς να έχουν συλλάβει τον Χριστόν και τους είπαν εκείνοι· “διατί δεν τον εφέρατε εδώ;” 46 Απεκρίθησαν οι υπηρέται· “ποτέ μέχρι σήμερα άλλος άνθρωπος δεν εδίδαξε έτσι, όπως διδάσκει αυτός ο άνθρωπος”. 47 Απεκρίθησαν τότε οι Φαρισαίοι εις αυτούς· “μήπως και σεις έχετε παρασυρθή από αυτόν εις την πλάνην; 48 Μηπως επίστευσεν εις αυτόν κανείς από τους άρχοντας η από τους Φαρισαίους; Κανείς δεν επίστευσε, διότι αυτοί μόνοι γνωρίζουν την αλήθειαν και έχουν ορθή κρίσιν. 49 Αλλά επίστευσεν αυτός ο αγράμματος όχλος, που δεν γνωρίζει τον νόμον και δι' αυτό είναι καταράμενοι!” 50 Λεγει τότε προς αυτούς ο Νικόδημος, που ήτο ένας από αυτούς και ο οποίος είχεν επισκεφθή νύκτα τον Χριστόν· 51 “μήπως ο νόμος μας καταδικάζει τον άνθρωπον, εάν ο δικαστής δεν ακούση πρώτον από αυτόν την απολογίαν του και μάθη τι έχει κάμει;” 52 Απήντησαν και του είπαν· “μήπως και συ είσαι από την Γαλιλαίαν; Ερεύνησε και μάθε, ότι προφήτης δεν έχει έως τώρα βγη από την Γαλιλαίαν”. (Η αξία του ανθρώπου δεν έγκειται στον τόπον καταγωγής, αλλά εις την αρετήν και τα έργα του).

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Η´ 12 - 12
12 Παλιν, λοιπόν, ωμίλησε προς αυτούς ο Ιησούς λέγων· “εγώ είμαι το φως όλου του κόσμου, εκείνος που με ακολουθεί πιστά δεν θα περιπατήση στο σκότος με άμεσον τον κίνδυνον να κρημνισθή εις τα βάραθρα, αλλά θα έχη το πνευματικόν φως που ακτινοβολείται από τον Θεόν, την πηγήν της ζωής.

Το Ιερό Κήρυγμα



ΚΥ­ΡΙ­Α­ΚΗ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ 

Ἡ ἑ­ορ­τή τῆς Πε­ντη­κο­στῆς εἶ­ναι μί­α ἀ­πό τίς με­γα­λύ­τε­ρες ἑ­ορ­τές τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ ἔ­τους. Κατ᾿ αὐ­τήν ἐκ­πλη­ρώ­θη­κε ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά τήν ἔ­λευ­ση τοῦ Πα­ρα­κλή­του, τοῦ τρί­του Προ­σώ­που τῆς Ἁ­γί­ας Τρι­ά­δος, καί πρα­γμα­το­ποι­ή­θη­κε ἡ ἐ­πί­ση­μη φα­νέ­ρω­ση τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας στόν κό­σμο καί τήν Ἱ­στο­ρί­α.

Ἡ σω­τη­ρι­ώ­δης ὑ­πό­σχε­ση τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Θε­οῦ γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Σω­τῆ­ρα Χρι­στοῦ. Ἡ ὑ­πό­σχε­ση τῆς Και­νῆς Δι­α­θή­κης εἶ­ναι ἡ ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ γι­ά τόν ἐρ­χο­μό τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὁ Κύ­ρι­ος, με­τά τόν Μυ­στι­κό Δεῖ­πνο, μί­λη­σε στούς Μα­θη­τάς καί Ἀ­πο­στό­λους γι­ά τόν ἄλ­λο Πα­ρά­κλη­το πού θά εἶ­ναι συ­νή­γο­ρος καί πα­ρη­γο­ρι­ά τους. Λί­γο πρίν ἀ­πό τήν Ἀ­νά­λη­ψή Του, εἶ­πε: «Σᾶς ἀ­πο­στέλ­λω τήν ἐ­παγ­γε­λί­α τοῦ Πα­τρός μου· κι ἐ­σεῖς νά κα­θί­σε­τε στήν πό­λη Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ μέ­χρις ὅ­του ἐν­δυ­θῆ­τε τήν ἐξ ὕ­ψους δύ­να­μη». Κα­τά τήν ἡ­μέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς ἦλ­θε τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, πού ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό Πα­τέ­ρα καί στέλ­λε­ται ἀ­πό τόν Θε­ό-Υἱ­ό, Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό, καί φα­νέ­ρω­σε τήν ὕ­παρ­ξη τοῦ Μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό Ἅ­γι­ον Πνεῦ­μα «ὅ­λον συ­γκρο­τεῖ τὸν θε­σμὸν τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας».

Ὁ Εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς στό Ἀ­πο­στο­λι­κό ἀ­νά­γνω­σμα μᾶς πε­ρι­γρά­φει τά αἰ­σθη­τά ση­μεῖ­α τῆς ἐ­πι­φοι­τή­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος: «Ὅ­ταν ἔ­φθα­σε ἡ ἡ­μέ­ρα τῆς Πε­ντη­κο­στῆς, ἦ­ταν ὅ­λοι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι μα­ζί συ­νη­γμέ­νοι στό ἴ­δι­ο μέ­ρος. Ξα­φνι­κά ἦρ­θε ἀ­πό τόν οὐ­ρα­νό μι­ά βο­ή, σάν νά φυ­σοῦ­σε δυ­να­τός ἄ­νε­μος, καί γέ­μι­σε ὅ­λο τό σπί­τι ὅ­που κα­θό­ταν. Τό­τε τούς πα­ρου­σι­ά­σθη­καν γλῶσ­σες σάν φλό­γες φω­τι­ᾶς πού δι­α­μοι­ρά­ζο­νταν καί κά­θι­σαν ἀ­πό μί­α στόν κα­θέ­να ἀπ᾿ αὐ­τούς».

Δέν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἐκ­δη­λώ­θη­κε μέ πύ­ρι­νες γλῶσ­σες. Ὁ Ἅ­γι­ος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος πα­ρα­τη­ρεῖ: «Καὶ κα­λῶς εἶ­πε, δι­α­με­ρι­ζό­με­ναι. Ἐκ μι­ᾶς γὰρ ἦν ρί­ζης, ἵ­να μά­θῃς ὅ­τι ἐ­νέρ­γει­ά ἐ­στιν ἀ­πό τοῦ Πα­ρα­κλή­του πεμ­φθεῖ­σα». Τό πῦρ-φῶς εἶ­ναι τό κατ᾿ ἐ­ξο­χήν ση­μεῖ­ο τῆς ἐμ­φα­νεί­ας καί πα­ρου­σί­ας τοῦ Θε­οῦ στούς ἀν­θρώ­πους. Πρῶ­τα ἐκ­πέ­μπε­ται ἑ­νι­αί­α δέ­σμη πυ­ρός καί δι­α­μοι­ρά­ζε­ται «ἐφ᾿ ἕ­να ἕ­κα­στον αὐ­τῶν», ἐν εἴ­δει γλωσ­σῶν. Ὁ Ἅ­γι­ος Γρη­γό­ρι­ος ὁ Πα­λα­μᾶς ση­μει­ώ­νει ὅ­τι τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα φα­νε­ρώ­θη­κε μέ τό σχῆ­μα τῆς γλώσ­σης, γι­ά νά δεί­ξη «τήν συγ­γέ­νει­ά Του μέ τόν Λό­γο τοῦ Θε­οῦ» καί συγ­χρό­νως γι­ά τήν «χά­ριν τῆς δι­δα­σκα­λί­ας».

Πρά­γμα­τι, ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δέν εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τήν ο­ἰ­κο­νο­μί­α τοῦ Χρι­στοῦ. Ὁ Χρι­στός ἀ­πο­στέλ­λει τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα καί τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα μορ­φώ­νει τόν Χρι­στό «ἐν ταῖς καρ­δί­αις ἡ­μῶν». Ἐ­πί­σης, γρά­φε­ται στίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων «γλῶσ­σες ὡ­σεί πυ­ρός», γι­ά νά μή νο­μί­σου­με ὅ­τι τό πῦρ αὐ­τό ἦ­ταν αἰ­σθη­τό καί ὑ­λι­κό.

Ἀ­μέ­σως μέ τήν κά­θο­δο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος δό­θη­κε στούς Ἀ­πο­στό­λους τό χά­ρι­σμα τῆς γλωσ­σο­λα­λι­ᾶς, πού ἦ­ταν ὑ­περ­φυ­σι­κή ἐκ­δή­λω­ση καί ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἔ­κτα­κτο χά­ρι­σμα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Τό γε­γο­νός εἶ­ναι ὅ­τι οἱ Ἀ­πό­στο­λοι ἔ­γι­ναν ὄρ­γα­να τοῦ Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, «ἐ­νερ­γοῦ­ντά τε καὶ κι­νού­με­να κα­τὰ θέ­λη­σιν Ἐ­κεί­νου καὶ δύ­να­μιν». Τό χά­ρι­σμα τῆς γλωσ­σο­λα­λι­ᾶς εἶ­ναι μι­ά μορ­φή προ­σευ­χῆς πού δο­ξά­ζει τόν Θε­ό καί μι­ά μορ­φή προ­φη­τεί­ας πού ἀ­ναγ­γέ­λει στούς ἀν­θρώ­πους τά με­γα­λεῖ­α τοῦ Θε­οῦ.

Ὅ­πως γνω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α τῆς Πα­λαι­ᾶς Δι­α­θή­κης, στήν Βα­βέλ χω­ρί­σθη­καν οἱ γλῶσ­σες τῶν ἀν­θρώ­πων, ἐ­νῶ στήν Πε­ντη­κο­στή ἔ­χου­με τήν ἑ­νό­τη­τα τῶν γλωσ­σῶν. Μέ τό Πα­νά­γι­ο Πνεῦ­μα ἀ­πο­κτοῦ­με τήν ἑ­νό­τη­τα καί ἀ­πο­κτοῦ­με κοι­νή γλῶσ­σα. Αὐ­τήν τήν κοι­νή γλῶσ­σα μι­λοῦ­σαν καί μι­λοῦν οἱ Ἅ­γι­οι, ὁ­που­δή­πο­τε καί ὁ­πο­τε­δή­πο­τε καί ἄν ἔ­ζη­σαν.

Ὅ­μως καί σή­με­ρα ἐ­πι­κρα­τεῖ στίς ἀν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες ἡ κα­τά­στα­ση τῆς Βα­βέλ. Ὅ­λοι πα­σχί­ζουν νά κα­τα­σκευ­ά­σουν μέ τόν ἐ­γω­ϊ­σμό τους τόν πύρ­γο τῆς σω­τη­ρί­ας καί μπερ­δεύ­ο­νται με­τα­ξύ τους. Ἀ­κού­γο­νται δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες-ἀ­πό­ψεις πού δη­μι­ουρ­γοῦν σύγ­χυ­ση. Ἀ­κό­μη καί ἐ­μεῖς οἱ Χρι­στι­α­νοί, ἀ­φοῦ δέν ἔ­χου­με ἀ­πο­κτή­σει τήν ἑ­νό­τη­τα τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, μι­λοῦ­με ἀ­κα­τα­νό­η­τα. Δέν κα­τα­λα­βαί­νου­με τήν γλῶσ­σα τῶν Ἁ­γί­ων μας, δέν ἀ­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τήν γλῶσ­σα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἑρ­μη­νεύ­ου­με αὐ­θαί­ρε­τα τό Εὐ­αγ­γέ­λι­ο, δη­μι­ουρ­γώ­ντας ἔ­τσι σύγ­χυ­ση μέ­σα μας καί με­τα­ξύ μας.

Σή­με­ρα, λοι­πόν, πού ἑ­ορ­τά­ζου­με τήν ἐ­πι­φοί­τη­ση τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, πρέ­πει νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με ὅ­τι ἡ Πε­ντη­κο­στή εἶ­ναι ἕ­να συ­νε­χές καί πα­ρα­τει­νό­με­νο θαῦ­μα. Ὁ Πα­ρά­κλη­τος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά εἶ­ναι πα­ρών στήν Ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐν δυ­νά­μει δω­ρε­ά πού λά­βα­με κα­τά τό Βά­πτι­σμα πρέ­πει νά γί­νη ἐ­νερ­γη­τι­κή καί ζῶ­σα με­το­χή στόν πλοῦ­το τῶν χα­ρι­σμά­των τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος.

Ἀ­δελ­φοί μου, σή­με­ρα ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μᾶς κα­λεῖ νά γο­να­τί­σου­με καί νά προ­σευ­χη­θοῦ­με θερ­μά στό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, νά κα­τα­σκη­νώ­ση μέ­σα στήν καρ­δι­ά μας, νά τήν με­τα­μορ­φώ­ση καί νά τήν ἁ­γι­ά­ση.

«Ἐλ­θέ, τό φῶς τό ἀ­λη­θι­νόν, ἐλ­θέ ἡ αἰ­ώ­νι­ος ζω­ή, ἐλ­θέ τό ἀ­πο­κε­κρυμ­μέ­νον μυ­στή­ρι­ον.­.­.­.­». ΑΜΗΝ.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 12 Ιουνίου 2016 (Ἐν ᾗ μνείαν ποιούμεθα τῆς ἐν Νικαίᾳ Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί τῶν συγκροτησάντων αὐτήν 318 θεοφόρων Πατέρων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13
1 Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱὸς σου δοξάσῃ σέ, 2 καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. 3 αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσιν σὲ τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν. 4 ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελειώσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω· 5 καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί. 6 Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. 7 νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ εἰσιν· 8 ὅτι τὰ ῥήματα ἃ ἔδωκάς μοι δέδωκα αὐτοῖς, καὶ αὐτοὶ ἔλαβον καὶ ἔγνωσαν ἀληθῶς ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον, καὶ ἐπίστευσαν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 9 ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ· οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι, 10 καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστιν καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς. 11 καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ αὐτοὶ ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ ἔρχομαι. Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς. 12 ὅτε ἤμην μετ’ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ. 13 νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι, καὶ ταῦτα λαλῶ ἐν τῷ κόσμῳ ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὑτοῖς. 

Απόδοση στη Νεοελληνική

 

 

 

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΖ´ 1 - 13
1 Αυτά είπεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς του και έπειτα εσήκωσε τα μάτια του στον ουρανόν και είπε· “Πατερ έφθασεν η ώρα, την οποίαν η αγαθότης και η σοφία σου ώρισε. Δοξασε και ως άνθρωπον τον Υιόν σου, ο οποίος βαδίζει προς την θυσίαν, δια να σε δοξάση και ο Υιός σου με τα αναρίθμητα πλήθη των ανθρώπων, τα οποία δια της λυτρωτικής του θυσίας θα πιστεύσουν εις σε και θα σωθούν. 2 Δοξασε τον, όπως άλωστε και τον εδόξασες έως τώρα, διότι του έδωκες εξουσίαν επί όλης της ανθρωπότητος, δια να δώση εις όλους αυτούς, που του έδωκες, ζωήν αιώνιον. 3 Αυτή δε είναι η αιώνιος ζωη, να γνωρίζουν οι άνθρωποι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, να απολαμβάνουν τας απείρους τελειότητάς σου με την στενήν επικοινωνίαν και αγάπην προς σε, να γνωρίζουν δε επίσης και τον Ιησούν Χριστόν, που έστειλες στον κόσμον. 4 Εγώ με την ζωήν και το έργον μου σε εδόξασα εις την γην. Εκαμα γνωστόν το όνομά σου στους ανθρώπους και με την σταυρικήν μου θυσίαν την οποίαν μετ' ολίγον προσφέρω, ετελείωσα το έργον, το οποίον μου έδωκες να πραγματοποιήσω. 5 Και τώρα, δόξασέ με και συ, Πατερ, πλησίον σου με την δόξαν την οποίαν είχα κοντά σου, πριν άκομα λάβη ύπαρξιν από σε ο κόσμος. 6 Εφανέρωσα το όνομά σου στους ανθρώπους, τους οποίους συ επήρες από τον κόσμον και μου τους έδωκες ως μαθητάς μου. Ησαν ιδικοί σου, σύμφωνα με την αγαθήν διάθεσιν που είχαν, και συ τους έδωκες εις εμέ, και αυτοί εφύλαξαν την εντολήν σου. 7 Τωρα έμαθαν καλύτερα ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από σε. 8 Την γνώσιν των και πεποίθησιν αυτήν μαρτυρεί και το γεγονός ότι τους λόγους, που μου έδωκες, τους έδωσα εις αυτούς και αυτοί τους εδέχθησαν και εσχημάτισαν την βεβαίαν γνώσιν και πεποίθησιν, ότι πράγματι εγώ εγεννήθηκα και εβγήκα στον κόσμον από σε και επίστευσαν ότι συ με έστειλες. 9 Εγώ ειδικώς δι' αυτούς σε παρακαλώ τώρα ως μέγας αρχιερεύς και μεσίτης· δεν σε παρακαλώ δια τον κόσμον τον αμαρτωλόν και άπιστον, αλλά δι' αυτούς που μου έδωκες, διότι εξακολουθούν να είναι και θα είναι ιδικοί σου. 10 Αλλωστε όλα τα ιδικά μου είναι ιδικά σου και τα ιδικά σου είναι ιδικά μου. Και αυτοί οι μαθηταί μου ήσαν ιδικοί σου και έγιναν ιδικοί μου και εξακολουθούν να είναι ιδικοί σου. Και εγώ έχω δοξασθή εν μέσω αυτών, οι οποίοι με εγνώρισαν ως Υιόν σου και Θεόν. 11 Και δεν είμαι πλέον στον κόσμον αυτόν αισθητώς μεταξύ των με το σώμα μου, και αυτοί είναι στον κόσμον, δια να εκπληρώσουν την υψηλήν αποστολήν των. Και εγώ έρχομαι προς σε. Πατερ άγιε, φύλαξέ τους με την θείαν σου δύναμιν και αγάπην, αυτούς τους οποίους συ μου έδωκες, ώστε να είναι ενωμένοι μεταξύ των εις ένα πνευματικόν σώμα, όπως είμεθα ημείς. 12 Οταν ήμουν μαζή των στον κόσμον, εγώ τους επροφύλασσα με την ιδικήν σου ακαταγώνιστον δύναμιν και προστασίαν. Εφύλαξα αυτούς που μου έδωκες και κανένας από αυτούς δεν εχάθηκε, παρά μόνον ο υιός της απωλείας, ο προδότης, δια να εκπληρωθούν έτσι και αι προφητείαι της Γραφής. 13 Τωρα όμως έρχομαι προς σε και ενώ ευρίσκομαι ακόμη στον κόσμον, λέγω αυτά, δια να τα ακούσουν και οι ίδιοι, ώστε να έχουν την ιδικήν μου τελείαν χαράν ολόκληρον και πλήρη έντος αυτών. 

Το Ιερό Κήρυγμα






Κατά τήν ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μνήμη τῶν ἁγίων 318 θεοφόρων Πατέρων τῆς Α’ ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ μεγάλη αὐτή Σύνοδος συνεκλήθη, ὡς γνωστόν, ἀπό τόν πρῶτο χριστιανό αὐτοκράτορα, τόν Κωνσταντῖνο, στήν Νίκαια τῆς Βιθυνίας τόν Μάϊο τοῦ ἔτους 325, κατεδίκασε τήν αἵρεσι τοῦ Ἀρείου καί ἀνεκήρυξε τόν Χριστό Θεό, ὁμοούσιο πρός τόν Πατέρα. Στίς 29 Μαΐου βρίσκομε σέ πολλά χειρόγραφα νά σημειώνεται ἡ μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Συνόδου αὐτῆς.

Ὁ ἑορτασμός τῆς μνήμης των κατά τήν παροῦσα Κυριακή ὀφείλεται, ὅπως εἶναι φανερό, στό γνωστό καί ἀπό ἄλλες περιπτώσεις ἔθος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, νά μεταθέτῃ σέ Κυριακές τίς μνῆμες τῶν μεγάλων ἁγίων. Ἡ ἑβδόμη ἀπό τοῦ Πάσχα Κυριακή δέν εἶχε ἰδιαίτερο ἑορτολογικό θέμα καί προτιμήθηκε ὡς ἡ καταλληλοτέρα καί ἡ πλησιεστέρα πρός τήν μνήμη τῶν Πατέρων γιά νά μεταφερθῇ σ᾽ αὐτήν ὁ ἑορτασμός των.

Τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πατέρων θά ἀκούσωμε μαζί μέ τήν συνήθη ἀναστάσιμο ἀκολουθία τῆς Κυριακῆς νά συμπλέκωνται τροπάρια μεθέορτα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, πού ἑωρτάσαμε, ἀλλά καί προεόρτια τῆς ἑορτῆς πού θά πανηγυρίσωμε μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες, τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς. Ἔτσι Ἀνάστασις, Ἀνάληψις, Πεντηκοστή καί Πατέρες ἀπό κοινοῦ θά ὑμνηθοῦν αὐτήν τήν ἐνδιάμεσα τῶν μεγάλων αὐτῶν ἑορτῶν Κυριακή. Παρ᾽ ὅλα τά ἐκ πρώτης ὄψεως ἀσυμβίβαστα αὐτά ἑορτολογικά θέματα, δέν λείπει ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς μία σχετική ἁρμονία, πού τήν συνθέτουν ἀκριβῶς οἱ διαφορές καί οἱ ἀντιθέσεις τῶν ἐπί μέρους θεμάτων. Ἄν μάλιστα τήν τοποθετήσωμε στό ὅλο πλαίσιο τοῦ Πεντηκοσταρίου θά διακρίνωμε μέ πόση νηφαλία κρίσι καθωρίσθη ἡ διαδοχή αὐτή τῶν ἑορτῶν ἀπό τούς συντάκτας τοῦ ἑορτολογίου μας. Χάρις, πράγματι, στά θέματα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἐπιτυγχάνεται ἡ δημιουργία ἑνός μεταβατικοῦ σταθμοῦ μεταξύ τῶν μεγάλων ἑορτῶν πού ἑωρτάσαμε καί ἐκείνης πού ἐπίκειται.
Μέ τήν μνήμη ἐξ ἄλλου τῶν Πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ Συνόδου τονίζεται ἡ πιστότης τῆς Ἐκκλησίας στήν ἀληθινή καί ὀρθή διδασκαλία, ὅπως τήν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Κυρίου καί ὅπως τήν εἶδε ἀνάγλυφη στό ὅλο σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτό ἀκριβῶς ὑπογραμμίζει καί τό συναξάριο τῆς Κυριακῆς τῶν ἁγίων Πατέρων. «Τήν παροῦσαν ἑορτήν ἑορτάζομεν δι᾽ αἰτίαν τοιαύτην. Ἐπειδή γάρ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός τήν καθ᾽ ἡμᾶς φορέσας σάρκα, τήν οἰκονομίαν ἅπασαν ἀρρήτως ἐνήργησε καί πρός τόν πατρῷον ἀποκατέστη θρόνον, θέλοντες δεῖξαι οἱ ἅγιοι ὅτι ἀληθῶς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἐγένετο ἄνθρωπος καί τέλειος ἄνθρωπος Θεός ἀνελήφθη καί ἐκάθισε ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς, καί ὅτι ἡ σύνοδος αὕτη τῶν ἁγίων Πατέρων οὕτως αὐτόν ἀνεκήρυξε καί ἀνωμολόγησεν ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Πατρί. τούτῳ τῷ λόγῳ μετά τήν ἔνδοξον Ἀνάληψιν τήν παροῦσαν ἐθέσπισαν ἑορτήν, ὡσανεί τόν σύλλογον τῶν τοσούτων Πατέρων προβιβάζοντες τοῦτον δή ἐν σαρκί ἀναληφθέντα Θεόν ἀληθινόν καί ἐν σαρκί τέλειον ἄνθρωπον ἀνακηρυττόντων».

Στόν ναό τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως κατά τόν Ι’- ΙΑ’ αἰῶνα ἑώρταζαν τήν Κυριακή αὐτή ἐκτός ἀπό τούς Πατέρας τῆς Α’ καί τούς ἄλλους Πατέρας τῶν ἕξ οἰκουμενικῶν Συνόδων, προφανῶς γιά τόν ἴδιο λόγο. γιά νά παρασταθῇ δηλαδή ἡ ἑνότης τῆς ἐκκλησιαστικῆς διδασκαλίας καί ἡ συνέπειά της πρός τήν διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου. Λείψανο τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ ἑορτασμοῦ βρίσκομε στό δοξαστικό τῆς λιτῆς τῆς ἀκολουθίας. Σ᾽ αὐτό ἐκτός ἀπό τόν Ἄρειο ἀπαριθμοῦνται καί ὁ Μακεδόνιος, ὁ Νεστόριος, ὁ Εὐτυχής, ὁ Σαβέλλιος καί ὁ Σεβῆρος, ἡ διδασκαλία τῶν ὁποίων κατεδικάσθη ἀπό τάς ἄλλας Οἰκουμενικάς Συνόδους. Τελικά ὅμως ἡ ἑορτή διετήρησε μόνον τό ἀρχικό της θέμα, τήν μνήμη τῶν 318 Πατέρων τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου.
Ἀπό τό ὅλο λειτουργικό περιεχόμενο τῆς ἡμέρας θά σταθοῦμε στά δύο ἀναγνώσματα τοῦ ἑσπερινοῦ καί στά δύο τῆς θείας λειτουργίας. Τά δύο πρῶτα εἶναι παρμένα ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη, ἔχουν δέ σημασία, γιατί στά ἐπεισόδια στά ὁποῖα ἀναφέρονται ἐκεῖ διεῖδε ἡ Ἐκκλησία τόν τύπο τῶν Πατέρων καί τόν ρόλο των στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας.

Στό πρῶτο, ἀπό τήν Γένεσι, κεφάλαιο 14, 14-20, περιγράφεται ἡ θαυμαστή νίκη τοῦ Ἀβραάμ, πού ἐπί κεφαλῆς τῶν 318 «οἰκογενῶν» του κατετρώπωσε τούς ἑπτά περιοίκους βασιλεῖς, ἀπηλευθέρωσε τούς αἰχμαλώτους καί ἐδέχθη γιά τήν νίκη του τήν εὐλογία τοῦ βασιλέως τῆς Σαλήμ, τοῦ Μελχισεδέκ. Καί οἱ Πατέρες τῆς Α’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, 318 καί ἐκεῖνοι ὅπως οἱ δοῦλοι τοῦ Ἀβραάμ, θεῖο στρατόπεδο – θεία παρεμβολή καί αὐτοί, κατατροπώνουν μέ τήν ἀδάμαστο μαχητικότητά τους τούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ. Συντρίβουν τήν αἵρεσι καί ἀπελευθερώνουν τούς ἁρπαγέντας ἀπό αὐτήν πιστούς.
Στό δεύτερο ἀνάγνωσμα, Δευτερονομίου 1, 8-17, ὁ Μωυσῆς ἀφηγεῖται πῶς ἐξέλεξε ἀπό τό λαό «ἄνδρας σοφούς καί ἐπιστήμονας καί συνετούς» καί ἀνέθεσε σ᾽ αὐτούς τήν καθοδήγησι, τήν διακυβέρνησι τοῦ λαοῦ. Καί αὐτοί εἶναι τύπος τῶν Πατέρων, στούς ὁποίους ὁ Κύριος ἐνεπιστεύθη τήν διαποίμανσι τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπάνω σ᾽ ἐκείνους ἐμερίσθη τό πνεῦμα τοῦ Μωυσέως. Σ᾽ αὐτούς μερίζει τό Πνεῦμα τό ἅγιον τά χαρίσματα τῆς σοφίας καί τῆς ὀρθῆς κρίσεως στά ἑκάστοτε ἀναφυόμενα στήν Ἐκκλησία διαφιλονικούμενα θέματα. Καί ἐδῶ ἡ κρίσις εἶναι τοῦ Θεοῦ.
Τά δύο πάλι ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας μᾶς μεταφέρουν ἀπό τήν σκιά καί τήν εἰκόνα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἀλήθεια τῆς Καινῆς. Τό πρῶτο εἶναι ἀπό τίς Πράξεις καί τό δεύτερο ἀπό τό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, κατά τό σύστημα τῆς ἀναγνώσεως τῶν βιβλίων αὐτῶν κατά τήν περίοδο τοῦ Πεντηκοσταρίου. Ὁ Παῦλος καλεῖ τούς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου στήν Μίλητο, ἀπό ὅπου περνοῦσε ἐπιστρέφοντας στά Ἱεροσόλυμα.
Οἱ λόγοι του ἦσαν προφητικοί καί ἀνεφέροντο στό μέλλον τῆς Ἐκκλησίας καί στήν εὐθύνη τῶν ποιμένων γιά τήν περιφρούρησι τοῦ ποιμνίου τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί οἱ λόγοι ἀπετέλεσαν καί τό ἔμβλημα τῶν Πατέρων καί ὑπέκαυσαν τήν ἀνύστακτο φροντίδα των γιά τήν ὀρθή πίστι καί τήν ἀκεραιότητα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. «Προσέχετε ἑαυτοῖς καί παντί τῷ ποιμνίῳ, ἐν ᾧ ὑμᾶς τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ, ἥν περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος. Ἐγώ γάρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετά τήν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς, μή φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου. Καί ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα, τοῦ ἀποσπᾶν τούς μαθητάς ὀπίσω αὐτῶν. Διό γρηγορεῖτε… Καί τά νῦν παρατίθεμαι ὑμᾶς, ἀδελφοί, τῷ Θεῷ καί τῷ λόγῳ τῆς χάριτος αὐτοῦ» (Πράξ. 20, 16-18, 26-36).
Καί τέλος ἡ περικοπή τοῦ Εὐαγγελίου, Ἰωάννου 17, 1-13, ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀρχιερατική προσευχή τοῦ Χριστοῦ, παρουσιάζει τόν Κύριο δεόμενο γιά τούς μαθητάς, γιά τήν Ἐκκλησία Του. Εἶναι ἐκεῖνοι πού Τοῦ ἐδόθησαν ἀπό τόν Πατέρα, πού ἐνῷ ἐκεῖνος θά φύγῃ ἐκεῖνοι θά μείνουν στόν κόσμο. Πού ἔχουν ἀνάγκη τῆς προστασίας τοῦ Πατρός γιά νά διατηρηθοῦν πιστοί στό ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πού πρέπει νά εἶναι «ἕν» ὅπως εἶναι ὁ Υἱός μέ τόν Πατέρα, γιά νά εἶναι ἡ μαρτυρία των ἀληθινή μέσα στόν κόσμο. Ὁ Χριστός τούς φύλαξε. ἕνας μόνο χάθηκε, ὁ υἱός τῆς ἀπωλείας. Καί στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας βρέθηκαν υἱοί ἀπωλείας. Ἀλλά οἱ Πατέρες τήρησαν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ καί κράτησαν τήν ἑνότητα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας.

Αὐτόν λοιπόν τόν θεοτίμητο χορό τῶν ἁγίων Πατέρων πού μαζεύτηκε ἀπό τά πέρατα τῆς Οἰκουμένης καί ἐδογμάτισε τήν ὀρθή σχέσι τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα, τό «ὁμοούσιον», καί διετύπωσε καί παρέδωκε τήν ὀρθή πίστι στήν Ἐκκλησία, μακαρίζομε. Ἀπό τά τροπάρια τῆς ἑορτῆς νά δοῦμε τό χαρακτηριστικώτερο, τό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ’ ἤχου, περίφημο γιά τήν σύνθεσί του καί γιά τήν μελῳδία του:
«Τῶν ἁγίων Πατέρων ὁ χορός, ἐκ τῶν τῆς οἰκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος ἁγίου μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε καί φύσιν καί τό μυστήριον τῆς θεολογίας τρανῶς παρέδωκε τῇ Ἐκκλησίᾳ. οὕς εὐφημοῦντες ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ὤ θεία παρεμβολή, θεηγόροι ὁπλῖται παρατάξεως Κυρίου. ἀστέρες πολύφωτοι τοῦ νοητοῦ στερεώματος. τῆς μυστικῆς Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι πύργοι. τά μυρίπνοα ἄνθη τοῦ Παραδείσου. τά πάγχρυσα στόματα τοῦ Λόγου. Νικαίας τό καύχημα, οἰκουμένης ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς πρεσβεύσατε ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν».