Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 31 Ιουλίου 2016. Κυριακὴ Ϛ΄ Ματθαίου (Θεραπεία τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ)


Αρχαίο κείμενο


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 1 - 8
1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν τῷ παραλυτικῷ· Θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 3 καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· Οὗτος βλασφημεῖ. 4 καὶ εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· Ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 5 τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 6 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· Ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 7 καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 8 ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

Απόδοση στη Νεοελληνική



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 1 - 8
1 Αφού εμπήκε στο πλοίον ο Ιησούς, επέρασε την λίμνην και ήλθε εις την πόλιν του, δηλαδή την Καπερναούμ. 2 Και ιδού έφεραν προς αυτόν ένα παραλυτικόν, κατάκοιτον επάνω στο κρεββάτι· και όταν είδεν ο Ιησούς την πίστιν του παραλυτικού και εκείνων, που τον έφεραν, είπε στον παραλυτικόν· “θάρρος, παιδί μου, μη φοβήσαι ότι αι αμαρτίαι σου θα εμποδίσουν την θεραπείαν· δια την πίστιν σου, σου έχουν ήδη συγχωρηθή αι αμαρτίαι”. 3 Και ιδού, μερικοί από τους γραμματείς που ήσαν παρόντες, εσκέφθησαν· “αυτός βλασφημεί (είναι ασεβής, διότι οικιειοποιείται την εξουσίαν του Θεού να συγχωρή αμαρτίας”). 4 Οταν δε ο Ιησούς, ως παντογνώστης, είδε ολοκάθαρα τας πονηράς σκέψεις των γραμματέων, είπε· “διατί κυκλοφορείτε στον νουν και την καρδίαν σας τέτοιες πονηρές σκέψεις; 5 Διότι, τι είναι ευκολώτερον να πη κανείς· Σου έχουν συγχωρηθή αι αμαρτίαι σου η να πη· Σηκω επάνω και περιπάτει; Το πρώτον, ως εσωτερικόν, δεν το βλέπει κανείς και επομένως δεν ημπορεί να το εξακριβώση. Το δεύτερον, ως εξωτερικόν και αισθητόν, δεν ημπορεί να το αρνηθή, όσον κακόπιστος και αν είναι. 6 Δια να ιδήτε δε και μάθετε καλά, ότι ο υιός του ανθρώπου έχει εξουσίαν να συγχωρή αμαρτίας και να θεραπεύη ασθενείας, τότε λέγει προς τον παραλυτικόν· “σήκω επάνω υγιής, πάρε το κρεββάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου”. 7 Και αμέσως εσηκώθη ο παραλυτικός εντελώς υγιής και επήγε στο σπίτι του. 8 Οταν δε τα πλήθη του λαού είδαν αυτό που έγινε, εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν, ο οποίος έδωσεν στον Ιησούν, που τον εθεωρούσαν ως ένα εκ των ανθρώπων, τέτοιαν εξουσίαν, να συγχωρή δηλαδή αμαρτίας και να θεραπεύη ασθενείας.

Το Ιερό Κήρυγμα


Την θεραπεία του παραλυτικού του σημερινού Ευαγγελικού Αναγνώσματος από τον Θεάνθρωπο Κύριό μας Ιησού Χριστό στην Καπερναούμ την αφηγούνται οι δύο Ευαγγελιστές Ματθαίος και Λουκάς. Στη διήγησι του ίδιου θαύματος υπάρχουν κάποιες διαφορές μεταξύ των δύο Ευαγγελιστών, οι οποίες βέβαια δεν πρέπει να εκληφθούν σαν διαφωνία και αντιθέσεις που αναιρούν την αλήθεια.
Σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες ο Ευαγγελιστής Λουκάς παρουσιάζεται με περισσότερες λεπτομέρειες, απ᾽ότι ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, το ίδιο θαύμα, που έκαμε ο Ιησούς Χριστός μετά την επί του όρους ομιλία, ευθύς αμέσως μετά την κάθοδό του από το όρος και την είσοδό του στη Καπερναούμ, όπου και διέμενε.

Ο διαφορετικός τρόπος, με τον οποίο οι δύο Ευαγγελιστές εκθέτουν το ίδιο θαύμα, δεν δείχνει κατά τον ιερό Χρυσόστομο, ανθρώπους που μάχονται ο ένας τον άλλο, αλλά συνεργαζόμενους, που αναπληρώνουν ο ένας τις παραλείψεις του άλλου.
Ο τρόπος, με τον οποίο ο Θείος Διδάσκαλος ανταποκρίνεται άμεσα στο αίτημα του εκατοντάρχου, είναι εντελώς διαφορετικός από τον τρόπο εκείνο και τη συμπεριφορά του απέναντι στη Χαναναία γυναίκα. Όμως, ο Πανάγαθος Θεός γνωρίζει και έχει χίλιους τρόπους, με τους οποίους κάθε φορά οδηγεί και σώζει τους ανθρώπους.
 
Στην Καπερναούμ ο εκατόνταρχος πριν διατυπώση το αίτημά του του απαντά ο Κύριος: «εγώ αφού έλθω θα θεραπεύσω τον άρρωστο». Και που δεν το βλέπουμε σε κανένα άλλο θαύμα των Ιερών  Ευαγγελιστών. Σημειώνει ο Ιερός Χρυσόστομος ότι «αυτό που πουθενά αλλού δεν το έκανε προηγουμένως, το κάνει εδώ». Και εξηγεί το λόγο: «ενώ σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ακολουθούσε  (ο Κύριος) την θέλησι και την προαίρεσι αυτών, που τον παρακαλούσαν να τους κάνη καλά, εδώ το ξεπερνάει αυτό. Και όχι μόνο υπόσχεται να τον θεραπεύση, αλλά και να τον επισκεφθή στο σπίτι του. Και αυτό το κάνει για να μάθουμε την αρετή του εκατοντάρχου».
 
Πολύ ειλικρινής και συγκινητικός ήταν ο τρόπος  που αντέδρασε ο εκατόνταρχος στον λόγο του Κυρίου. Και έχει μεγαλύτερη σημασία αυτό, γιατί δεν ήταν Ισραηλίτης, αλλά εθνικός, ειδωλολάτρης. «Κύριε, του είπε δεν είμαι ικανός για να εισέλθης στο σπίτι μου». Μπροστά στον άγιο Θεό ο αμαρτωλός άνθρωπος συγκλονίζεται από το δέος και δεν βρίσκει τόπο να σταθή μόνο κάτω από τη σκέπη της χάριτος και του ελέους.
 
Ο εκατόνταρχος της Καπερναούμ, ο εθνικός «προάγει» προωθεί, τους χριστιανούς στη Βασιλεία του Θεού. Γι᾽αυτό ο ιερός Χρυσόστομος με τέτοια λόγια μας προτρέπει σε μίμησι. «Ας ακούσωμε όσοι πρόκειται να υποδε-χθούμε τον Χριστό… Ας ακούσωμε και ας ζηλέψουμε (με την καλή έννοια) και ας το δεχθούμε με σπουδή» Πότε; όταν θα κοινωνήσωμε. Τότε πρέπει  να αισθανόμαστε την αναξιότητά μας, αλλά πάντως και να κοινωνήσωμε.
 
Στη συνέχεια θα διαβάσουμε τις εύστοχες παρατηρήσεις του αειμνήστου Μητροπολίτου Κοζάνης κυρού  Διονυσίου, που αφορούν στο πρόσωπο και τον τρόπο σκέψεως και ενεργείας του εκατοντάρχου.
 
«Η θεία βασιλεία δεν θα κινδυνεύση ποτέ να μείνη άνευ πολιτών· πολλοί από ανατολών και δυσμών ήξουσι… οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται”.
Δεν αφορά μόνον εις τον Ισραήλ η προειδοποίησις αυτή. Κατά τον ίδιον τρόπον εκπίπτουν της βασιλείας όσοι αποδεικνύονται ανάξιοι των θείων επαγγελιών, όσοι κατέχουν την αλήθειαν του Θεού “εν ευδοκία”. Ο Ιούδας είχε θέσιν μεταξύ των δώδεκα Αποστόλων και είχε λεχθή και περί τούτου το “καθίσεσθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ”, αλλά παρά ταύτα εύρεν εις αυτόν και εξ αιτίας αυτού εκπλήρωσιν η προφητεία εν τοις Ψαλμοίς η λέγουσα· “γενηθήτω η έπαυλις αυτού έρημος και μη έστω ο κατοικών εν αυτή” και  “την επισκοπήν αυτού λάβοι έτερος”. Και περί της Εκκλησίας δεν είπεν ο Κύριος ότι “πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής”, πολλοί δε εξ ημών ακούσαντες τον λόγον τούτον επαναπαύονται, επειδή νομίζουν ότι δια την επαγγελίαν ο Θεός οπωσδήποτε δεσμεύεται απέναντι των ανθρώπων. Αλλ᾽η Εκκλησία μεν πράγματι δεν θα ηττηθή ποτέ και δεν θα γνωρίση θάνατον, αλλ᾽αλλοίμονον εις εκείνους, όχι μόνον που την διώκουν αλλά και εξ αιτίας των οποίων διώκεται η Εκκλησία. Είναι κυρίως αυτοί που δεν της προσφέρουν τίποτε, αλλά την ζημιώνουν με το να έχουν κολλήσει εις αυτήν δια την ασφάλειαν και την άνεσίν των. Αλλ᾽ούτε οι εντός της Εκκλησίας ας επαναπαύωνται, ότι τάχα δεν είναι δυνατόν να εκβληθούν ούτε οι εκτός αυτής ας περιπίπτουν εις απόγνωσιν, ως εάν δεν θα ήτο δυνατόν να εισέλθουν».
(Μητροπολίτου Κοζάνης Διονυσίου, «ΟΙΚΟΔΟΜΗ», σελ. 214-215).
 
Στη συνέχεια θα αναγνώσουμε από τον ιερό Συναξαριστή θαυμαστό γεγονός από την βιογραφία της Οσίας  Μακρίνης Αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου, που δείχνει το μέγεθος και τα κατορθώματα της χριστιανικής πίστεως.
 
«Συνήθως οι άγιοι δεν επιχειρούσαν ν᾽απαλλαγούν από τις δικές τους ασθένειες. Η οσία όμως Μακρίνα βρέθηκε σε φοβερό δίλημμα.
Ένας όγκος αναπτύχθηκε στο στήθος της και διαρκώς μεγάλωνε. Η μητέρα της, η αγία Εμμέλεια, καθώς και οι αδελφές της μονής της,  την προέτρεπαν και την παρακαλούσαν να καλέσουν γιατρό. Αυτό όμως η ηγουμένη ήθελε οπωσδήποτε να το αποφύγη. Το να αποκαλύψη σε ξένα μάτια το σώμα της το θεωρούσε κακό, χειρότερο από τον καρκίνο. Από την άλλη μεριά, όσο οι υποτακτικές της μάθαιναν ότι ο όγκος πλησιάζει στην καρδιά, τόσο την ικέτευαν να ζητήσουν την βοήθεια γιατρού, αφού η ιατρική από τον Θεό αποκαλύφθηκε στους ανθρώπους.
Κουρασμένη από τα πολλά παρακάλια της μητέρας και των πνευματικών της θυγατέρων, η οσία Μακρίνα μπήκε ένα βράδυ στον ναό, γονάτισε και πέρασε όλη την νύχτα με θερμή προσευχή στον παντοδύναμο Θεό, για να της χαρίση την υγεία. Τα δάκρυά της μούσκεψαν το έδαφος. Έκανε λίγο πηλό και τον άπλωσε στην περιοχή του όγκου. Το πρωΐ πήγε στην μητέρα της, που δεν έπαψε  να την ικετεύη να καλέση γιατρό, και της δήλωσε ότι θα γίνη καλά, αν την σταύρωνε στο άρρωστο μέρος.
Πραγματικά, μόλις η μητέρα άπλωσε το χέρι και σταύρωσε το στήθος της οσίας ο όγκος εξαφανίσθηκε. Άφησε μόνο ένα μικρό υπόλειμμα, σαν ενθύμιο της ευεργεσίας του Θεού.
Αξίζει να σημειωθή η προσπάθεια της οσίας ν᾽αποφύγη τον θαυμασμό και να προβάλη την μητέρα της σαν όργανο της θείας χάριτος.
(«Χαρίσματα και Χαρισματούχοι» Τόμος Α´ σελ. 160-161).
 
Αγαπητοί μου αναγνώστες, έπειτα από τα όσα ακούσαμε κατά την εξιστόρησι του θαύματος της θεραπείας του δούλου του εκατοντάρχου της Καπερναούμ, ύστερα, από τα όσα ελέχθησαν για το πρόσωπο και την υποδειγματική και αξιοθαύμαστη πίστι του Ρωμαίου αυτού αξιωματούχου, και μετά  από το εύγλωττο  παράδειγμα ισχυρής και ακλόνητης πίστεως με τα θαυμαστά της αποτελέσματα, το μήνυμα της σημερινής Κυριακής μας το δίνει ο ιερός Υμνογράφος της Εκκλησίας μας, λέγοντας με τόνο και έμφασι: «Μεγάλα τα της πίστεως κατορθώματα», καθώς επίσης και ο Απόστολος Παύλος με το υπέροχο λόγιό του: «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ».
 
† Ο Κυθήρων Σεραφείμ

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακή 24 Ιουλίου 2016 Κυριακὴ Ε' Ματθαίου (Θεραπεία δύο δαιμονιζομένων). Τῆς Ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Χριστίνης

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 28 - 34
28 Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης. 29 καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· Τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς; 30 ἦν δὲ μακρὰν ἀπ’ αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη. 31 οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· Εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν ἀπελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων. 32 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων · καὶ ἰδοὺ ὥρμησεν πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν. 33 οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων. 34 καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 1 - 1
1 Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Η´ 28 - 34
28 Οταν δε ήλθε εις την απέναντι παραλίαν, εις την χώραν των Γεργεσηνών, τον απάντησαν δύο δαιμονιζόμενοι, που έβγαιναν από τα μνημεία και οι οποίοι ήσαν άγριοι και επιθετικοί, ώστε να μη ημπορή να περάση κανείς από τον δρόμον εκείνον. 29 Και ιδού, όταν τον αντίκρυσαν, έκραξαν με φωνήν μεγάλην και είπαν· “τι κοινόν υπάρχει μεταξύ ημών και σου, Ιησού Υιέ του Θεού; Ηλθες εδώ να μας βασανίσης, πριν έλθη ο προκαθωρισμένος καιρός της κρίσεως και της τιμωρίας μας;” 30 Ευρίσκετο δε μακρυά από αυτούς ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν. 31 Οι δε δαίμονες τον παρακαλούσαν και έλεγαν· “εάν θα μας διώξης από τους δύο αυτούς ανθρώπους, δος μας την άδειαν να πάμε στο κοπάδι των χοίρων”. 32 Και είπε εις αυτούς· “πηγαίνετε”. Και αυτοί εβγήκαν από τους ανθρώπους και επήγαν στο κοπάδι των χοίρων. Και ιδού με μανίαν και γρυλλισμούς ώρμησε όλο το καπάδι των χοίρων από το μέρος του κρημνού εις την θάλασσαν και επνίγησαν εις τα νερά. (Επέτρεψε δε ο Κυριος αυτό, δια να τιμωρηθούν έτσι οι ιδιοκτήται της αγγέλης, διότι παρά τον μωσαϊκόν νόμον αυτοί έτρεφαν χοίρους). 33 Οι χοιροβοσκοί έφυγαν κατατρομαγμένοι, επήγαν εις την πόλιν και εγνωστοποίησαν όλα όσα συνέβησαν και μάλιστα τα της θεραπείας των δαιμονιζομένων. 34 Και ιδού όλη η πόλις εβγήκε, δια να συναντήση τον Ιησούν· και όταν τον είδαν, τον παρεκάλεσαν να φύγη από τα όρια της περιοχής των· (και τούτο, διότι εφοβήθησαν, μήπως δια τας παραβάσεις των υποστούν και άλλην τιμωρίαν).

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 1 - 1
1 Αφού εμπήκε στο πλοίον ο Ιησούς, επέρασε την λίμνην και ήλθε εις την πόλιν του, δηλαδή την Καπερναούμ.

Το Ιερό Κήρυγμα

Α) Κυριακή Ε΄ Ματθαίου –«Κατὰ κρημνού»


(Ομιλία του †Μητροπολίτου πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνου)

«Καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν» (Ματθ. 8,32)
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, μιλάει γιὰ δύο δαιμονισμένους ποὺ θεράπευσε ὁ Χριστός. Δύο οἱ δαιμονισμένοι στὸ εὐαγγέλιο· ἀλλὰ στὴ σημερινὴ κοινωνία οἱδαιμονισμένοι εἶνε τόσοι ποὺ δὲν μποροῦμενὰ τοὺς μετρήσουμε.

Κάθε ἀμετανόητος ἁ-μαρτωλὸς εἶνε κ᾿ ἕνας δαιμονισμένος. Καὶ ὅποιος βρίσκεται κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ πονηροῦ πνεύματος, εἶνε ἐπικίνδυνος στοὺςσυνανθρώπους του ὅπως ἦταν καὶ οἱ δαιμονιζόμενοι τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς.Θέλετε ἀπόδειξι; Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἐκεῖ ποὺ ἦταν οἱ δαιμονισμένοι δὲν τολμοῦσε νὰ περάσῃ κανείς .

Δὲ μοῦ λέτε, καὶ σήμερα στὴν Ἀθήνα, ἀλλὰ καὶ σ᾿ ἄλλες πόλεις, δὲν ὑπάρχουν μέρη καὶ δρόμοι, ποὺ ὅταν νυχτώσῃφοβᾶται νὰ περάσῃ ὁ ἄνθρωπος; Λέει ἀκόμη τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι οἱ δύο δαιμονισμένοι ἦταν ἀναιδέστατοι· ἔσχιζαν τὰ ῥοῦχα τους καὶ παρουσιάζονταν γυμνοί , χωρὶς ντροπὴ στὸν κόσμο. Δὲ μοῦ λέτε, καὶ σήμερα δὲν γίνεται αὐτό; δὲν παρουσιάζονται οἱ γυναῖκες ξεγυμνωμένες, χωρὶς καμμιὰ ντροπή;
Ἑπομένως, κι αὐτὲς εἶνε κάτω ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τῶν ἴδιων πονηρῶν πνευμάτων, καὶσκανδαλίζουν καὶ βάζουν φωτιὰ στὴν κοινωνία.Γιὰ δυὸ δαιμονισμένους μᾶς μιλάεισήμε-ρα τὸ εὐαγγέλιο. Ἀλλ᾿ ἐγὼ θ᾿ ἀποσπάσω τὴνπροσοχή σας ἀπὸ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς περικοπῆς καὶ θὰ τὴν στρέψω σὲ ἕνα. Ποιό εἶν᾿αὐτό; Εἶνε ὁ «κρημνός», ὁ γκρεμός (Ματθ. 8,32) .Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξετε.

Μιλάει τὸ Εὐαγγέλιο γιὰ ἕνα γκρεμό. Προ-σέξτε νὰ μὴ τὸν πλησιάσετε. Ὦ θεῖο Εὐαγ-γέλιο, πόσο μᾶς προστατεύεις! Κοντὰ στοὺς δαιμονισμένους, λέει, ἔβοσκε ἕνα κοπάδι ἀπὸ ἀκάθαρτα ζῷα, ἀπὸ χοίρους . Πόσοι ἦταν; «Ἀγέλη» (Ματθ. 8,30-32) , δηλαδὴ κοπάδι, δύο - τρεῖς χιλιάδες. Ξαφνικὰ τὰ ζῷα τινάχτηκαν κ᾿ ἔκαναν σὰν τρελλά. Ἔχετε δεῖ πῶς κάνει τὸ ἄλογο ὅταν τὸ τσιμπάῃ ἀλογόμυγα; σπάει τὸ χαλινάρι, πέφτει στὸ γκρεμό. Ἔτσι ἔκαναν καὶ τὰ δύστυχα ἐκεῖνα ζῷα. Μόλις ἐνωχλήθηκαν ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα, ἄφησαν τὴ βοσκὴ κι ἄρχισαν νὰ τρέχουν πρὸς τὸ γκρεμό. Ἀπὸ ᾿κεῖ ἔπεσαν στὴ θάλασσα καὶ πνίγηκαν ὅλα , δὲν ἔμεινε οὔτε ἕνα· νεκρὰ ἔπλεαν τὰ πτώματα.Ἀλλὰ ὁ γκρεμὸς αὐτὸς δὲν εἶνε τίποτε μπροστὰ σὲ κάτι ἄλλους γκρεμούς , ὅπου δὲν τσακίζονται πλέον ἄλογα ζῷα ἀλλὰ λογικο ὶἄνθρωποι.Λένε γιὰ κάποιο βασιλιᾶ τῆς ἀρχαίας ἐποχῆς ὅτι πολιόρκησε μιὰ πόλι, κι ὅταν τὴν κυρίευσε τὰ μὲν γυναικόπαιδα τὰ ἔσφαξε, τοὺς δὲ ἄντρες καὶ νέους, δέκα χιλιάδες, τί τοὺς ἔκανε· τοὺς συγκέντρωσε, τοὺς ἀφώπλισε, τοὺς ἀνέβασε σ᾿ ἕνα γκρεμὸ ποὺ ἀπὸ κάτω ἁπλωνόταν θάλασσα, κι ἀπὸ ᾿κεῖ ἕναν - ἕνα τοὺς γκρέμισε ὅλους κάτω· γέμισε ἡ θάλασσα πτώματα.
Αὐτὸς ἦταν ἕνας φυσικὸς γκρεμός.Ὑπάρχουν ὅμως κάτι ἄλλοι γκρεμοὶ πιὸ ἀπαίσιοι,μαῦροι καὶ φοβεροί. Ποιοί εἶν᾽ αὐτοὶ οἱ γκρεμοὶ μὲ τὰ ἀπαίσια βράχια; Εἶνε οἱκοινωνικοὶ γκρεμοί . Τέτοιο γκρεμὸ εὔχομαι, κανένας σας νὰ μὴ τὸν πλησιάσῃ, οὔτε ἄντρας οὔτε γυναίκα· κινδυνεύει νὰ βρεθῇ στὸ χάος.

⃝ Ποιός εἶνε ὁ πρῶτος κοινωνικὸς γκρεμός, ποιό εἶνε τ᾿ ὄνομά του; Εἶνε ὁ γκρεμὸς τοῦ Ἰούδα, φέρει τὸ ὄνομα τῆς φιλαργυρίας . Πάνω σ᾿ αὐτὸν κάθεται διπλοπόδι ὁ σατανᾶς μὲτὰ τριάκοντα ἀργύρια. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὰλεφτὰ θ᾿ ἀρχίσουν νὰ γαργαλοῦν τὸν ἄνθρωπο, δὲν βρίσκει ἡσυχία οὔτε μέρα οὔτε νύχταμέχρι νὰ τ᾿ ἀποκτήσῃ. Κι ἀφοῦ τ᾿ ἀποκτήσῃ,θέλει νὰ τ᾿ αὐξήσῃ· τὰ πέντε θέλει νὰ τὰ κάνῃδέκα, τὰ δέκα εἴκοσι, καὶ τελειωμὸ δὲν ἔχει.Ἡ θάλασσα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλο τὰ νερά σας· κι ὁ χάρος μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροθάφτες, Φτάνει, δὲν θέλω ἄλλους νεκρούς. Μὰ ὁ φιλάργυρος δὲνθὰ πῇ ποτέ, Φτάνει· εἶνε ἀχόρταγος. Σὲ ξεγελάει ὁ διάβολος, σὲ τραβάει στὸ γκρεμό, σοῦ μετράει τὰ τριάκοντα ἀργύρια, καὶ μετὰ σοῦ δί-νει μιὰ σπρωξιὰ καὶ σὲ ῥίχνει στὸ χάος, στὴνἁμαρτία καὶ στὴν ἀγχόνη τοῦ Ἰσκαριώτη.

⃝ Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ γκρεμὸ τοῦ Ἰούδα ὑπάρχει κιἄλλος βράχος μαῦρος καὶ ἀπαίσιος· εἶναι ὁ γκρεμὸς τῆς φιληδονίας. Εὔχομαι, κανένας ἀπὸ σᾶς, καὶ μάλιστα νέος ἢ νέα, νὰμὴν ὁδηγηθῇ στὰ βράχια τῆς φιληδονίας, τὰ βράχια τῆς σαρκός. Σ᾿ αὐτὸ τὸν ἀπαίσιοκοινωνικὸ βράχο δὲν κάθεται ὁ σατανᾶς μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια· ἐδῶ ὁ διάβολοςκρατάει κιθάρες καὶ βιολιὰ καὶ παίζει τὰ πιὸ μαγευτικὰ τραγούδια γιὰ τὸν αἰσχρὸἔρωτα. Μ᾿ αὐτὰ τρελλαίνει τοὺς νέους. Τοὺς συμβουλεύει, νὰ μὴν ἀκοῦνε παπᾶδες κ᾽ εὐαγγέλια. Ἡ Ἐκκλησία λέει· Ἡ ζωὴ = ἀγώνας, θυσία. Ὁ διάβολος τὰ σβήνει ὅλα αὐτὰ καὶ λέει· Ἡ ζωή, παιδιά, εἶνε ἀπόλαυσι, γλέντι· «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνῄσκομεν» (Ἠσ. 22,13 = Α΄ Κορ. 15,32) . Καὶ μὲ τὶς κιθάρες καὶ τὰ βιολιὰ τοὺς τραβάει στὸν γκρεμὸ τῆς φιληδονίας·μετὰ τοὺς δίνει μιὰ σπρωξιά, καὶ τοὺς βλέπουμε στὰ δικαστήρια νὰ παλεύουν γιὰ τὸ διαζύγιο, τοὺς βρίσκουμε στὰ ἄσυλα τῶν ἀνιάτων παράλυτους καὶ τυφλούς, τοὺς βρίσκουμε στὶς φυλακὲς ἐλεεινὰ ῥάκη.

⃝ Ὑπάρχει ὅμως κ᾿ ἕνας τρίτος γκρεμός, ἀκόμη χειρότερος. Στὴν κορυφή του βρίσκεται ὁἑωσφόρος κρατώντας στὰ χέρια του τὰ ἀξι-ματα τῆς γῆς· εἶναι ὁ γκρεμὸς τῆς φιλοδοξίας. «Πολλοὶ τὸν πλοῦτον ἐμίσησαν, τὴν δόξαν οὐδείς» , λέει ἕνα ῥητό. Ὁ ἑωσφόρος κρατάει σκῆπτρα, σπαθιά, ὑπουργιλίκια, ὅλα τὰ μεγα-λεῖα. Βάζει ἰδέες καὶ λέει στὸν κόσμο· Ἐλᾶτε κοντά μου, γιὰ ν᾿ ἀποκτήσετε δύναμι καὶ νὰσᾶς τιμάῃ ὁ κόσμος. Στὸν ἕνα τὸ πνεῦμα τοῦ σατανᾶ, τὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας, λέει·Ἐσὺ εἶσαι δυνατός! Στὸν ἄλλο· Ἐσὺ εἶσαι ὡραῖος· τέτοιον ὡραῖον ἄντρα καὶ τόσο ὄμορφη γυναῖκα δὲν ξαναγέννησε ἡ γῆ! Στὸν τρίτο λέει· Εἶσαι σοφός, ὅσα ξέρεις ἐσὺ δὲν τὰ ξέ-ρει κανένας! Στὸν τέταρτο λέει· Ἐσὺ εἶσαι ἅγιος· φτερουγίζεις γιὰ τὸν οὐρανό!... Στὸν καθένα λέει κάτι καὶ τὸν ῥίχνει στὴν ὑπερηφάνεια. Τὸν παίρνει στὰ μαῦρα φτερά του, τὸν ὁδηγεῖ στὸ γκρεμό, τοῦ δίνει μιὰ σπρωξιὰ καὶτὸν τσακίζει στὰ βράχια. Καὶ τότε ὁ ὑπερήφανος βλέπει τὰ φτερά του μαδημένα ἀπὸτὸν ἄγγελο - διάβολο ποὺ εἶχε δίπλα του.Αὐτοί, ἀγαπητοί μου, εἶνε οἱ γκρεμοί, ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ὁ διάβολος. Ἔτσι πᾶμε «κατὰ κρη-μνοῦ» (Ματθ. 8,32). Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε ἡ φωτογραφία μας.
Πᾶμε κατὰ κρημνοῦ. Κατὰ κρημνοῦ ὁ ἄντρας,κατὰ κρημνοῦ ἡ γυναίκα, κατὰ κρημνοῦ ὁ νέος, κατὰ κρημνοῦ ὁ ῥασοφόρος, κατὰ κρημνοῦ οἱ λαϊκοί, κατὰ κρημνοῦ οἱ δεξιοί, κατὰ κρημνοῦοἱ ἀριστεροί, κατὰ κρημνοῦ οἱ πάντες . Πῶς τὰκατάφερε ὁ διάβολος, νὰ κάνῃ ἕνα τεράστιο βράχο, χειρότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο· καὶ πάνω σ᾿αὐτὸν δὲν ἔβαλε πλέον ἕνα ἄτομο ἢ μιὰ οἰκογένεια, ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, κ᾿εἶ νε ἕτοιμος νὰ τὴ γκρεμίσῃ στὴν ἄβυσσο.Ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα ἔρχεται τὸ κακό.Ἂν εἴχαμε φιλότιμο κ᾿ εὐαισθησία, δὲν θὰ διασκεδάζαμε. Δὲν εἶμαι προφήτης οὔτε υἱὸς προφήτου· ἁμαρτωλὸς ἄνθρωπος σὰν κ᾿ ἐσᾶς εἶμαι. Ἀλλὰ πιστεύω στὸ Εὐαγγέλιο, πιστεύω στὴν Ἀποκάλυψι· καὶ βλέπω, ὅτι θὰ χτυπήσουν σειρῆνες, θὰ σημάνουν νεκρικὲς καμπάνες.Μέσα σὲ μιὰ ὥρα θ᾿ ἀδειάσουν οἱ μεγαλουπό λεις, κι ὅσοι προλάβουν θὰ πᾶνε μέσα στὰ σπήλαια. Αὐτὴ θὰ εἶνε ἡ μεγάλη περιπέτεια ·τὰ ἄλλα ποὺ περάσαμε ἦταν κουφέττα. Ἕνα βῆμα ἀκόμα, καὶ θὰ δώσῃ ὁ διάβολος σ᾿ ὅλους τὴ σπρωξιά. Κ᾿ ἐκεῖ κάτω, ποὺ θὰ βρεθοῦν,δὲν θὰ εἶνε ἡ φωτιὰ τῶν Σοδόμων καὶ τῆς Γομόρρας. Θὰ εἶνε ἀτομικὲς βόμβες. Αὐτὲς θὰκάνουν ἀπέραντη καταστροφή. Λέει μιὰ προ-φητεία· Θ᾿ ἀραιώσῃ ἡ γῆ. Θὰ περπατᾷς ἑκατὸ χιλιόμετρα, γιὰ νὰ βρῇς ἕναν ἄνθρωπο...Κατὰ κρημνοῦ λοιπὸν ὅλη ἡ ἀνθρωπότης.Καὶ ποιός θὰ μᾶς σώση; Τὸ Εὐαγγέλιο λέει·Θὰ σωθοῦμε, μόνο ἂν μετανοήσουμε. Ὅλοι μας, μικροὶ καὶ μεγάλοι, νὰ πέσουμε στὰ πό-δια τοῦ Ἐσταυρωμένου καὶ μὲ προσευχὴ καὶ δάκρυα νὰ ζητήσουμε τὸ ἔλεός Του. Νὰ ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς σὰν τὸ λῃστὴ τὸ «Μνήσθητί μου,Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42) .Μόνο ἡ νινευϊτικὴ μετάνοια θὰ μᾶς σώσῃ τὶς τελευταῖες αὐτὲς στιγμές.
Ἀδελφοί μου, μὴν παίρνετε τὸ δρόμο τῆς ματαιότητος, τῆς σαρκός, τοῦ χρήματος, τὸ δρόμο τοῦ διαβόλου. Ὄχι, μὴ ἀπατᾶσθε. Ὅσα καλὰ καὶ ἂν σᾶς τάξῃ, τὸ τέλος εἶνε συμφορὰ καὶ κόλασις. Πάρτε τὸ δρόμο τὸ στενό , τὸν ἀνηφορικό, τὸ δρόμο τῆς πενίας καὶ τοῦ καθήκοντος,τὸ δρόμο τοῦ Γολγοθᾶ, τὸ δρόμο ποὺ βάδισε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ ὁδηγηθῆτε μὲ ἀσφάλεια στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ, «ὅπου ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ βοώντων ἀπαύστως· Κύριε, δό ξα σοι»(αἶνοι Μ. Τρίτης).
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Μεταμορφώσεως Βύρωνος -Ἀθηνῶν τὴν 2-7-1961.

Β) Αγία Χριστίνα η μεγαλομάρτυς
Μεγαλομάρτυς της Χριστιανικής Εκκλησίας, η μνήμη της οποίας τιμάται στις 24 Ιουλίου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν όσες φέρουν το όνομα Χριστίνα.
Η Χριστίνα καταγόταν από την Τύρο της Συρίας και ήταν κόρη στρατηγού. Ο ειδωλολάτρης πατέρας της δεν της συγχώρησε τη χριστιανική της πίστη. Την υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια και στη συνέχεια τη φυλάκισε. Στη φυλακή την άφησαν νηστική για να πεθάνει από την πείνα. Διασώθηκε, όμως, από τη θεία χάρη, σύμφωνα με τους συναξαριστές. Μετά την έριξαν στη θάλασσα, αλλά άγγελος Κυρίου την έβγαλε στη στεριά. Μόλις έγινε γνωστό ότι είχε διασωθεί, ο πατέρας της πρόσταξε και την έκλεισαν πάλι στη φυλακή.
Τη νύχτα που ακολούθησε, ο πατέρας της πέθανε και τη θέση του στο αξίωμα του στρατηγού την πήρε κάποιος ονόματι Δίων. Αφού και πάλι η Χριστίνα ομολόγησε την πίστη της, ενώπιον δικαστηρίου αυτή τη φορά, ο Δίων διέταξε να ξαναρχίσουν τα εις βάρος της βασανιστήρια. Κατά τη διάρκεια των βασανιστηρίων πολλοί συγκρατούμενοί της πίστεψαν στο Χριστό.
Το έργο του Δίωνα συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση κάποιος Ιουλιανός. Αυτός έριξε τη Χριστίνα μέσα σε πυρακτωμένη κάμινο και στη συνέχεια σ' ένα κλουβί με δηλητηριώδη φίδια, τα οποία αντί να τη δαγκώσουν της έγλυφαν τα πόδια με ευσπλαχνία. Μετά της έκοψαν τους μαστούς απ' όπου χύθηκε γάλα αντί για αίμα και της έκοψαν και τη γλώσσα.
Όλα αυτά τα μαρτύρια τα υπέμεινε με καρτερία. Στο τέλος, με κοντάρια της τρύπησαν την καρδιά και η Χριστίνα παρέδωσε το πνεύμα, λαμβάνοντας τον στέφανο του μαρτυρίου και περνώντας στην αιώνια ζωή. Οι πηγές αναφέρουν ότι η Χριστίνα μαρτύρησε επί βασιλείας του Σεπτιμίου Σεβήρου (193-210).

Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 17 Ιουλίου 2016 (Τῶν ἁγίων καὶ θεοφόρων πατέρων τῆς ἐν Χαλκηδόνι Δ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου. Τῆς ἁγίας Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 14 - 19
14 Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ’ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτως λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσιν τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 14 - 19
14 Σεις με το φωτεινόν σας παράδειγμα και τα λόγια του Ευαγγελίου είσθε το πνευματικόν φως της ανθρωπότητος. Οπως δε μία πόλις που είναι κτισμένη επάνω στο όρος, δεν ημπορεί να κρυφθή, έτσι και ο ιδικός σας βίος θα υποπίπτη, είτε το θέλετε είτε όχι, εις την αντίληψιν των ανθρώπων. 15 Και όταν ανάπτουν λύχνον οι άνθρωποι, δεν τον θέτουν κάτω από τον κάδον, αλλά επάνω στον λυχνοστάτην, ώστε να φωτίζη όλους εκείνους που ευρίσκονται μέσα στο σπίτι. 16 Το φως λοιπόν (που επήρατε από εμέ και είναι τώρα ιδικόν σας) έτσι ας λάμψη εμπρός στους ανθρώπους, δια να ίδουν τα καλά σας έργα και δοξάσουν τον Πατέρα σας τον ουράνιον, που έχει τέτοια ενάρετα τέκνα. 17 Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμον του Μωϋσέως η την διδασκαλίαν των προφητών. Δεν ήλθα να καταλύσω αυτά, αλλά να τα τηρήσω, να τα εκπληρώσω και να τα ολοκληρώσω εις ένα τέλειον νόμον. 18 Διότι σας διαβεβαιώ με πάσαν επισημότητα, ότι έως ότου υπάρχη ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα η ένα κόμμα, δεν θα παραπέση από τον νόμον, μέχρι την στιγμήν που όλα θα επαληθεύσουν και θα πραγματοποιηθούν εις την ζωήν και το έργον μου. 19 Εκείνος λοιπόν, που θα παραβή μίαν από τας εντολάς αυτάς, που φαίνονται μικραί και ασήμαντοι, και διδάξη έτσι τους ανθρώπους, θα ονμασθή ελάχιστος εις την βασιλείαν των ουρανών. Εκείνος όμως που θα αγωνισθή να τηρήση όλας τας εντολάς και διδάξη την τήρησιν αυτών και στους ανθρώπους, αυτός θα ανακηρυχθή μέγας εις την βασιλείαν των ουρανών.

Το Ιερό Κήρυγμα

  "Των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων της εν Χαλκηδόνι Δ' Οικουμενικής Συνόδου" 

 Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Τελίδης

«Ὅς δ’ἄν ποιήσῃ καί διδάξῃ οὗτος μέγας κληθήσεται»

     Ὅλοι θαυμάζομε τούς μεγάλους τῆς Ἱστορίας. Ὅλοι ἐπιθυμοῦμε, κατά κάποιο τρόπο, τό μεγαλεῖο καί τή δόξα. Ὅλοι, ἐν γνώσει ἤ ἐν ἀγνοία, στό βάθος τῆς ψυχῆς μας ποθοῦμε τόν οὐρανό. Ἀκολουθοῦμε ὅμως συνήθως διαφορετικούς, λαθεμένους δρόμους. Ματαιοπονοῦμε κυνηγῶντας χίμαιρες ἤ αὐταπατώμεθα ἐπαναπαυόμενοι σέ κίβδηλα, μέτρια, ἐφήμερα κατορθώματα.

           μεγαλωσύνη καί ἡ δόξα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία τῆς θριαμβεύουσας Ἐκκλησίας τῶν ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων εἶναι ἕνας καρπός θεόσδοτος βέβαια, εἶναι «ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου», ἀλλά συγχρόνως ὁλοπρόθυμος, εὐλογημένος ἀγώνας τοῦ ὁποιουδήποτε πιστοῦ. Μᾶς τό εἶπε ξεκάθαρα ὁ Κύριος: «Ὅποιος θά ἐφαρμόσῃ στή ζωή του τίς ἐντολές Μου καί διδάξῃ ἀνάλογα μ’αὐτές τούς ἀνθρώπους, αὐτός θά ὀνομασθῇ μεγάλος στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν».

     Παράδειγμα οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, καί συγκεκριμένα τῆς Δ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία συγκλήθηκε στή Χαλκιδόνα τῆς Βιθυνίας τό 451 μ.Χ., με σκοπό να βάλει τέλος στις διαμάχες των χριστιανών σχετικά με τις "Φύσεις" του Χριστού, την θεϊκή και την ανθρώπινη, τούς ὁποίους και γιορτάζουμε σήμερα. 

     Ἄκουσαν βαθειά μέσα των τό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, τή φωνή τῶν καιρῶν των, τήν ἀνάγκη τῆς Ἐκκλησίας. Συγκλονίσθηκαν οἱ καρδιές των, γιγάντωσε ἡ ψυχή των, πλάτυνε καί δόθηκε στόν κόσμο τῶν παιδιῶν τοῦ Θεοῦ ἡ ζωή των.
     Σκόρπισαν τά πλούτη στούς φτωχούς, ὅπλισαν τό μυαλό τους μέ τή γνώση καί τή μόρφωση τοῦ  λόγου τῆς ἀλήθειας τοῦ Θεοῦ, ἔζησαν τήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα τοῦ βίου, ἐποίμαναν μέ αὐταπάρνηση καί στοργή τά πρόβατα τοῦ ΘεοΗ Αγία Μαρίναῦ. 

   Ὑπεράσπισαν ἀκόμη ἡρωϊκά καί μέχρι θανάτου τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, τήν ὑπόθεση τῆς Ἐκκλησίας, ἀρνήθηκαν κάθε συμβιβασμό μέ τήν αἵρεση, τήν πλάνη, καί ἔκλεισαν μέ Συνοδικούς Κανόνες καί σοφά, θεοφώτιστα συγγράμματα τό στόμα τῶν ἐχθρῶν τῆς Ορθοδόξου Ἐκκλησίας και συγκεκριμένα της Μονοφυσίτικης αιρέσεως, η οποία ταλάνιζε την πίστη των ανθρώπων εκείνη την περίοδο και που κατατροπώθηκε τελικά με το θαύμα της Αγίας Ευφημίας και την νίκη της Ορθοδοξίας έναντι των μονοφυσιτών. 

    Εἶδαν τόν ἄνθρωπο μέ συμπόνια, τόν συμπαραστάθηκαν στά προβλήματά του, τόν στήριξαν μέ τό προσωπικό τους παράδειγμα πίστεως καί ζωῆς, γέμισαν τήν ἐποχή τους μέ τά «καλά ἔργα», δικαίωσαν τόν Κύριο, πού τούς ὠνόμασε «φῶς τοῦ κόσμου καί πόλιν ἐπάνω ὄρους κειμένην», καί τώρα ὄχι μόνο στή γῆ ἀπό τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί στόν οὐρανόν ἀπό τόν Κύριον Ἰησοῦ, δοξάζονται καί εὐτυχοῦν αἰωνίως. 

    Ἀλλά δέν εἶναι μόνον αὐτοί αδελφοί μου. Νέφος ὁλόκληρο Αγίων, Οσίων, Μαρτύρων και Ομολογητών της ακλόνητης Πίστεως τους στον Θεό, είναι κοντά σ’αὐτούς, πού ἐπίστεψαν, πού ἔζησαν, πού ἐδίδαξαν τήν ἀλήθεια καί τή ζωή τοῦ Ἰησοῦ, φορώντας επαξίως τῆς μεγαλωσύνης τό στεφάνι, και  ἀπολαμβάνοντας τήν οὐράνια μακαριότητα.

     Θέλει όμως και εμάς ο Χριστός κοντά Του για να ονομάσει και εμάς Μεγάλους παρ' όλη την αμαρτωλότητα μας, θέλει να μας στεφανώσει με τις δάφνες της αγιότητας, θέλει να μας κάνει αντάξιους Του. Δεν μένει παρά εμείς να ακολουθήσουμε τα χνάρια των Αγίων και Θεοφόρων Πατέρων της Πίστεως μας, που σήμερα γιορτάζουμε, να κάνουμε πράξη Κανόνες και Όρους σαν και αυτούς που θεσπίστηκαν στην Δ' Οικουμενική Σύνοδο και να νικήσουμε και εμείς όπως έκαναν και αυτοί οτιδήποτε επικίνδυνο και καταστροφικό για την "εν Χριστό ζωή" μας.

     Δεν είμαστε όμως απροστάτευτοι στον αγώνα αυτό. Ο Χριστός δεν μας άφησε μόνους στην μάχη αυτή αλλά μας έδωσε τρομερά όπλα και εφόδια για την σωτηρία μας. Μας άφησε την κραταιά και δυνατή Εκκλησία και τα Μυστήρια που θέσπισε ο ίδιος Του, μας άφησε τους Αποστόλους Του, που γύρισαν όλον τον κόσμο μεταφέροντας τον λόγο Του, τους Επισκόπους που χειροτόνησαν οι Μαθητές του Χριστού και αυτοί με την σειρά τους χειροτόνησαν άλλους Επισκόπους και Ιερείς και Διακόνους μέχρι σήμερα, μέχρι αυτήν την στιγμή που ζούμε και "εις τον αιώνα του αιώνος". 

     Με τέτοια όπλα στην φαρέτρα μας λοιπόν και με τον Χριστό οδηγό μας θα κερδίσουμε, μετά την γη...τον Ουρανό, μετά την ζωή...τον θάνατο, μετά την ανθρώπινη φύση μας...την Αγιότητα!!!



Η Αγία Μαρίνα 

Ἀρχιμανδρίτης Ἀρσένιος Κατερέλος



Σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἀγαπητοί μου προσκυνηταί, ἑορτάζει τήν μνήμη τῆς ἁγίας ἐνδόξου Μεγαλομάρτυρος Μαρίνης.



Ὁ πατέρας τῆς Ἁγίας ἦταν εἰδωλολάτρης καί μάλιστα ἦταν καί ἱερέας τῶν εἰδώλων. Ἐπειδή δέ ἀπέθανε ἡ κατά σάρκα μητέρα τῆς Ἁγίας, τήν παρέδωσε ὁ πατέρας της, κατά θεία βέβαια Πρόνοια, σέ κάποια ἄλλη γυναῖκα γιά νά τήν ἀναθρέψη, ἔξω ἀπό τήν πόλι εἰς τήν ὁποία κατοικοῦσαν. Καί λέμε κατά θεία Πρόνοια συνέβη αὐτό, διότι ἀκριβῶς αὐτή ἡ γυναῖκα ἡ ὁποία ἀνέθρεψε τήν Ἁγία Μαρίνα ἦταν Χριστιανή καί ὡς ἐκ τούτου, ὡς σωστή Χριστιανή, τήν ἀνέθρεψε πάρα πολύ σωστά, κατά Θεόν. Καί ἐπειδή ταυτόχρονα καί ἡ Ἁγία Μαρίνα ἦτο γῆ ἀγαθή, ἐδέχθη ὅλα τά τῆς Χριστιανικῆς πίστεως καί ἔγινε μία πάρα πολύ σωστή Χριστιανή.



Ἐξ αἰτίας ὅμως αὐτῆς τῆς στάσεως τῆς Ἁγίας Μαρίνας, τῆς μικρῆς κατά τήν ἡλικίαν, ὁ ἀσεβέστατος κατά σάρκα πατέρας της τήν ἐμίσησε τόσο πολύ, ὥστε τήν ἀπεκλήρωσε. Ὅσο ὅμως ὁ ἐπίγειος πατέρας της τήν ἀπεκλήρωνε καί τήν εἶχε πέρα γιά πέρα ἀποστραφῆ, τόσο ὁ οὐράνιος Πατέρας ὅλων μας, ὁ Θεός δηλαδή, τήν ἐδέχετο καί τήν εὐλογοῦσε. Μέ τήν πάροδο δέ τοῦ χρόνου αὐξήθηκε τόσο πολύ ὁ ἔνθεος ἔρωτας τόν ὁποῖο εἶχε ἡ δεκαπεντάχρονη τότε Ἁγία Μαρίνα πρός τόν Χριστό, ὥστε ἐζήλευε μέ τήν καλή ἔννοια τούς ἄλλους  Χριστιανούς, οἱ ὁποῖοι τήν περίοδο ἐκείνη ἐμαρτυροῦσαν σωρηδόν γιά τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί ἤθελε κι ἐκείνη, ὡς ἐκ τούτου, νά τούς μιμηθῆ καί παρακαλοῦσε τόν Θεό νά φέρη ἔτσι τά πράγματα ὥστε καί αὐτή νά ἀξιώθῆ μαρτυρικοῦ τέλους.



Ἔτσι κι ἔγινε. Καί μόλις συνεπλήρωσε τό δέκατο πέμπτο ἔτος τῆς ἡλικίας της, ὅταν τήν εἶδε τότε ἕνας ἡγεμόνας ὀνόματι Ὀλύμβριος, ἐπειδή ἦταν καί πανέμορφη, τήν ἐζήλεψε καί ἐπεθύμησε νά τήν λάβη ὡς γυναῖκα του. Ὅμως ἡ Ἁγία Μαρίνα ἀντιστάθηκε. Ἐκεῖνος τήν πῆρε μέ τό καλό, ὅπως γίνεται συνήθως, μετά τήν πῆρε καί μέ τό ἄγριο. Ἀλλά, οὔτε ἔτσι, οὔτε ἀλλοιῶς, ἐδέχετο ἡ Ἁγία Μαρίνα. Μέ ἄλλα λόγια δέν ἐδέχετο νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό καί νά γίνη γυναῖκα αὐτοῦ τοῦ εἰδωλολάτρη ἡγεμόνα. Καί μάλιστα, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἄν καί μικρούλα, τοῦ εἶπε μέ ἔνθεη σωστή καί τίμια παρρησία: «Ὦ ἡγεμών, ὅσο περισσότερο μέ βασανίσης, τόσο περισσότερο, κι ἀκόμη πιό πολύ, θά μέ δοξάση ὁ Θεός». Τί ὡραία νόμιμη, σωστή πρόκλησις! Ἀλλ᾽ ὁ ἡγεμών αὐτός, ὄντας ἄνθρωπος πέρα γιά πέρα κακοπροαίρετος, ἐπροχώρησε εὐθύς ἀμέσως στά σατανοκρατούμενα σχέδιά του προκειμένου καί ἐλπίζοντας ὅτι θά καταφέρη τό κοριτσάκι αὐτό νά τό μεταστρέψη.



Ἔτσι λοιπόν τήν ἐβασάνισε ἀλύπητα, ποικολότροπα καί κυρίως μέ ραβδιά τῆς κατέσχιζε τό ἀμόλυντο σῶμα της. Μετά τήν ἔβαλε στήν φυλακή γιά νά τήν βασανίζη ἐπ᾽ ἀόριστον μέ τήν ἐλπίδα, ὅπως ἤδη προαναφέραμε, νά καμφθῆ τό φρόνημα τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Μέ τά πολλά ἀνελέητα δέ κτυπήματα, ὄντως καί πανθομολογουμένως, εἶχε τόσο πολύ ἡ ὀμορφιά της ἀφανισθῆ, πού κανείς δέν μποροῦσε νά τήν κοιτάξη. Εἶχε γίνει πάρα πολύ ἄσχημη, παραμορφωμένη θά λέγαμε, ἀπό αὐτά τά ἐξωτερικά ἀνελέητα, ἀλύπητα καί ποικιλότροπα κτυπήματα πού τῆς ἐπροξένησε διά τῶν δημίων ὁ ἡγεμών Ὀλύμβριος.



Ὁ φθονερός ὅμως Διάβολος, πού ἔβλεπε ὅτι νικᾶται ἀπό ἕνα τρυφερό κοριτσάκι, διότι εἶχε ταπείνωσι, σωστή πίστι καί ὑψηλότατο ἀγωνιστικό φρόνημα, προσεπάθησε, ἀφοῦ ἔβλεπε ὅτι τά ὄργανά του, οἱ ἄνθρωποι δηλαδή, δέν μποροῦσαν νά κάμψουν τό φρόνημά της, προχώρησε παραπέρα. Γιατί ὅταν ὁ Διάβολος δέν μπορεῖ μέ ἕνα α´ πάθος ἤ μέ μία α´ ἀνθρωπίνη μέθοδο νά μᾶς κάνη νά ἁμαρτήσωμε, τότε προσπαθεῖ καί ὁ ἴδιος νά κάνη κατά μέτωπον ἐπίθεσι. Καί στήν περίπτωσι αὐτή προσεπάθησε νά τρομοκρατήση ὁ ἴδιος τό κοριτσάκι αὐτό, τήν Ἁγία Μαρίνα, κατά παραχώρησιν βέβαια Θεοῦ. Ὁ Θεός τό ἐπέτρεψε.



Πῆρε λοιπόν ὁ Διάβολος μορφή σιχαμεροῦ δράκοντος καί φανερώθηκε μέσα στήν φυλακή. Ἐνῶ ἦσαν κλειστές οἱ πόρτες, φάνηκε ἐκεῖ μέσα, ἀνεξηγήτως βέβαια μέ τήν ἀνθρωπίνη λογική, ἕνα ὄντως τέρας. Διότι ὁ Διάβολος, ἄν καί εἶναι πνεῦμα, ὅταν ὁ Θεός ἐπιτρέψη, μπορεῖ νά μετασχηματισθῆ, κατά φαντασίαν μέν, δηλαδή δέν εἶναι πραγματικό τέρας, ὅμως αὐτός πού τό βλέπει ἔτσι αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι πραγματικό τέρας. Τρώει καί ξύλο καί πολλά ἄλλα, ἀμέτρητα... Αὐτό θά πῆ ὅτι ''κατά φαντασίαν'' ἐμφανίζεται ὁ Διάβολος. Ὄχι δηλαδή ὅτι ὅσοι βλέπουν τόν Διάβολο ἔχουν, ἤ σχιζοφρένεια, ἤ φαντασία - ὅπως λέγομε ''αὐτός εἶναι φαντασμένος''. Ἄλλο τό ἕνα, ἄλλο τό ἄλλο. Καμμία σχέσι δέν ἔχουν αὐτά τά δύο φαινόμενα μεταξύ τους.



Ἔτσι λοιπόν ἡ Ἁγία Μαρίνα, ἡ ὁποία ἔβλεπε ὄντως αὐτό τό τέρας μέσα εἰς τήν φυλακή, καθόλου δέν τἄχασε. Στήν ἀρχή, προσηύχετο ἐπίμονα, χωρίς νά φεύγη μάλιστα τό μυαλό της ἀπό τά λόγια τῆς προσευχῆς καί νά ἀρχίση νά σκέφτεται, πού εἶναι πολύ φυσικό νά πῆ ''ἐδῶ εἶναι ἕνα τέρας, ποῦ βρέθηκε, πῶς βρέθηκε, θά μέ διαλύση σέ λίγο'', κλπ.
Ὅταν διεπίστωσε λοιπόν ὁ δράκων, δηλαδή ὁ Διάβολος, ὅτι δέν κατάφερε καθόλου νά τήν ἀποσπάση κἄν ἀπό τήν προσευχή, τήν Ἁγία Μαρίνα, τότε ''ἔπαιξε καί τό τελευταῖο του χαρτί'', ἄς τό ποῦμε πιό σωστά, τό τελευταῖο του παιχνίδι, καί ὥρμησε, κατά παραχώρησιν πάλι Θεοῦ, νά τήν καταπιῆ. Νά βλέπης, ὄχι ἁπλῶς ἕνα λιοντάρι, ἀλλά ἕνα τεράστιο τέρας νά ἀνοίγη τό στόμα του καί νά προσπαθῆ νά σέ καταπιῆ! Καί ἐπέτρεψε ὁ Θεός ἔτσι νά αἰσθάνεται καί νά νομίζη ἡ Ἁγία Μαρίνα.



Καί ὅταν ὁ δράκων εἶχε φθάσει νά τήν καταπιῆ μέχρι τήν μέση σχεδόν, τότε ἡ Ἁγία Μαρίνα ἔκανε τό σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, μέ πίστι, καί ἡ ἀκατάλυτος δύναμις τοῦ Τιμίου καί Ζωοποιοῦ Σταυροῦ ἐνήργησε θαυματουργικά γιά λογαριασμό τῆς Ἁγίας Μαρίνας καί ἐσκίσθη ἡ κοιλιά τοῦ φανταστικοῦ αὐτοῦ τέρατος. Καί τότε ὁ Σατανᾶς, κατά παραχώρησιν πάλι Θεοῦ, ἀπό δράκων τεράστιος καί σιχαμερός πού ἐφαίνετο, μεταμορφώθηκε σέ μορφή σκύλου καί ὡς σκυλί τώρα συνέχιζε νά φοβερίζη τήν Ἁγία Μαρίνα, ἡ ὁποία προσηύχετο συνεχῶς. Εἶχε ὅμως ἤδη πάρει θάρρος ἡ Ἁγία Μαρίνα, βλέποντας αὐτήν τήν ἀλλαγή, κατάλαβε καλύτερα τά πράγματα, τά εἶδε καί στήν πρᾶξι μᾶλλον, τό τέρας νά γίνεται σκυλί. Ἔ, καμμία σύγκρισις μεταξύ τῶν δύο, ἐννοεῖται. Καί στήν συνέχεια μαστίγωνε τό σκυλί μέ τήν προσευχή της, τώρα μέ περισσότερη χαρά καί μέ περισσότερο θᾶρρος, ἕως ὅτου ἔγινε ἄφαντος ἀπό αὐτήν ὁ Σατανᾶς καί ἐξηφανίσθη.



Καί μετά ἀπό αὐτήν τήν περιπέτεια, πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε κἄν νά τήν διανοηθοῦμε βέβαια, εἶδε οὐράνια ὑπέρ νοῦν ἐξαίσια θεοπτία, πού τήν ἐγέμισε μέ ἀνέκφραστη θεϊκή ἡδονή, ἡ ὁποία δέν μπορεῖ νά συγκριθῆ μέ καμμία ἐπίγεια χαρά, εἴτε εἶναι νόμιμη, εἴτε εἶναι παράνομη καί ταυτόχρονα ἀπεκαταστάθη ἡ ὑγεία της καί ἔγινε ὅπως ἦταν πρίν. Ἔφυγαν ὅλοι οἱ μώλωπες ἀπό τό πρόσωπό της, πού κανείς δέν μποροῦσε καλά-καλά νά διακρίνη ποιά ἦτο καί ἔγινε πάλι πανέμορφη, ὅπως ἦτο πρίν ἀπό τά βασανιστήρια πού εἶχε ἤδη ὑποστῆ.



Τώρα, τήν ἑπομένη πῆγαν ''καμαρωτοί-καμαρωτοί'' οἱ δήμιοι, οἱ βασανισταί, γιά νά συνεχίσουν τά βασανιστήρια, ἐάν ζοῦσε βέβαια ἀκόμη ἡ Ἁγία Μαρίνα κατά τό φτωχό τους μυαλό. Καί ὅταν εἶδαν τήν πλήρη ἀποκατάστασι τῆς ὑγείας της, ἀντί νά πιστέψουν, τί ἔκαναν; Ἀπέδωσαν οἱ ταλαίπωροι τό θαῦμα στήν δύναμι τῶν ψεύτικων θεῶν. Βλέπετε διαστροφή! Ἐδῶ βλέπομε τί θά πῆ νά ἔχης χαλασμένο μυαλό, δηλαδή ἄρρωστο πνευματικά νοῦ, ἐνῷ μπορῆ νά εἶσαι τετραπέρατος ἤ μπορῆ νά εἶσαι καί σωστός ἄνθρωπος σέ ἄλλα θέματα. Ἀλλά τό νά ἔχης χαλασμένο, στά πνευματικά θέματα, μυαλό, π.χ. νά ἀποδίδης τά θαύματα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ στήν δύναμι τῶν ψεύτικων θεῶν, ἤ στήν μαγεία ἤ σέ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, αὐτό εἶναι ἀνθρωπίνως ἀθεράπευτο ἤ ἔστω πολύ δύσκολα θεραπεύεται.



Βέβαια ἡ Ἁγία μας τά κατάλαβε αὐτά καί τούς ''τακτοποίησε'' ἐκ νέου. Τούς εἶπε δηλαδή ὅτι ὁ Θεός, ὁ Χριστός, τήν ἔκανε καλά καί τούς ''ἔβαλε στήν θέσι τους'' μέ ἀκόμη περισσότερο θάρρος, ὁπότε καί αὐτοί ἄρχισαν νά τήν ξαναβασανίζουν μέ ἀναμμένες λαμπᾶδες. Καί γιά νά μή τά πολυλογοῦμε, μετά τήν βούτηξαν σέ ἕναν λέβητα μέ νερό γιά νά πνιγῆ. Ἀλλά καί πάλι ἔμεινε ἀβλαβής ἡ Ἁγία. Καί μάλιστα, κατά θεία οἰκονομία, μέ τόν τρόπο αὐτόν πού τήν ἐβούτηξαν στό νερό γιά νά πνιγῆ, ἀκούσθηκε οὐράνια φωνή, δηλαδή ἀπροσδιορίστου προελεύσεως κατά τήν ἀνθρωπίνη λογική, ἡ ὁποία ἐπιβεβαίωνε ὅτι ὄντως μέ αὐτόν τόν τρόπο ἐβαπτίσθη ἡ Ἁγία.



Αὐτή δέ ἡ οὐράνια φωνή ἐμακάριζε καί ἐπαινοῦσε τήν Ἁγία Μαρίνα. Καί αὐτήν τήν φωνή δέν τήν ἄκουσε μόνον ἡ Ἁγία Μαρίνα, ἤ μόνον ὁ ἡγεμών, ἀλλά τήν ἄκουσε καί ὅλο τό παρευρισκόμενο πλῆθος. Καί μόνον ἐξ αἰτίας αὐτῆς τῆς φωνῆς ἐπίστευσαν εἰς τόν Χριστόν δέκα πέντε χιλάδες ἄνδρες, ἐκτός τῶν γυναικῶν καί τῶν παιδιῶν. Καί ὅλοι αὐτοί, ἐπειδή εἶχαν καλή προαίρεσι, καί μόνο ἀπ᾽ αὐτό τό θαυμαστό γεγονός, πού ἄκουσαν αὐτήν τήν οὐράνια φωνή, ἤθελαν νά λάβουν τοῦ μαρτυρίου τόν ἀμάραντο στέφανο.



Τότε, ''τά ἔχασε'' ὁ ἡγεμών. Σοῦ λέει «τί γίνεται ἐδῶ; Ἐδῶ πᾶμε νά μεταστρέψωμε τήν Μαρίνα καί, ἀντί νά τῆς ἀλλάξωμε γνώμη καί νοοτροπία, βλέπομε νά θέλουν ὅλοι αὐτοί νά γίνουν Χριστιανοί καί νά μαρτυρήσουν». Ὁπότε, ἐσκότωσε ὅσους ἐπρόλαβε, ὅσους μποροῦσε, ἀπό αὐτές τίς δέκα πέντε χιλιάδες δηλαδή - Κύριος οἶδε πόσους ἀκριβῶς - καί, ἐπειδή ἐφοβήθη νά μή πιστεύσουν καί οἱ ὑπόλοιποι ὑπήκοοι τῆς πόλεως τήν ὁποία εἶχε ὑπό τήν ἐξουσία του, ἐσκότωσε, γρήγορα-γρήγορα, διά ξίφους, καί τήν Ἁγία Μαρίνα. Καί ἔτσι καί αὐτή ἡ μακαρία ἔλαβε τοῦ μαρτυρίου τόν ἀμάραντο στέφανο καί ἐπῆγε δεδοξασμένη πρός τήν αἰώνια πατρίδα ὅλων μας.



Αὐτά, ἐντελῶς βέβαια περιληπτικά, ὅσον ἀφορᾶ εἰς τόν βίο τῆς Ἁγίας Μαρίνας. Νομίζω, καί ὁ βίος της, καί τό φρόνημά της μᾶς διδάσκουν. Δέν χρειάζονται, ἀπό ἐμᾶς τούς ἐμπαθεῖς, οὔτε σχόλια, οὔτε ἀναλύσεις. Τό μόνο πού λέμε ἐν κατακλεῖδι εἶναι ὅτι ὄντως ''θαυμαστός ὁ Θεός ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ''. Καί ''Ἁγία τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν''.
Ἀμήν.







Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 10 Ιουλίου 2016 (Κυριακὴ Γ' Ματθαίου)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 22 - 33
22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει· οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδεν γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 22 - 33
22 Ο λύχνος, που φωτίζει και εξυπηρετεί το σώμα, είναι το μάτι (λύχνος δε που φωτίζει την ψυχήν είναι ο νους, το λογικόν που σας έχει δώσει ο Θεός). Εάν λοιπόν το μάτι είναι γερό και καθαρό, όλον το σώμα θα φωτίζεται, θα είναι φωτεινόν (έτσι θα φωτίζεται και η ψυχή σου, εάν ο νους και η καρδία σου δεν έχουν τυφλωθή από την προσκόλλησιν στους επιγείους θησαυρούς). 23 Εάν όμως το μάτι σου είναι κατεστραμμένον και ανίκανον να ίδη το φως, όλο το σώμα σου θα είναι βυθισμένο στο σκοτάδι. Εάν λοιπόν το φως, που σου έδωκεν ο Θεός (ο νους δηλαδή και η συνείδησις, εξ αιτίας της προσκολλήσεως εις τα υλικά αγαθά), είναι σκοτάδι, τότε το ηθικόν σκοτάδι της ψυχής σου πόσον πυκνόν και αδιαπέραστον θα είναι; 24 Κανείς δεν ημπορεί να υπηρετή συγχρόνως δύο κυρίους· διότι η θα μισήση τον ένα και θα αγαπήση τον άλλον η θα προσκολληθή στον ένα και θα καταφρονήση τον άλλο. Και σεις δεν είναι δυνατόν να υπηρετήτε τον Θεόν και τον πλούτον· η θα αγαπήσετε τον Θεόν και θα περιφρονήσετε τους επιγείους θησαυρούς η θα υποδουλωθήτε εις αυτούς και θα καταφρονήσετε τον Θεόν. 25 Δια τούτο ακριβώς και σας λέγω, μη φροντίζετε με στενοχωρίαν και αγωνίαν δια την ζωήν σας, δηλαδή δια το τι θα φάγετε και το τι θα πίετε, ούτε και δια το σώμα σας με τι θα ενδυθήτε. Δεν αξίζει η ζωή περισσότερον από την τροφήν και το σώμα από το ένδυμα; (Ο Θεός, που σας έδωσε το πολυτιμότερον, δεν θα σας δώση και το κατώτερον;) 26 Παρατηρήστε τα πτηνά του ουρανού και ίδετε ότι αυτά ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συγκεντρώνουν τροφάς εις αποθήκας. Και όμως ο Πατήρ σας ο ουράνιος τα τρέφει. Σεις δεν έχετε ασυγκρίτως μεγαλυτέραν αξίαν από αυτά; 27 Ποιός δε από σας, όσας πολλάς και μεγάλας φροντίδας και αν καταβάλη, ημπορεί να προσθέση στο ανάστημά του ένα πήχυν; 28 Και περί του ενδύματος διατί φροντίζετε με τόσην ανησυχίαν και αγωνίαν; Παρατηρήστε με προσοχήν τα άνθη του αγρού, πως φυτρώνουν και πως αυξάνουν. Ούτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. 29 Και όμως σας λέγω τούτο, ούτε και αυτός ο Σολομών με όλην του την βασιλικήν μεγαλοπρέπειαν και δόξαν δεν εφόρεσε ποτέ ένα τόσον περίλαμπρον ένδυμα ωσαν αυτό, με το οποίον περιβάλλεται ένα από τα ταπεινά αυτά άνθη. 30 Εάν δε ο Θεός ενδύη με τόσην λαμπρότητα τα χορτάρια του αγρού, που σήμερα υπάρχουν και αύριον ρίπτονται στον φούρνον, δεν θα ενδύση πολύ περισσότερον σας, ολιγόπιστοι; 31 Λοιπόν μη κυριευθήτε ποτέ από την ανήσυχον μέριμναν και μη λέγετε συνεχώς, τι θα φάγωμεν η τι θα πίωμεν η τι θα ενδυθώμεν; 32 Διότι οι ειδωλολάτραι (που δεν γνωρίζουν τα αιώνια αγαθά και την στοργικήν πρόνοιαν του Θεού), επιζητούν αποκλεστικά και μόνον αυτά τα φθαρτά αγαθά. Σεις όμως μην κυριεύεσθε από τέτοιες μέριμνες, διότι ο Πατήρ σας ο ουράνιος γνωρίζει ότι έχετε ανάγκην από όλα αυτά, και σαν πανάγαθος, που είναι, θα σας τα δώση. 33 Ζητείτε δε κατά πρώτον και κύριον λόγον την βασιλείαν του Θεού και την αρετήν που θέλει από σας ο Θεός, και όλα αυτά τα επίγεια αγαθά θα σας δοθούν μαζή με τα ανεκτίμητα αγαθά της βασιλείας των ουρανών.

Το Ιερό Κήρυγμα



Η πρόνοια του Θεού και το άγχος της ζωής

Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ένα απόσπασμα από την επί του Όρους Ομιλία του Ιησού Χριστού. Κεντρική θέση στην ομιλία αυτή κατέχει η Βασιλεία του Θεού. Ουσιαστικά αποτελεί μια παράθεση πρακτικών συμβουλών του Ιησού Χριστού για το πώς οι Χριστιανοί οφείλουν να συμπεριφέρονται μέσα στον κόσμο αυτό. Σε τελική ανάλυση η αξία του κόσμου αυτού, των υλικών αγαθών και της βιοτικής μέριμνας ορίζεται από την προοπτική της Βασιλείας του Θεού.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα, λοιπόν, της ημέρας χωρίζεται σε τρεις επί μέρους ενότητες: 1. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το «λύχνο» του σώματος, που είναι το μάτι, 2. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί ταυτόχρονα δύο κυρίους (Θεός – μαμωνάς) και 3. προτροπές του Ιησού Χριστού ώστε να αποφεύγεται η βιοτική μέριμνα και το άγχος για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου. Κεντρικό μήνυμα του αναγνώσματος είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός

Ο Ιησούς Χριστός με έναν παραβολικό λόγο τονίζει την αξία που έχει το μάτι για όλο το σώμα. Το μάτι παρομοιάζεται με το λυχνάρι του σώματος. Είναι το μέσο με το οποίο φωτίζεται όλο το σώμα και κατεπέκταση ο όλος άνθρωπος. Η όραση είναι ίσως η σπουδαιότερη αίσθηση της ανθρώπινης φύσης. Με την όραση κάθε άνθρωπος θαυμάζει και απολαμβάνει τα μεγαλεία της δημιουργίας του Θεού, τον υλικό κόσμο, το κάλλος της αγάπης του Θεού. Έχει τη δυνατότητα να βλέπει το φως της ημέρας αλλά και τα προσφιλή του πρόσωπα, η θέα των οποίων παρηγορεί και ευφραίνει την ψυχή. Έχει τη δυνατότητα της μόρφωσης, της εργασίας, της κοινωνικής ανέλιξης. Η έλλειψη της όρασης δυσχεραίνει τη ζωή των ανθρώπων, αφού τους στερεί τις χαρές αυτές και πολλές ακόμα άλλες. Την αξία της όρασης εμείς οι υγιείς άνθρωποι δεν μπορούμε πολλές φορές να την αντιληφθούμε πλήρως. Ένας τυφλός όμως άνθρωπος μπορεί να μαρτυρήσει για την αξία της όρασης και την οδυνηρή αίσθηση της απώλειάς της. Άλλωστε την αξία της όρασης την διαπιστώνουμε και από τα πολλά θαύματα του Ιησού Χριστού σε τυφλούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό είναι πρόδηλη η παραβολική χρήση της αισθητής όρασης και η μεταφορά του λόγου του Ιησού Χριστού από την αισθητή στην εσωτερική όραση, στην όραση του νου και της ψυχής.

Η καλή ή κακή ποιότητα της όρασης είναι καθοριστική για την ποιότητα του φωτός, το οποίο μεταφέρει και εκπέμπει. Γι΄ αυτό ο Ιησούς Χριστός χρησιμοποιεί δύο αντίθετους όρους: «απλούς» και «πονηρός», χαρακτηρίζοντας έτσι το καλό και το κακό μάτι. Με τον όρο «απλούς» γενικά μέσα στην Αγία Γραφή προσδιορίζεται ο αφοσιωμένος και υπάκουος στο Θεό άνθρωπος. Αντίθετα με τον όρο «πονηρός» προσδιορίζεται ο εγωιστής άνθρωπος, εκείνος που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και προσπαθεί να επιβάλει το δικό του θέλημα. Ο κατεξοχήν πονηρός είναι ο Εωσφόρος, ο Διάβολος, ο οποίος ακολούθησε το δικό του θέλημα και έτσι έχασε το φως και ξέπεσε στο σκότος. Επομένως εκείνος που επιθυμεί να βρίσκεται στο φως, οφείλει να στρέφει την προσοχή του προς τον Θεό, ο οποίος είναι η πηγή του φωτός.

Επιπλέον τα μάτια είναι οι πρώτοι δέκτες των διαφόρων εικόνων, οι οποίες μεταφέρονται στη συνέχεια στο νου και στην καρδία του ανθρώπου και επηρεάζουν τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο. Αν λοιπόν ο άνθρωπος αφήσει τις σκοτεινές εικόνες να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά του, τότε η ύπαρξή του δε θα εκπέμπει φως, αλλά σκότος. Τα έργα του, οι πράξεις του, οι λόγοι του θα είναι σκοτισμένα. Αντίθετα αν οι εικόνες που εισέρχονται μέσα του είναι εικόνες φωτός, τότε θα εκπέμπει ο ίδιος φως προς τα έξω. Η ύπαρξή του πλέον θα γίνει φωτεινό παράδειγμα για όλους όσους θα συναναστρέφονται μαζί του.

Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν

Το δεύτερο θέμα βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το πρώτο, γιατί όπως δεν μπορεί να συνυπάρξει το φως με το σκότος, κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να είναι στην υπηρεσία δύο κυρίων. Στην περίπτωση που κάποιος επιχειρήσει να υπηρετήσει ταυτόχρονα δύο κυρίους τότε δυο πράγματα μπορεί να συμβούν: ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δούλος του Θεού και δούλος του χρήματος. Ο Ιησούς Χριστός απαιτεί την απόλυτη αφοσίωση του ανθρώπου στον Θεό. Εξάλλου όπως τονίζεται και σε άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, ο Θεός και το χρήμα είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, γιατί ο Θεός προσφέρει την ελευθερία, ενώ το χρήμα την υποδούλωση: «δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ.19,23).

Η ζωή του ανθρώπου μέσα στον παροδικό αυτό κόσμο κρύβει πολλούς κινδύνους υποδούλωσης, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στο χρήμα και στις υλικές απολαύσεις. Άλλωστε τους πειρασμούς αυτούς τους αντιμετώπισε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μέσα στην έρημο και απέρριψε τόσο την κοσμική εξουσία και δόξα, όσο και τα υλικά αγαθά. Τυχόν συγκατάθεση και υποδούλωση του ανθρώπου σε αυτές τις καταστάσεις σημαίνει την άρνηση του Θεού και οδηγεί στη δυστυχία και απελπισία.

Η βιοτική μέριμνα

Το τρίτο και ουσιαστικότερο μέρος της περικοπής αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη, που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στην πρόνοια του Θεού και να αποφεύγει την αγωνιώδη μέριμνα για τη ζωή. Βέβαια αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι ο άνθρωπος σταματά κάθε προσπάθεια, ώστε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του. Ο Ιησούς Χριστός μας καλεί να μην πνιγόμαστε στο άγχος για το τι θα φαμε, ή τι θα πιούμε, ή πώς θα ντυθούμε.

Η ζωή και το σώμα μας είναι σπουδαιότερα από το τι θα φαμε και θα πιούμε και πώς θα ντυθούμε. Αυτό εξάλλου το καταδεικνύει και η ίδια η φύση, αφού κατά τους λόγους του Κυρίου: «τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά» και ακόμα «περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει• ου κοπιά ουδέ νήθει• λέγω δε υμίν ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως έν τούτων». Επιπλέον: «Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» και αφού αυτό είναι αδύνατο, τότε και οι καθημερινές φροντίδες και μέριμνες δεν προσφέρουν τίποτα στον άνθρωπο, παρά μόνο το άγχος το οποίο εκτός από την ψυχολογική κατάπτωση επιφέρει και πολλές σωματικές ασθένειες.

Το άγχος συνιστά ουσιαστικά άρνηση του Θεού και μαρτυρεί έλλειψη πίστης. Ο αγωνιών άνθρωπος κατατρώγεται με την προσπάθεια για απόκτηση περισσοτέρων αγαθών και ξεχνά ή και αρνείται τον Θεό. Δεν καταφεύγει πλέον στην πρόνοια του Θεού και δε ζητά τη βοήθειά του. Στηρίζεται στη δική του δύναμη και στις ικανότητές του. Η διαγραφή του Θεού από τη ζωή μας επιφέρει την ολοκληρωτική υποδούλωση στα πάθη, τις αδυναμίες και στα υλικά πράγματα.

Αντίθετα με την κατάσταση του άγχους η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε είδους εξάρτηση, και του προσφέρει την «εν Χριστώ» ελευθερία. Ασφαλώς αυτό δεν καταργεί τη νόμιμη προσπάθεια του ανθρώπου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα της ζωής του, αλλά την τοποθετεί πάνω στη σωστή βάση της. Το πρώτο ζητούμενο είναι η βασιλεία του Θεού: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».

Η προσευχή των πιστών πρέπει να είναι μια διαρκής εκζήτηση της βασιλείας του Θεού, αυτό άλλωστε ζητούμε και στην Κυριακή Προσευχή: «ελθέτω η βασιλεία Σου» και όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν. Ο Θεός προνοεί για όλα τα δημιουργήματά του και με ιδιαίτερο τρόπο για το τέλειο δημιούργημά του τον άνθρωπο. Η αλήθεια αυτή είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, αφού σήμερα το άγχος είναι η κατεξοχήν αιτία των ψυχικών διαταραχών και άλλων ασθενειών των ανθρώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος πνίγεται μέσα στην προσπάθεια και την αγωνία για την απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών και ανέσεων. Βέβαια οι λόγοι του Ιησού Χριστού δεν πρέπει να παρανοηθούν. Δεν μας προτείνει σε καμία περίπτωση την παθητική στάση και αναμονή μια θαυματουργικής επίλυσης του προβλήματος της εξασφάλισης των απαραίτητων πραγμάτων της ζωής. Εξάλλου ακόμα και αυτά τα πουλιά καταβάλλουν τη δική τους προσπάθεια, εξέρχονται προς αναζήτηση της τροφής τους, χωρίς όμως να αγχώνονται. Άρα ο άνθρωπος οφείλει στη ζωή του και να εργάζεται και να προσπαθεί για τα απαραίτητα στοιχεία της καλής διαβίωσής του, χωρίς όμως αυτό να γίνεται αυτοσκοπός. Χωρίς αυτό να σημαίνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρική πρόνοια του Θεού. Το πρώτο και κορυφαίο μέλημα της ζωής του ανθρώπου είναι η σωτηρία της ψυχής και η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού.

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 3 Ιουλίου 2016 (τῶν Ἁγιορειτὼν Πατέρων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23
18 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδεν δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς. 19 καὶ λέγει αὐτοῖς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 20 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ. 21 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν· καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 22 οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 23 Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Δ´ 18 - 23
18 Ενώ δε περιπατούσε εις την παραλίαν της θαλάσσης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, τον Σιμωνα, τον οποίον αργότερα ο ίδιος ο Χριστός ωνόμασε Πετρον, και τον Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, οι οποίοι έριπταν το δίκτυον εις την θάλασσαν, διότι ήσαν ψαράδες· 19 και λέγει εις αυτούς· “ακολουθήσατέ με και εγώ θα σας κάμω ικανούς να ψαρεύετε και να προσελκύετε ανθρώπους εις την βασιλείαν των ουρανών με το δίκτυον του κυρήγματος”. 20 Αυτοί αμέσως εγκατέλειψαν τα δίκτυα και τον ηκολούθησαν. 21 Και προχωρήσας από εκεί είδε δύο άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβον τον υιόν του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννην τον αδελφόν αυτού να ετοιμάζουν μαζή με τον πατέρα των τον Ζεβεδαίον τα δίκτυά των μέσα στο πλοίον· και τους εκάλεσεν. 22 Αυτοί δε, χωρίς αναβολήν, άφησαν το πλοίον και τον πατέρα των και τον ηκολούθησαν. 23 Ο δε Ιησούς περιήρχετο τότε όλην την Γαλιλαίαν, εδίδασκεν εις τας συναγωγάς (όπου κάθε Σαββατον εμαζεύοντο οι Εβραίοι) εκήρυσσε το χαρμόσυνον άγγελμα της πνευματικής βασιλείας, που θα εγκαθίδρυε, και εθεράπευε κάθε ασθένειαν και κάθε σωματικήν αδυναμίαν μεταξύ του λαού.

Το Ιερό Κήρυγμα

Κυριακή Β’ Ματθαίου – Κλήση και ανταπόκριση

Άφησαν τα πάντα

Ο Κύριος περπατά στην ακρογιαλιά της Γαλιλαίας. Εκεί βλέπει δυο αδελφούς, τον Σίμωνα, τον οποίο κατόπιν ονόμασε Πέτρο, και τον Ανδρέα τον αδελφό του, οι οποίοι έριχναν δίχτυα στη λίμνη, διότι ήταν ψαράδες. Και τους λέει: Ακολουθήστε µε και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε αντί για ψάρια, ανθρώπους — αυτούς με τα πνευματικά δίχτυα του κηρύγματος θα ελκύετε στη Βασιλεία των ουρανών. Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα τους και Τον ακολούθησαν. Αφού προχώρησε πιο κει, είδε άλλους δυο αδελφούς, τον Ιάκωβο τον γυιό του Ζεβεδαίου και τον Ιωάννη τον αδελφό του, να ετοιμάζουν τα δίχτυα τους μέσα στο πλοίο μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο. Και τους κάλεσε κοντά του. Κι αυτοί αμέσως άφησαν το πλοίο και τον πατέρα τους και Τον ακολούθησαν.
Κι οι τέσσερις ψαράδες άφησαν αμέσως τα πάντα. Πόση προθυμία και αυταπάρνηση έδειξαν στην κλήση του Χριστού! Πόση πίστη και υπακοή! Δεν ανέβαλαν την απόφασή τους για άλλη φορά. Δεν ζήτησαν προθεσμία για να δώσουν κάποια απάντηση. Δεν σκέφθηκαν να πάνε πρώτα στα σπίτια τους και να συζητήσουν με τους δικούς τους. Άφησαν και τους γονείς τους και ό,τι άλλο είχαν. Τα πλοία και τα δίχτυα τους ήταν όλη τους η περιουσία. Και την αφήνουν. Μένουν χωρίς τίποτε. Αυτοί και ο Χριστός! Και Τον ακολουθούν. Και γίνονται μόνιμοι μαθητές του. Αποφασισμένοι να ακολουθήσουν τον Κύριο όπου τους καλέσει.
Εμείς άραγε δείχνουμε τέτοια αυταπάρνηση και προθυμία στο θέλημα του Θεού; Βέβαια ο Κύριος δεν κάνει σε όλους εμάς τέτοια μεγάλη ειδική κλήση, δεν ζητά από όλους εμάς να εγκαταλείψουμε τα πάντα και να Τον ακολουθήσουμε. Αλλά ζητά να εγκαταλείψουμε τα πάθη µας, το αμαρτωλό θέλημά µας. Και κάνει στον καθένα µας πολλές κλήσεις για μετάνοια, για αγιασμό, για τη σωτηρία µας. Μας καλεί με τη φωνή των Πνευματικών µας, της Αγίας Γραφής, των πνευματικών ανθρώπων, αλλά και με τη φωνή γεγονότων. Μας ζητά να κόψουμε κάποιο ελάττωμά µας, να καλλιεργήσουμε κάποια αρετή, να κάνουμε έργα αγάπης, να προσφέρουμε τα χαρίσματά µας στο έργο της Εκκλησίας του. Για παράδειγμα πηγαίνουμε στον Πνευματικό µας και µας δίνει οδηγίες πνευματικής ζωής. Τις αποδεχόμαστε χωρίς αντίρρηση και αντίδραση; Έχουμε την προθυμία να υπακούσουμε αμέσως και να αγωνισθούμε να διορθώσουμε την πορεία µας; Είναι φοβερό να µας καλεί ο ίδιος ο Θεός στο θέλημά του και εμείς να αρνούμαστε και να χάνουμε ευκαιρίες μετανοίας και αγιασμού. Ευκαιρίες που ίσως δεν θα µας δοθούν ποτέ άλλοτε. Ας μάθουμε λοιπόν να ανταποκρινόμαστε αμέσως στα κελεύσματα της φωνής του Κυρίου. Ξεπερνώντας κάθε εμπόδιο.

Η Βασιλεία του Θεού

Στη συνέχεια ο άγιος ευαγγελιστής Ματθαίος παρουσιάζει τη δημόσια δράση του Κυρίου στη Γαλιλαία. Λέει ότι ο Ιησούς περιόδευε τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις Συναγωγές, όπου κάθε Σάββατο μαζεύονταν οι Ιουδαίοι για να ακούσουν την ανάγνωση της Αγίας Γραφής και να προσευχηθούν. Θεράπευε τα πλήθη του λαού από κάθε είδους ασθένεια. Και κήρυττε το χαρμόσυνο άγγελμα της Βασιλείας του Θεού.
Ποια όμως είναι αυτή η Βασιλεία στην οποία καλούσε η Κύριος; Οι Ιουδαίοι ασφαλώς περίμεναν µία εγκόσμια ιουδαιοκεντρική βασιλεία εντελώς διαφορετική από αυτήν που κήρυττε ο Κύριος. Διότι ο Κύριος έγινε άνθρωπος για να εγκαθιδρύσει μιαν άλλη πνευματική, παγκόσμια Βασιλεία όχι σε κράτη και σε παλάτια, αλλά στις ψυχές των ανθρώπων. Η Βασιλεία του δεν είναι «ἐκ τοῦ κόσµου τούτου». Κι Αυτός δεν είναι Βασιλεύς κρατών αλλά καρδιών, που θα κατακτήσει τους ανθρώπους όχι με πολέμους αλλά με την αγάπη. Ο Κύριος λοιπόν καλεί σε μια Βασιλεία ασυγκρίτως ανώτερη απ’ αυτήν που περίμεναν οι Ιουδαίοι, μια Βασιλεία ατελεύτητη. Μια Βασιλεία που ξεκινάει από τη γη με την Εκκλησία του και θα συνεχιστεί στον ουρανό. Μια Βασιλεία στην οποία δεν θα κυριαρχεί το µίσος αλλά η αγάπη, δεν θα κυριαρχεί το σκοτάδι της απιστίας αλλά το φως της πίστεως. Μια Βασιλεία στην οποία κάθε πολίτης της θα απολαμβάνει από αυτή τη ζωή τη θεία Χάρη και πληρότητα και θα γεύεται τα υπερκόσμια αγαθά της.
Εμείς άραγε κατανοούμε τον πνευματικό αυτόν χαρακτήρα της Βασιλείας του Θεού; Ζούμε την εμπειρία της Βασιλείας αυτής; Βέβαια ανήκουμε στη Βασιλεία του Θεού, στην Εκκλησία του. Είμαστε βαπτισμένοι. Έχουμε μυρωθεί με το βασιλικό Χρίσμα. Εσωτερικά όμως; Η Βασιλεία του Θεού είναι «ἐντός ἡµῶν»; Τη ζούμε ως εμπειρία; Την προσδοκούμε ως το μεγαλύτερο όραμα της ζωής µας; Αν πραγματικά θέλουμε να ζούμε μέσα µας τη βασιλεία του Θεού, αν αναγνωρίζουμε τον Κύριό µας ως παντοτινό βασιλέα µας, θα πρέπει να Τον κάνουμε και κυβερνήτη της ζωής µας. Αυτός να κυβερνά τις αισθήσεις µας, τις σκέψεις µας, τα συναισθήματά µας, ολόκληρη τη ζωή µας. Να µη σέρνουμε τα πόδια µας στο χώμα κυριευμένοι από πάθη και αμαρτωλές επιθυμίες. Αλλά να ανεβαίνουμε διαρκώς ψηλότερα, προς τους ουρανούς, προς την άνω Ιερουσαλήμµ, προς τη Βασιλεία του Θεού.
Ο Σωτήρ, 1981