Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 28 Αυγούστου 2016. (Η Θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου νέου)



Κυριακὴ Ι' Ματθαίου (Θεραπεία τοῦ σεληνιαζομένου νέου)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΖ´ 14 - 23
14 Καὶ ἐλθόντων αὐτῶν πρὸς τὸν ὄχλον προσῆλθεν αὐτῷ ἄνθρωπος γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 15 Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 16 καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη! ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 18 καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης. 19 Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· Διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 20 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται· καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν. 21 τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ. 22 Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 23 καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΖ´ 14 - 23
14 Και όταν κατέβηκαν και ήλθαν προς το πλήθος, επλησίασεν αυτόν ένας άνθρωπος, που εγονάτισε εμπρός του με ευλάβειαν και είπε· 15 “Κυριε σπλαγχνίσου το παιδί μου, διότι σεληνιάζεται και ταλαιπωρείται πολύ φοβερά· διότι πολλές φορές πίπτει εις την φωτιά και πολλές φορές στο νερό. 16 Και έφερα αυτόν προς τους μαθητάς σου με την παράκλησιν να τον θεραπεύσουν και αυτοί δεν ημπόρεσαν να του χαρίσουν την θεραπείαν”. 17 Απεκρίθη δε ο Ιησούς και είπεν· “ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη από την κακίαν! Εως πότε θα είμαι μαζή σας; Εως πότε θα σας ανέχωμαι; Φερετε μου αυτόν εδώ”. 18 Και επέπληξεν ο Ιησούς το δαιμόνιον και εβγήκεν αυτό από το παιδί, το οποίον και εθεραπεύθη από την ώρα εκείνην. 19 Τοτε επλησίασαν οι μαθηταί τον Ιησούν ιδιαιτέρως και είπαν· “διατί ημείς δεν ημπορέσαμεν να διώξωμε αυτό το δαιμόνιον;” (Είπαν δε τούτο, διότι εις άλλας περιστάσεις είχαν εκδιώξει δαιμόνια). 20 Ο δε Ιησούς είπεν εις αυτούς· “ένεκα της απιστίας σας. Διότι σας διαβεβαιώνω, εάν έχετε πίστιν σαν το μικρό σπόρο του σιναπιού, θα πήτε στο βουνό τούτο· πήγαινε από εδώ εκεί και θα πάη και τίποτε δεν θα είναι για σας αδύνατον. 21 Μαθετε δε ότι αυτό το είδος των δαιμονίων δεν εκδιώκεται παρά με προσευχήν και νηστείαν”. 22 Ενώ δε περιήρχοντο εις την Γαλιλαίαν, είπε εις αυτούς ο Ιησούς· “ο Υιός του ανθρώπου μέλλει να παραδοθή εις τα χέρια μοχθηρών ανθρώπων 23 και θα τον θανατώσουν, και κατά την τρίτην ημέρα θα αναστηθή”. Και ελυπήθησαν παρά πολύ οι μαθηταί.

Το Ιερό Κήρυγμα




Η χαρά και ο πόνος

 Το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου που ακούσαμε σήμερα, συνέβη μετά την κάθο­δο του Χριστού από το όρος Θαβώρ, όπου μεταμορφώθηκε και έδειξε την δόξα της Θεότητάς Του στους τρεις Μαθητές που παρευρέθηκαν στο θαυμαστό αυτό γεγονός. Αυτό δείχνει την ιδιαίτερη σημασία του γεγονότος την οποία θα δούμε με το μικρό σχολιασμό που θα ακολουθήση.

Στο όρος Θαβώρ οι Μαθητές αξιώθηκαν να δουν την δόξα της θεότητος του Χριστού, άκουσαν την φωνή του Πατρός και είδαν την φωτεινή νεφέλη που τους επισκίασε. Πρόκειται για την δόξα της Αγίας Τριάδος, και ήταν η φανέρωση της Βασιλείας του Θεού. Διότι για μας τους Ορθοδόξους η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά η θέα και η μέθεξη της δόξης του Θεού. Συγχρόνως οι Μαθητές είδαν τους δύο Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, τον Μωϋσή και τον Ηλία να συνομιλούν με τον Χριστό. Τόσο πολύ ευφράνθησαν, ώστε σε κάποια στιγμή ο Απόστολος Πέτρος εξέφρασε την επιθυμία να παραμείνουν μονίμως εκεί, και να στήσουν τρεις σκηνές, για τον Χριστό και τους δύο Προφήτες, και αυτοί να παραμένουν εκεί για να βλέπουν την δόξα Του. Όλη αυτή η εικόνα, αλλά και η επιθυμία των Μαθητών, δείχνει τι θα είναι ο Παράδεισος, πως θα ζουν όσοι αξιωθούν να εισέλθουν στον Παράδεισο. Πρόκειται για μια διαρκή θεία Λειτουργία, μια συνε­χή θέα της δόξης του Τριαδικού Θεού.

Οι Μαθητές, μετά από αυτή την εμπειρική βίωση της Βασιλείας του Θεού, κατέρχονται από το όρος Θαβώρ και έρχονται αντιμέτωποι με μια φοβερή κατάσταση. Συναντούν έναν δαιμονισμένο νέο που βασανίζεται από τον διάβολο, έναν πατέρα να υποφέρη, να βασανίζεται και να ζητά βοή­θεια και συμπαράσταση, μια γενιά που είναι άπιστη και διεστραμμένη και τους Μαθητές Του που απορούσαν γιατί δεν είχαν την δύναμη να ελευθερώσουν τον νέο αυτόν από το δαιμόνιο.

Αυτές οι δύο εικόνες είναι αντίθετες μεταξύ τους. Στην μία βλέπει κανείς την χαρά και την ειρήνη της Βασιλείας του Θεού και στην άλλη βλέπει την τραγική κατάσταση της ανθρώπινης ζωής με τα προβλήματα και τις ταλαιπωρίες της και γενικά την κατάσταση της Κολάσεως. Αυτό δείχνει και την ιστορία της ανθρωπότητας. Ο άνθρωπος από τον Παράδεισο στον οποίο ζούσε αμέσως μετά την δημιουργία του, όπου απολάμβανε την δόξα του Θεού, εξαναγκάσθηκε να ζη στην κοιλάδα του κλαυθμώνος και των ταλαιπωριών, με τις αρρώστιες, τους δαιμονικούς πειρασμούς, τις στερήσεις, τους θανάτους και τα ποικίλα προβλήματα που δημιουργούν πόνο και οδύνη. Μόνον μέσα από την θέα της θαβωρίου δόξας μπορούμε να καταλάβουμε την τραγική κατάσταση στην οποία βρεθήκαμε μετά την πτώση μας και την απομάκρυνσή μας από τον Θεό του Φωτός και της δόξης. Αυτό δείχνει και το πως ελπίζουμε και πιστεύουμε να μεταμορφωθή το σώμα μας και να γίνη όμοιο με το σώμα του μεταμορφωθέντος Χριστού.

Αλλά αυτό το αισθανόμαστε και σε κάθε θεία Λειτουργία. Όταν προετοιμαζόμαστε κατάλληλα πριν την θεία Λειτουργία και όταν προσευχόμαστε με συγκεντρωμένο τον νου κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, αισθανόμαστε γαλήνη στην καρδιά, ειρήνη στους λογισμούς, ανάπαυση και πα­ρηγοριά σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τότε η καρδιά αισθάνεται την παρουσία του Θεού, αλλά αγαπούμε και τους συνανθρώπους μας με τους οποίους προσευχόμαστε και κοινωνούμε από το ίδιο Σώμα και Αίμα του Χριστού. Όταν, όμως, τελειώνη η θεία Λειτουργία και πηγαίνουμε στα σπίτια μας και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που υπάρχουν από τις αρρώστιες, τις περιφρονήσεις και την μοναξιά, από τα πάθη μας, τότε νοσταλγούμε ακόμη περισσότερο την ατμόσφαιρα της θείας Λειτουργίας και θέλουμε πάλι να εκκλησιασθούμε.

Στην ζωή μας εναλλάσονται οι ώρες της εμπειρίας του Θαβώρ και οι ώρες της εμπειρίας των διαφόρων δυσκολιών. Μακάρι το Θαβώρ, η Βασιλεία του Θεού, το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας να εμπνέουν και να προσανατολίζουν πάντοτε την ζωή μας.

† Ο Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου ΙΕΡΟΘΕΟΣ




Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 21 Αυγούστου 2016. (Ὁ Κύριος περιπατεῖ ἐπὶ τῆς θαλάσσης)



Κυριακὴ Θ' Ματθαίου (Ὁ Κύριος περιπατεῖ ἐπὶ τῆς θαλάσσης)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΔ´ 22 - 34
22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους. 23 καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ’ ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ. 24 τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος. 25 τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης. 26 καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν. 27 εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε. 28 ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα· 29 ὁ δὲ εἶπεν, Ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν. 30 βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με. 31 εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὀλιγόπιστε! εἰς τί ἐδίστασας; 32 καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος. 33 οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· Ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ. 34 Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΔ´ 22 - 34
22 Και αμέσως ο Ιησούς ηνάγκασε τους μαθητάς να εισέλθουν στο πλοίον και να πάνε προ αυτού στο απέναντι μέρος, μέχρις ότου αυτός απολύση τα πλήθη του λαού. (Τούτο δε το έκαμε δια να μη παρασυρθούν και οι μαθηταί από τον άκριτον ενθουσιασμόν των ανθρώπων αυτών, που ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλέα). 23 Αφού δε διέλυσε τα πλήθη, ανέβη στο όρος, δια να προσευχηθή μόνος και απερίσπαστος. Οταν δε άρχισε να νυκτώνη, ήτο μόνος. 24 Το δε πλοίον ευρίσκετο στο μέσον της θαλάσσης και εταλαιπωρείτο πολύ από τα κύματα, διότι ήτο αντίθετος ο άνεμος. 25 Κατά δε τα χαράματα, το τέταρτον τρίωρον της νυκτός, κατά τον χρόνον που η τετάρτη βάρδια των φρουρών ανελάμβανε υπηρεσίαν, ήλθεν ο Ιησούς προς τους μαθητάς περιπατών επάνω εις την θάλασσαν. 26 Οταν δε τον είδαν οι μαθηταί να περιπατή επάνω εις την θάλασσαν, εταράχθησαν και έλεγαν ότι είναι φάντασμα και από τον φόβον έκραξαν. 27 Αμέσως όμως ωμίλησεν ο Ιησούς προς αυτούς και τους είπε· “θάρρος, εγώ είμαι· μη φοβείσθε”. 28 Απεκρίθη δε εις αυτόν ο Πετρος και είπε· “Κυριε, εάν είσαι συ, διάταξέ με να έλθω προς σε περιπατών επάνω εις τα νερά”. 29 Ο δε Κυριος του είπε· “έλα”. Κατέβηκε ο Πετρος από το πλοίον και επεριπάτησε επάνω εις τα νερά, δια να έλθη στον Ιησούν. 30 Οταν όμως είδε τον άνεμον ισχυρόν, εφοβήθη, εκλονίσθη η πίστις του, ήρχισε να βυθίζεται και εφώναξε δυνατά λέγων· “Κυριε σώσε με”. 31 Αμεσως δε ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του, τον έπιασε και του είπε· ολιγόπιστε διατί εκλονίσθης εις την πίστιν και εδειλίασες;” 32 Οταν δε ανέβησαν στο πλοίον, έπαυσε ο άνεμος. 33 Οι μαθηταί, που ήσαν στο πλοίον, ήλθαν, εγονάτισαν με σεβασμόν προς αυτόν και είπαν· “αληθινά συ είσαι Υιός του Θεού”. 34 Και αφού διέσχισαν την θάλασσαν, ήλθαν εις την χώραν της Γεννησαρέτ.

Το Ιερό Κήρυγμα

Κυριακή Θ΄Ματθαίου. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Κυριακή Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. ιδ΄, 22-34)
Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστήν
ὁμιλία ν΄
  
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
α΄. Γιατὶ ἀνεβαίνει στὸ βουνό; Γιατὶ μᾶς διδάσκει, ὅτι εἶναι καλὴ ἡ ἐρημιὰ καὶ ἡ μοναξιὰ, ὅταν πρέπη νὰ προσευχηθοῦμε στὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ φεύγει ἀδιάκοπα στὶς ἐρημιὲς κι ἐκεῖ πολλὲς φορὲς περνᾶ τὴ νύχτα του  μὲ προσευχή.  Μᾶς διδάσκει νὰ  ἐπιδιώκωμε στὶς προσευχές μας τὴ γαλήνη ποὺ προσφέρει ἡ ὥρα κι ὁ τόπος. Μητέρα τῆς ἡσυχίας εἶναι ἡ ἔρημος, καὶ γαλήνη καὶ λιμάνι, μᾶς προφυλάγει ἀπὸ τοὺς θορύβους.

Γι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐκεῖνος ἔπαιρνε τὸ δρόμο τοῦ βουνοῦ. Καὶ οἱ μαθηταὶ ταλαπωροῦνται πάλι κι ὑπομένουν τρικυμία ὅπως καὶ προηγούμενα μόνο ποὺ τότε ἦταν μαζί τους στὸ πλοῖο, ἐνῶ τώρα εἶναι μόνοι τους. Ἤρεμα καὶ προσεκτικὰ τοὺς κοιτάζει καὶ τοὺς μεταφέρει στὰ ψηλότερα καὶ στὴν γνήσια ἀντιμετώπιση ὅλων. Γι’ αὐτὸ, ὅταν ἦταν νὰ κινδυνέψουν γιὰ πρώτη φορὰ ἦταν μαζί τους μόνο ποὺ κοιμόταν, ὥστε νὰ τοὺς βοηθήσει ἀμέσως.  Τώρα ὅμως δὲν τὸ κάνει αὐτό, ἐπειδὴ θέλει νὰ τοὺς ὁδηγήση σὲ ἀνώτερη ὑπομονή.  Ἀλλὰ φεύγει και ἐπιτρέπει στὴ μέση τῆς θάλασσας νὰ σηκωθῆ ἡ τρικυμία,  ὥστε ἀπὸ πουθενὰ νὰ μὴν περιμένουν ἐλπίδα σωτηρίας καὶ τοὺς ἀφήνει ὅλη τὴ νύχτα νὰ ταλαιπωροῦνται, ξυπνῶντας τὴν καρδιὰ τους ἀπὸ τὸ λήθαργό της.  Λήθαργος εἶναι ὁ φόβος ποὺ προκαλεῖ ἡ τρικυμία καὶ ἡ δύσκολη περίσταση.  Μαζὶ μὲ τὸ ξύπνημα τοὺς κάνει νὰ ἐπιθυμήσουν περισσότερο τὴν παρουσία του καὶ νὰ τὸν θυμοῦνται ἀδιάκοπα. Γι’ αὐτὸ δὲν ἦρθε ἀμέσως κοντά τους. Τὴν τετάρτη  φυλακὴ τῆς νύκτας, λέει ὁ Εὐαγγελιστής, πῆγε σ’ αὐτοὺς περπατῶντας πάνω στὴ θάλσασσα. Ἤθελε νὰ τοὺς διδάξη νὰ μὴ ζητοῦν ἄμεση λύση τῶν δεινῶν τους ἀλλὰ νὰ ὑπομένουν  μὲ γενναιότητα ὅ,τι τοὺς τύχαινε.  Καὶ ἀκριβῶς ὅταν τοὺς γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα ὅτι θ’ ἀπαλλαγοῦν, τότε δυνάμωσε πάλι ὁ φόβος. Ὅταν τὸν εἶδαν οἱ μαθηταὶ νὰ περπατᾶ πάνω στὴ θάλασσα ταράχτηκαν, λέγοντας πὼς εἶναι φάντασμα κι ἔβαλαν κραυγὴ ἀπὸ τὸ φόβο τους. Πάντοτε κάνει τὸ ἴδιο. Ὅταν  εἶναι νὰ διαλύση δεινά, προσθέτει ἄλλα βαρύτερα καὶ πιὸ φοβερά. Αὐτὸ ἔγινε καὶ τότε.  Μαζὶ μὲ τὸ χειμῶνα τοὺς ἐτάραξε καὶ τὸ θέαμα ὄχι λιγώτερο ἀπὸ τὸ χειμῶνα. Γι’ αὐτὸ οὔτε τὸ σκοτάδι διέλυσε οὔτε φανέρωσε ἀμέσως τὸν ἑαυτό Του. Τοῦ γύμναζε, ὅπως εἶπα,  μὲ τὴ συνέχεα τῶν φόβων καὶ τοὺς ἐδίδασκε νὰ εἶναι καρτερικοί. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ στὴ περίπτωση τοῦ Ἰώβ, ὅταν ἦταν νὰ σταματήση τὸν πειρασμό. Τότε ἐπέτρεψε νὰ ρθοῦν   τὰ χειρότερα. Δὲν ἐννοῶ τὸ θάνατο τῶν παιδιῶν ἤ τὰ λόγια τῆς γυναίκας του ἀλλὰ τὶς βρισιὲς τῶν δούλων καὶ τῶν φίλων του. Κι ὅταν ἦταν νὰ ἁρπάξη τὸν Ἰακώβ ἀπὸ τὴ ταλαιπωρία του στὴν ξένη χώρα, τότε ἄφησε νὰ δημιουγηθῆ καὶ νὰ γίνη μεγαλύτερη ταραχή. Γιατὶ κι ὁ προστάτης του τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἀπειλοῦσε μὲ θάνατο, κι ὅταν ὕ   στερ’ ἀπ’ αὐτὸν ἦταν νὰ τὸν διαδεχθῆ ὁ ἀδελφός του, τὸν ἀπείλησε μὲ τὸν μεγαλύτερο κίνδυνο. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸ καὶ μακροχρόνιος καὶ ἔντονος νὰ εἶναι ὁ πειρασμός. Ἐπιτείνει ὁ Θεὸς τὶς δοκιμασίες τῶν δικαίων, ὅταν πλησιάζη ἡ ἔκβαση τοῦ ἀγῶνα τους, θέλοντας νὰ τοὺς  προσπορίση περισσότερο κέρδος. Τὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ στὸν Ἀβραάμ, ὁρίζοντάς του τελευταῖον ἆθλο τὴ θυσία τοῦ παιδιοῦ του. Ἔτσι μπορεῖ νὰ ὑποφέρει κανένας τὰ ἀνυπόφορα ὅταν ἔρχωνται στὸ τέλος κι ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπ’ αὐτὰ εἶναι κοντά. Αὐτὸ λοιπὸν ἔκαμε καὶ τότε καὶ δὲ φανέρωσε πρωτύτερα ὁ Χριστὸς τὸν ἑαυτό του, ὥσπου ἔβαλαν κραυγή. Ὅσο περισσότερο ἐπιτεινόταν ἡ ἀγωνία τους, τόσο μὲ χαρὰ μεγαλύτερη δέχτηκαν τὴν παρουσία του. Ἔπειτα, ὅταν ἐφώναζαν, λέει, Ἀμέσως τοὺς μίλησε ὁ Χριστός, «Θάρρος. Ἐγὼ εἶμαι. Μὴ φοβᾶστε». Αὑτὸς ὁ λόγος ἔδιωξε τὸν φόβο τους καὶ τοὺς ἔκαμε ν’ ἀναθαρρήσουν. Ἐπειδὴ μὲ τὰ μάτια τους δὲν τὸν καταλάβαιναν ἀπ’ τὸ παράδοξο βάδισμα καὶ τὴ δύσκολη στιγμή, φανερώνεται ἀπὸ τὴ φωνή. Κι ὁ Πέτρος, ὁ  ζωηρὸς σὲ ὅλα καὶ πιὸ βιαστικὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν κρατιέται· Ἄν εἶσαι σύ, Κύριε,   πρόσταξε με νἀθρῶ κοντά σου πάνω στὸ νερό. Δὲν εἶπε προσευχήσου καὶ παρακάλεσε ἀλλὰ πρόσταξέ με. Βλέπετε ζωηρότητα καὶ πίστη; Μ’ ὅλο ποὺ σὲ πολλὰ αὐτὴ τὸν κάμει νὰ κινδυνεύη, γιατὶ ζητᾶ πέρα ἀπ’ τὸ μέτρο. Κι ἐδῶ πολὺ μεγάλο ζήτησε, μόνο ἀπὸ ἀγάπη, ὄχι γιὰ ἐπίδειξη.  Δὲν εἶπε πρόσταξε με νὰ βαδίσω στὰ νερὰ, ἀλλὰ πρόσταξε με νἀρθῶ κοντά σου. Κανένας δὲν ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπ’ αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ· τ ὸ ἴδιο ἔκαμε καὶ  μετὰ τὴν ἀνάσταση.  Δὲν κρατήθηκε  νἀρθῆ μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ ἔτρεξε πρῶτος. Καὶ δὲ δείχνει τὴν ἀγάπη μόνο παρὰ καὶ τὴν πίστη.  Γιατὶ δὲν πίστεψε μονάχα ὅτι μπορεῖ ὁ Χριστὸς νὰ περπατᾶ πάνω στὴ θάλασσα   ἀλλὰ ὅτι μπορεῖ καὶ σ’ ἄλλους νὰ δώση αὐτὴ τὴ δύναμη καὶ θέλει ἀμέσως νὰ βρεθῆ κοντά του. Ἐκεῖνος τοῦ εἶπε, ἔλα. Κατέβηκε τότε ὁ Πέτρος ἀπὸ τὸ πλοῖο, περπάτησε πάνω στὸ νερὸ καὶ πῆγε πρὸς τὸν Ἰησοῦ. Βλέποντας ὅμως ἰσχυρὸ τὸν ἀέρα, φοβήθηκε κι ὅταν ἄρχισε νὰ βουλιάζη, ἔβγαλε δυνατὴ κραυγή· Κύριε σῶσε με.  Ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι του καὶ τὸν ἔπιασε.  Γιατὶ δίστασες, ὀλιγόπιστε; Αὐτὸ εἶναι πιὸ παράδοξο ἀπὸ τὸ πρῶτο.  Γι’ αὐτὸ γίνεται δεύτερο. Ὅταν  ἔδειξε πὼς εἶναι  Κύριος τῆς θάλασσας, τότε ὁδηγεῖ  καὶ στὸ μεγαλύτερο θαῦμα.  Τότε μόνο  τοὺς ἀνέμους ἐπιτίμησε τώρα καὶ ὁ ἴδιος βαδίζει καὶ σ’ ἄλλον δίνει τὴ δύναμη νὰ κάνη τὸ ἴδιο. Ἄν αὐτὸ πρόσταζε  νὰ γίνη   ἀπὸ τὴν ἀρχή, ὁ Πέτρος δὲ θὰ τὸ δεχόταν ὅμοια, γιατὶ δὲν εἶχε ἀ ποκτήσει ἀκόμα τόση πίστη.
β.Γιὰ ποιὸ λόγο τὸ ἐπέτρεψε ὁ Χριστὸς;  Ἄν τοῦ ἔλεγε, Δὲν μπορεῖς, μπορεῖ νὰ ἔφερνε ἀντίρρηση, ἐπειδὴ  ἦταν ζωηρός. Γι’ αὐτὸ ἀφήνει νὰ πεισθῆ ἀπὸ τὰ πράγματα, γιὰ νὰ γίνη φρονιμώτερος στὸ μέλλον. Οὔτε ἔτσι δὲ σταματᾶ.  Κατεβαίνει καὶ παραδίδεται στὸν κλυδωνισμό·  δοκίμασε φόβο·  τὸν κλυδωνισμὸ τὸν προξένησε ἡ τρικυμία,  τὸ φόβο ὁ ἄνεμος.  Ὁ Ἰωάννης γράφει ὅτι Ἤθελαν νὰ τὸν πάρουν στὸ πλοῖο κι ἀμέσως τὸ πλοῖο προσέγγισε στὴ γῆ, ὅποῦ κατευθύνονταν.  Καὶ λέει τὸ ἴδιο ἀκριβῶς. Ὥστε ἐνῶ ἦταν νὰ βγοῦνε στὴ γῆ, μπῆκε στὸ πλοῖο.  Κατέβηκε λοιπὸν ἀπὸ τὸ πλοῖο καὶ πήγαινε σ’ ἐκεῖνον.  Δὲ χαιρόταν τόσο, ποὺ περαπατοῦσε πάνω στὰ νερά, ὅσο γιατὶ πήγαινε κοντὰ σ’ ἐκεῖνον.  Κι ἐνῶ νίκησε τὸ μεγαλύτερο, κακοπαθεῖ ἀπὸ τὸ λιγώτερο, τὴν ὁρμὴ τοῦ ἀνέμου, ὄχι τῆς θάλσσας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνθρώπινη φύση·  πολλὲς φορὲς πετυχαίνει τὰ μεγάλα, ἐνῶ ἀποτυχαίνει στὰ μικρά.
Ὅ,τι ἔπαθε ὁ Ἠλίας μὲ τὴν Ἰεζάβελ, ὅτι ὁ Μωϋσῆς μὲ τὸν Αἰγύπτιο κι ὁ Δαυΐδ μὲ τὴ Βηρσαβεέ. Ἔτσι κι αὐτός. Ἐνῶ ὁ φόβος ἦταν ἀκόμα στὸ κορύφωμά του, ἔκαμε θάρρος νὰ περπατήση στὰ νερά.  Στὸ φύσημα ὅμως τοῦ ἀνέμου δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ σταθῆ, καὶ μάλιστα ἐνῶ ἦταν κοντὰ   στὸ Χριστό.  Ἀπ’ αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν ὠφελεῖ   νὰ εἶσαι κοντὰ  στὸ Χριστὸ ἄν δὲν πιστεύης. Αὑτὸ καὶ τὴν ἀπόσταση τοῦ Δασκάλου δείχνει ἀπὸ τὸ μαθητὴ καὶ ἡσύχασε καὶ τοὺς ἄλλους. Γιατὶ ἄν θύμωσαν μὲ τοὺς δύο ἀδελφούς, πολὺ περισσότερο θὰ θύμωναν ἐδῶ. Δὲν εἶχαν ἀκόμα ἀξιωθῆ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἔπειτα ἄλλαξαν.  Παντοῦ  παραχωροῦν τὰ πρωτεῖα στὸν Πέτρο    καὶ στὶς ὁμιλίες πρὸς τὸ λαὸ αὐτὸν βάζουν μπροστά,   ἄν καὶ ἦταν τραχύτερος ἀπὸ τοὺς ἄλλους.  Γιατὶ τώρα δὲν πρόσταξε τοὺς ἀνέμους  νὰ σταματήσουν, ἀλλὰ ἅπλωσε ὁ ἴδιος τὸ χέρι καὶ τὸν ἔπιασε; Γιατὶ ἦταν ἀνάγκη νὰ πιστέψη ἐκεῖνος. Ὅταν  ὑστεροῦμε  ἐμεῖς, ἀδρανεῖ  ὁ Θεός.  Δείχνοντας ὅ τι τὴ μεταβολὴ δὲν τὴν ἔκαμε τὸ φύσημα τοῦ ἀνέμου ἀλλὰ ἡ ὀλιγοπιστία του, τοῦ λέει·  Γιατὶ δίστασες, ὀλιγόπιστε; Ὥστε ἄν δὲν ἀσθενοῦσε ἡ πίστη, θ’ ἀντιστεκόταν \εὔκολα καὶ  στὸν ἄνεμο. Γι’ αὐτὸ κιόλα    τὸν πιάνει  ἀπ’ τὸ χέρι κι ἀφήνει  νὰ φυσᾶ, δείχνοντας ὅτι σὲ τίποτα αὐτὸ δὲν ἐμποδίζει, ὅταν ἡ πίστη εἶναι σταθερή.  Καὶ ὅπως τὸ  μικρὸ πουλί, ποὺ βγαίνει μιὰ στιγμὴ ἀπ’ τὴ φωλιὰ κι εἶναι νὰ γκρεμιστῆ, τὸ ἁρπάζη ἡ μάννα του στὰ φτερά της καὶ τὸ φέρνει  στὴ φωλιὰ πάλι, ἔτσι ἔκαμε κι ὁ Χριστός. Ὅταν μπῆκαν στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος. Πρὶν ἀπὸ τοῦτο ρωτοῦσαν ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ποὺ τὸν ἀκοῦν οἱ ἄνεμοι κι ἡ θάλασσα.  Τὼρα δὲ λένε ἔτσι.  Αὐτοὶ ποὺ ἦσαν στὸ πλοῖο ἦρθαν καὶ τὸν προσκύνησαν, γράφει, καὶ τοῦ εἶπαν·  Εἶναι ἀληθινὰ γιὸς τοῦ Θεοῦ.  Βλέπετε πῶς βαθμιαῖα τοὺς ἀνέβασε ὅλους ψηλότερα;  Κι ἀπὸ τὸ βάδισμα πάνω στὴ θάλασσα κι ἀπὸ τὴ διαταγὴ του σὲ ἄλλον νὰ κάμη τὸ ἴδιο, κι ἀπὸ  τὴ διάσωση ἐκείνου ποὺ κινδύνευε, πολλὴ πίστη προξενήθηκε.  Τότε ἐπετίμησε τὴ θάλασσα·  τώρα δὲν τὴν ἐπιτιμᾶ·  μὲ ἄλλον τρόπο ἀνώτερο δείχνει τὴ δύναμή του.  Γι αὐτὸ κι ἔλεγαν.  Εἶσαι ἀληθινὰ Γιὸς τοῦ Θεοῦ.  Μήπως τοὺς ἐμάλλωσε ἐπειδὴ τὸ εἶπαν αὐτὸ;  Ἀντίθετα, ἐπιβεβαίωσε τὸ λόγο, θεραπεύοντας μὲ μεγαλύτερη ἐξουσία, κι ὄχι ὅπως πρῶτα, ὅσους πλησιάζουν.  Πέρασαν ἀπέναντι λέει ὁ Εὐαγγελιστής, κι ἦρθαν στὴν Γεννησαρέτ.  Καὶ ὅταν τὸν κατάλαβαν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἔστειλαν σ’ ὅλη τὴν περιοχὴ καὶ τοῦ ἔφεραν  ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς καὶ παρακαλοῦσαν ν’ ἀγγίσουν τὴν ἄκρη τοῦ ρούχου του.  Κι ὅσοι ἄγγισαν σώθηκαν.  Οὔτε τὸν πλησίαζαν ὅπως προηγούμενα.  Δὲν τὸν τραβοῦσαν στὰ σπίτια τους,  οὔτε ζητοῦσαν ν’ ἀγγίζουν τὸ χέρι του ἤ  μὲ τὸ λόγο του νὰ διατάζη.  Ἀλλὰ ζητοῦσαν τὴ θεραπεία μὲ τρόπο ἀνώτερο πνευματικώτερο καὶ μὲ περισσότερη   πίστη.  Τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν δίδαξε ἡ γυναίκα   μὲ τὴν αἱμορραγία καὶ θέλοντας ὁ Εὐαγγελιστὴς νὰ δείξη ὅτι εἶχε ἔρθει στὰ μέρη αὐτὰ ἔπειτα ἀπὸ πολὺν καιρὸ, μᾶς λέει ὅτι  Μόλις πῆραν εἴδηση  οἱ κάτοικοι τῆς περοιχῆς  ἔστειλαν γύρω καὶ τοῦ ἔφεραν ὅλους τοὺς ἄρρωστους.  Ὁ καιρὸς ὅμως ὄχι μόνο τὴν πίστη δὲν ἔσβησε, ἀλλὰ  καὶ μεγαλύτερη τὴν ἔκαμε καὶ τὴ διατήρησε.  Ἄς ἀγγίσωμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τὴν ἄκρη τοῦ ρούχου του.  Ἄς μὴ ξεχνοῦμε καλύτερα, ὅτι τὸν ἔχομε ὅλον στὴ διάθεσή μας.  Ἰδοὺ καὶ τὸ σῶμα του ἐδῶ ἐμπρός μας. Ὄχι μονάχα τὸ ροῦχο, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα του.  Καὶ ὄχι μόνο γιὰ νὰ τὸν ἀγγίσωμε ἀλλὰ  καὶ νὰ φᾶμε καὶ νὰ τὸν πάρωμε μέσα μας.  Ἄς πλησιάσωμε λοιπὸν μὲ πίστη, καθένας ποὺ ἔχει ἀσθένεια.  Ἄν αὐτοὶ ποὺ ἄγγισαν τὸ ροῦχο, ἄντλησαν τόση δύναμη, πόσο περισσότερη θὰ πάρουν αὐτοὶ ποὺ τὸν κατέχουν ὁλόκληρο;  Καὶ δὲν ἐνδιαφέρει μόνο τὸ νὰ λάβωμε ἀλλὰ καὶ τὸ νὰ προσέλθωμε μὲ πίστη καὶ νὰ τὸν ἀγγίσωμε μὲ καθαρὴ καρδιά, νὰ αἰσθανθοῦμε ἔτσι, ἀφοῦ θὰ δεχθοῦμε μὲ τὸν ἴδιο τὸ Χριστό. Δὲν ἀκοῦτε τὴ φωνὴ, ἀλλὰ τὸν βλέπετε νὰ κοίτεται  μπροστὰ μας.  Ἀλλὰ καὶ τὴ φωνὴ του ἀκοῦτε μιλάει μὲ  τὸ στόμα τῶν εὐαγγελιστῶν.
γ΄ Πιστέψετε λοιπόν, ὅτι καὶ τώρα εἶναι ἐκεῖνο τὸ δεῖπνο, ὅπου  κι ὁ ἴδιος εἶχε λάβει μέρος.  Σὲ τίποτα δὲν διαφέρει τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο.  Δὲν κάμει τοῦτο ἄνθρωπος κι ἐκεῖνο ὁ ἴδιος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος καὶ τὰ δύο.  Ὅταν  βλέπετε λοιπὸν τὸν ἱερέα νὰ σᾶς κοινωνῆ, μὴ νομίζετε ὅτι εἶναι ὁ ἱερεύς, ἀλλὰ  ὅτι ἁπλώνεται τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ.  Κι ὅταν ὁ ἱερεὺς σὲ βαπτίζει, ὁ Θεὸς  μὲ τὴν ἀόρατη δύναμή του εἶναι ποὺ σοῦ  κρατάει τὸ κεφάλι καὶ μήτε  ἄγγελος  μήτε  ἀρχάγγελος μήτε  κανένας ἄλλος τολμᾶ νὰ πλησιάση καὶ ν’ ἀγγίση.  Ἔτσι καὶ τώρα. Ὅταν σὲ ἀναγεννᾶ ὁ Θεός,  εἶναι δικὴ του δωρεά.  Κοιτάξετε αὐτοὺς ποὺ υἱοθετοῦν ἐδῶ,  πῶς δὲν ἀναθέτουν σὲ δούλους τους ἀλλὰ παρουσιάζονται οἱ ἴδιοι στὸ δικαστήριο.  Ἵδια κι ὁ Θεὸς δὲν ἀναθέτει στοὺς ἀγγέλους νὰ κάνουν τὸ δῶρο.  Εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος καὶ προστάζει· Μὴ φωνάξετε πατέρα πάνω στὴ γῆ. Δὲν τὸ λέει γιὰ νὰ προσβάλωμε ἐκείνους ποὺ μᾶς   γέννησαν ἀλλὰ γιὰ νὰ δώσωμε τὴν πρώτη θέση ἀπ’ ὅλους ἐκείνους σ’ αὐτὸν ποὺ μᾶς   ἔπλασε καὶ μᾶς ἔγραψε παιδιά του. Αὐτὸς μᾶς μᾶς ἔδωσε μεγαλύτερο δῶρο, ἀφοῦ μᾶς παράθεσε τὸν ἑαυτό του, πολὺ περισσότερο δὲ θὰ μᾶς θεωρήση ἀνάξιους νὰ μᾶς μοιράση τὸ σῶμα του. Ἄς ἀκούσωμε λοιπὸν ὅλοι, ἱερεῖς καὶ λαὸς, γιὰ ποιὸ πρᾶγμα κριθήκαμε ἄξιοι. Ἄς ἀκούσωμε κι ἄς φρίξωμε.  Μᾶς ἔκαμε τὸ δῶρο νὰ χορτασθοῦμε ἀπὸ τὶς ἅγιες σάρκες του, ἐθυσίασε γιὰ μᾶς τὸν ἑαυτό του καὶ μᾶς τὸν παραθέτει. Ποιὰ θὰ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀπολογία μας, ὅταν, μὲ τέτοια τροφή, κάνουμε τέτοιες ἁμαρτίες; Ὅταν τρῶμε τὸ ἀρνίο καὶ γινόμαστε λυκοι, ὅταν τρεφώμαστε μὲ πρόβατο κι ἁπράζωμε ὅπως τὰ λεοντάρια; Τὸ μυστήριο τῆς Θ. κοινωνίας ἀπαιτεῖ ν’ ἀπέχωμε παντοντινὰ ὄχι μόνο ἀπὸ ἁρπαγὲς ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸ ἁπλὸ μῖσος.  Τοῦτο εἶναι τὸ μυστήριο τῆς εἰρήνης. Δὲν ἐπιτρέπει νὰ διεκδικοῦμε ὑλικὰ πράγματα.  Γιατὶ ἄν ὀ ἴδιος δὲ λυπήθηκε τὸν ἑαυτὸ του γιὰ χάρη μας, γιὰ ποιὰ τιμωρία θὰ εἴμαστε ἄξιοι ἐμεῖς νὰ λογαριάζωμε τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ λογαριάζωμε τὴν ψυχὴ μας, ποὺ γιὰ χάρη της ἐκεῖνος δὲ λογάριασε τὸν ἑαυτό του; Καὶ στοὺς Ἰουδαίους ἔδωσε μὲ τὶς ἐορτὲς εὐκαιρίες νὰ θυμοῦνται κάθε χρόνο τὶς εὐεργεσίες του, σ’ ἐμᾶς μὲ τοῦτα τὰ μυστήρια ἔδωσε εὐκαιρία καθημερινή. Μὴ ντρέπεσαι λοιπὸν γιὰ τὸ σταυρό. Αὐτὰ εἶναι δικά μας σεμνώματα, αὐτὰ τὰ μυστήρια τὰ  δικὰ μας  Αὐτὸ εἶναι τὸ κόσμημα, ποὺ το στολιζόμαστε. Κι ἄν πῶ ὅτι τέντωσε τὸν οὐρανό, ὅτι ἅπλωσε τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα, πὼς ἔστειλε προφῆτες κι ἀγγέλους, κανένα δὲν εἶναι ἴσο μ’ ἐκεῖνο. Ἡ κορωνίδα τῶν ἀγαθῶν εἶναι αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπολόγισε τὸν Γιό του, γιὰ σώση τοὺς δούλους ποὺ ἀποξενώθηκαν ἀπ’ αὐτόν. Κανένας Ἰούδας, λοιπὸν καὶ κανένας Σίμωνας ἄς μὴν πλησιάση σ’ αὐτὸ τὸ τραπέζι: κι οἱ δὺο χάθηκαν ἀπὸ τὴ φιλαργυρία τους. Ἄς ἀποφύγωμε αὐτὸ τὸ βάραθρο κι ἄς μὴ νομίζωμε ὅτι μᾶς φτάνει γιὰ τὴ σωτηρία μας ἀφοῦ γδύσωμε τὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανά , ποτήριο ἀπὸ χρυσὸ καὶ ἀδαμαντοποίκλιτο νὰ προσφέρωμε στὴν τράπεζα. Ἄν θέλωμε  νὰ τιμήσωμε τὴ θυσία, ἄς προσφέρωμε τὴν ψυχή μας ποὺ γι’ αὐτὴν θυσιάστηκε. Αὐτὴ νὰ κάμωμε χρυσῆ. Ἄν αὐτὴ μένει χειρότερη ἀπὸ κόκκαλο καὶ μολύβι κι εἶναι μόνο τὸ σκεῦος χρυσό, ποιὸ τὸ ὄφελος; Ἄς μὴ προσέχωμε λοιπὸν αὐτὸ μονάχα, πὼς νὰ προσφέρωμε σκεύη χρυσᾶ ἀλλὰ καὶ νὰ προέρχωνται ἀπὸ δίκαιους κόπους. Τότε εἶναι πολυτιμότερα ἀπὸ τὰ χρυσᾶ, ὅταν δὲν ἔχουν πλεονεξία. Δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία χρυσοχοεῖο οὔτε ἀργυροκοπεῖο, ἀλλὰ σύναξη ἀγγέλων. Γι’ αὐτὸ ἔχομε ἀνάγκη ἀπὸ ψυχές. Γιὰ χάρη τῶν ψυχῶν δέχεται ὅλα αὐτὰ ὁ Θεός. Δὲν ἦταν τότε ἐκεῖνο τὸ τραπέζι ἀπὸ ἀσήμι οὔτε τὸ ποτήρι ἀπὸ χρυσό, ποὺ μ’ ἐκεῖνο ἔδωσε ὁ Χριστὸς στοὺς μαθητὰς του τὸ αἷμα του. Ἦσαν ὅλα ἐκεῖνα ἀκριβὰ καὶ φρικτὰ, γιατὶ ἦσαν γεμᾶτα ἀπὸ πνεῦμα. Θέλεις νὰ τιμήσης τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Μὴν τὸ περιφρονήσης γυμνό. Μήτε νὰ τὸν τιμᾶς ἐδῶ μὲ ροῦχα μεταξωτὰ καὶ ν’ ἀδιαφορήσης, ὅταν τὸν βλέπης νὰ πεθαίνη ἔξω ἀπὸ τὴν παγωνιὰ καὶ τὴ γύμνια. Ὁ ἴδιος ποὺ εἶπε Αὐτὸ εἶναι τὸ σῶμα μου, καὶ τὸ ἐπιβεβαίωσε μὲ τὸ λόγο του, εἶπε καὶ τὸ ἄλλο· Μὲ εἴδατε πεινασμένο καὶ δὲ μοῦ δώσαστε φαγητό. Καὶ ἀκόμα. Ἀφοῦ δὲν τὸ ἐπράξατε σ’ ἕναν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀσήμαντους, δὲν τὸ ἐπράξατε οὔτε σ’ ἐμένα. Αὐτὸ δὲν χρειάζεται ροῦχα, ἀλλὰ καθαρὴ ψυχή. Ἐκεῖνο ὅμως χρειάζεται πολλὴ φροντίδα. Ἄς μάθωμε λοιπὸν νὰ ζοῦμε πνευματικὰ καὶ νὰ τιμοῦμε τὸ Χριστό, ὅπως ἐκεῖνος θέλει. Γιατὶ ἡ πιὸ εὐχάριστη τιμὴ γιὰ τὸν τιμώμενο εἶναι αὐτὴ ποὺ ὁ ἴδιος θέλει, ὄχι αὐτὴ ποὺ ἐμεῖς νομίζομε. Κι ὁ Πέτρος ἀπέδειξε ὅτι τὸν τιμοῦσε ἐμποδίζοντάς τον νὰ τοῦ πλύνη τὰ πόδια· αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὅμως ἦταν ἀντίθετο τῆς τιμῆς.  Κι ἐσὺ νὰ τὸν τιμᾶς μὲ τὴν τιμή, ποὺ ὁ ἴδιος ὥρισε· ξοδεύοντας τὸν πλοῦτο σου στοὺς φτωχούς. Δὲν ἔχει ὁ Θεός ἀνάγκη ἀπὸ χρυσᾶ σκεύη ἀλλὰ ἀπὸ ψυχὲς χρυσές.
δ΄. Δὲ θέλω νὰ ἐμποδίσω νὰ κατασκευάζωνται πολύτιμα ἀφιερώματα. Θεωρῶ ὅμως ὅτι μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ πρὶν ἀπ’ αὐτὰ ἀξίζει νὰ ἀσκοῦμε τὴν ἐλεημοσύνη. Κι αὐτὰ τὰ δέχεται, περισσότερο ὅπως ἐκείνη. Σ’ αὐτὰ ὠφελεῖται μόνο αὐτὸς ποὺ προσφέρει, σ’ ἐκείνην ὅμως κι αὐτὸς ποὺ δέχεται. Ἐδῶ μπορεῖ νὰ νομιστῆ τὸ πρᾶγμα σὰν ἀφορμὴ   φιλοδοξίας, ἐνῶ ἐκεῖ ὅλα εἶναι ἐλεημοσύνη καὶ φιλανθρωπία.  Ποιὸ τὸ ὄφελος νὰ εἶναι γεμάτη ἡ τράπεζά του ἀπὸ χρυσὰ ποτήρια κι ὁ ἴδιος νὰ πεθαίνει τῆς πείνας; Χόρτασε πρῶτα τὴν πεῖνα του καὶ τότε ὡς ἐκ περισσοῦ στόλισε καὶ τὴν τράπεζά του. Ἀφιερώνεις χρυσὸ ποτῆρι καὶ δὲν προσφέρης ἕνα ποτήρι νερό; Τί ὠφελεῖσαι; Κάμει χρυσοκέντητα σκεπάσματα τῆς τράπεζας καὶ δὲν δίνεις στὸν ἴδιο μέρος ἀπαραίτητο γιὰ κατάλυμα, τί κερδίζεις ἀπ’ αὐτό; Πέστε μου. Ἄν βλέπαμε κάποιον ποῦ στερεῖται τὴν ἀπαραίτητη τροφὴ καὶ ἀφίνοντάς τον νὰ εὔρη τρόπο νὰ ὑπερνικήση τὴ πείνα του, ἐμεῖς ντύναμε μονάχα μὲ ἀσήμι τὸ τραπέζι του, ἆραγε θὰ μᾶς ἀναγνώριζε τὴ χάρη καὶ δὲ θὰ δοκίμαζε μεγαλύτερη ἀγανάκτηση; Κι ἄν τὸν ἐβλέπαμε ντυμένο μὲ κουρέλια καὶ τὸ κρύο νὰ τὸν παγώνη καὶ ἀντὶ νὰ τοῦ δώσωμε ροῦχα τοῦ φτιάχνομαι χρυσοὺς κίονες λέγοντας ὅτι τὸ κάνομε γιὰ νὰ τὸν τιμήσωμε δὲ θὰ ἰσχυριζόταν ὅτι τὸν εἰρωνευόμαστε καὶ δὲ θὰ θεωροῦσε τὸ πρᾶγμα ἔσχατη ὕβρη; Σκέψου το αὐτὸ καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν γυρίζη πλάνης καὶ ξένος, ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ στέγη, κι ἐσὺ ἀντὶ νὰ τὸν ὑποδεχτῆς στολίζης τὰ πατώματα καὶ τοὺς τοίχους καὶ τὰ κιονόκρανα καὶ κρεμᾶς ἁλυσιδες ἀπὸ λαμπάδες ἀσημένιες καὶ καθόλου δὲ θέλης νὰ κοιτάξης τὸν ἴδιο ποὺ εἶναι ἁλυσοδεμένος στὸ δεσμωτήριο. Δὲν τὰ λέγω αὐτὰ ἐπειδὴ θέλω νὰ σᾶς ἀνακόψω ἀπὸ τέτοιες φιλοτιμίες, ἀλλὰ νὰ κάμετε αὐτὰ μαζὶ μ’ ἐκεῖνες, ἤ μᾶλλον γιὰ νὰ σᾶς συστήσω νὰ κάνετε αὐτὰ πρὶν ἀπ’ αὐτές.  Κανένας δὲν κατηγορήθηκε, ἐπειδὴ δὲν ἐνδιαφέρθηκε γι’ αὐτά.  Γιὰ τὴν παραμέληση ὅμως τῶν ἄλλων αἰωρεῖται ἡ ἀπειλὴ τῆς γέενας καὶ τῆς ἄσβηστης φωτιᾶς καὶ ἡ τιμωρία μαζὶ μὲ τοὺς δαίμονοες. Μὴ στολίζης λοιπὸν τὸ ναὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἀδιαφορεῖς γιὰ τὴ θλίψη τοῦ ἀδελφοῦ σου. Αὐτὸς εἶναι ἀπὸ κεῖνον ἀνώτερος ναός. Καὶ τὰ κειμήλια αὐτὰ θὰ μπορέσουν νὰ τ’ ἀφαιρέσουν καὶ βασιλιὰδες ἄπιστοι καὶ τύραννοι καὶ λησταί. Ὅσα ὅμως προσφέρεις στὸν πεινασμένο ἀδελφό σου, καὶ τὸν ξένο καὶ τὸν γυμνὸ οὔτε ὁ ἴδιος ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κλέψη, ἀλλὰ παραμένουν σὲ θησαυροφυλάκιο ἀπαραβίαστο. Γιατὶ λοιπὸν αὐτὸς λέγει Τοὺς φτωχοὺς πάντα τοὺς ἔχετε μαζί σας, ἐμένα ὄχι πάντα; Γι’ αὐτὸ περισσότερο νὰ ἐλεοῦμε, γιατὶ δὲ θὰ τὸν ἔχωμε πάντα κοντά μας πεινασμένο ἀλλὰ στὴν παροῦσα ζωὴ μονάχα. Ἄν θέλης μάλιστα νὰ καταλάβης ὅλο τὸ νόημα τοῦ λόγου, μάθε ὅτι αὐτὸ δὲν εἰπώθηκε στοὺς μαθητὰς –κι ἄς νομίζεται ἔτσι-ἀλλὰ στὴν ἄρρωστη γυναῖκα. Ἐπειδὴ δὲν ἦταν ἀκομα σὲ κατάσταση τελειότητας κι οἱ μαθηταί του τῆς ἔφεραν δυσκολίες, θέλοντας νὰ τὴν κερδίση τῆς μιλοῦσε ἔτσι. Ἐπειδὴ τὰ εἶπε αὐτὰ γιὰ νὰ τὴν ἐνισχύση, πρόσθεσε·  Γιατὶ ταλαιπωρεῖται τὴν γυναίκα; Κι ἐπειδὴ ἔχομε κι ἐκεῖνον πάντα μαζί μας, λέγει. Ἐγὼ εἶμαι μαζί σας ὅλες τὶς μέρες ὡς τὴν συντέλεια τῆς ζωῆς. Ἀπ’ αὐτὰ φαίνεται, ὅτι γιὰ τίποτ’ ἄλλο δὲν τὰ ἔλεγε αὐτὰ παρὰ μόνο νὰ μὴν καταμαράνη ἡ ἐπιτήμηση τῶν μαθητῶν τὴν πίστη τῆς γυναίκας ποὺ παρουσιάστηκε τότε. Ἄς μὴ συζητοῦμε τώρα γι’ αὐτὰ ποὺ γιὰ κάποιο λόγο ἔχουν λεχθῆ. Ἀλλὰ ἄς διαβάσωμε ὅλους τοὺς νόμους ποὺ ἔβαλε στὴ Καινὴ καὶ στὴν Παλαιὰ γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη κι ἄς δείξωμε γι’ αὐτὴ μεγάλο ἐνδιαφέρον. Αὐτὸ καθαρίζει ἁμαρτίες. Δῶστε ἐλεημοσύνη κι ὅλα θὰ γίνουν καθαρά. Αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴ θυσία. Ἐλεημοσύνη θέλω καὶ ὄχι θυσία. Αὐτὸ ἀνοίγει τοὺς οὐρανοὺς· Οἱ προσευχές σου καὶ οἱ ἐλεημοσύνες σου ἀνέβηκαν κοντὰ στὸ Θεὸ δική σου ὑπόμνηση. Αὐτὸ εἶναι πιὸ ἀπαραίτητο ἀπὸ τὴν παρθενία. Ἔτσι ἀποδώχτηκαν ἐκεῖνες ἀπὸ τὸ νυμφῶνα, ἔτσι οἱ ἄλλες ὡδηγήθηκαν σ’ αὐτόν. Ὅλα αὐτὰ ἄς τὰ κάνωμε συνείδησή μας κι ἄς σπείρωμε μὲ φιλοτιμία, γιὰ νὰ θερίσωμε μὲ περισσότερη ἀφθονία. Ἔτσι θὰ ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα στὸ αἰῶνα. Ἀμήν.
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον

Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 14 Αυγούστου 2016. (Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν πέντε ἄρτων εἰς τὴν ἔρημον)

Κυριακὴ Η' Ματθαίου (Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν πέντε ἄρτων εἰς τὴν ἔρημον)

 

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΔ´ 14 - 22
14 Καὶ ἐξελθὼν εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. 15 ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. 16 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. 17 οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· Οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας. 18 ὁ δὲ εἶπε· Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. 19 καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 20 καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. 21 οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 22 Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΔ´ 14 - 22
14 Και όταν εβγήκεν ο Ιησούς από εκεί που έμενεν, είδε πολύν λαόν, επλαγχνίσθη αυτούς και εθεράπευσεν όλους όσοι ήσαν άρωστοι. 15 Αργά δε το απόγευμα προσήλθαν οι μαθηταί και του είπαν· “ο τόπος είναι έρημος και η ώρα έχει περάσει· διέλυσε τα πλήθη, ώστε να πάνε εις τα γύρω χωριά και να αγοράσουν δια τον εαυτόν τους τροφάς”. 16 Ο δε Ιησούς τους είπεν· “δεν έχουν ανάγκην να πάνε· δώστε τους σεις να φάγουν”. (Και είπε τούτο, δια να δώση ευκαιρίαν στους μαθητάς να δείξουν την αγάπην των, αλλά και δια να τους προπαρασκευάση ψυχολογικώς δια το θαύμα). 17 Εκείνοι δε του είπαν· “εδώ δεν έχομεν παρά μόνον πέντε άρτους και δύο ψάρια”. 18 Ο δε Ιησούς είπε “φέρετέ τα εδώ εις εμέ”. 19 Και αφού συνέστησε εις τα πλήθη να καθήσουν επάνω εις τα χόρτα, επήρε τους πέντε άρτους και τα δύο ψάρια, εσήκωσε τα μάτια στον ουρανόν, δια να ευχαριστήση τον ουράνιον Πατέρα, ευλόγησε, έκοψε τους άρτους εις κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητάς και οι μαθηταί στους όχλους. 20 Εφαγαν δε όλοι και εχόρτασαν και εμάζευσαν ο,τι επερίσσευσεν από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. 21 Εκείνοι δε που έφαγαν ήσαν πέντε περίπου χιλιάδες, εκτός από τας γυναίκας και τα παιδιά. 22 Και αμέσως ο Ιησούς ηνάγκασε τους μαθητάς να εισέλθουν στο πλοίον και να πάνε προ αυτού στο απέναντι μέρος, μέχρις ότου αυτός απολύση τα πλήθη του λαού. (Τούτο δε το έκαμε δια να μη παρασυρθούν και οι μαθηταί από τον άκριτον ενθουσιασμόν των ανθρώπων αυτών, που ήθελαν να τον ανακηρύξουν βασιλέα).

Το Ιερό Κήρυγμα

Ο ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΤΩΝ 2 «Μόνο οἱ δαίμονες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ θαύματα ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ κι ἀχρείαστα, ὄχι ἀπαραίτητα»
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἄρτων  (Κυριακὴ Η´Ματθαίου, Ματθ.  ιδ´ 14-22) [2]
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
«Ὁμιλίες Δ´ – Κυριακοδρόμιο», ἐκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)
.         Γιατί ὁ Κύριος δὲν μετακίνησε ὄρη ἀπὸ ἕνα σημεῖο σὲ ἄλλο ἢ δὲν τὰ ἔριξε στὴν θάλασσα; Θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει κι αὐτό, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Γιατί λοιπὸν δὲν τὸ ἔκανε; Ἐκεῖνος ποὺ μποροῦσε νὰ διατάξει τὴν τρικυμισμένη θάλασσα καὶ νὰ γαληνέψει, τοὺς ἀνέμους καὶ νὰ ἠρεμήσουν, σίγουρα θὰ μποροῦσε νὰ μετακινήσει ὄρη καὶ νὰ τὰ ρίξει στὴν θάλασσα. Ποιό σκοπὸ ὅμως θὰ εἶχε ὑπηρετήσει ἔτσι; Κανέναν. Γι᾽ αὐτὸ κι ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τέτοιο θαῦμα. Ὑπῆρχε ὅμως μεγάλη ἀνάγκη νὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα καὶ νὰ ἠρεμήσει ὁ ἄνεμος, γιατί ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔκραζαν γιὰ βοήθεια, ἐπειδὴ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν.

.         Μόνο οἱ δαίμονες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν Χριστὸ θαύματα ποὺ εἶναι ὑπερβολικὰ κι ἀχρείαστα, ὄχι ἀπαραίτητα. Προσέξτε τί ἀνόητα πράγματα ζήτησε ὁ σατανᾶς ἀπὸ τὸν Κύριο: νὰ μετατρέψει τὶς πέτρες σὲ ψωμιὰ στὴν ἔρημο, νὰ πηδήσει κάτω ἀπὸ τὸ πτερύγιο τοῦ ναοῦ! Κοιτάξτε τώρα καὶ τοὺς σκληροτράχηλους ἁμαρτωλούς, τοὺς Φαρισαίους. Εἶχαν δεῖ πολλὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τά ᾽κανε ὅλα γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ τοῦ ζητοῦσαν ἔπειτα νὰ κάνει κάποια ἄσκοπα κι ἀνώφελα θαύματα, ὅπως τὸ νὰ ρίξει κάποιο βουνὸ στὴν θάλασσα! Ὁ Κύριος ἀρνιόταν νὰ κάνει τέτοια θαύματα, νὰ ἱκανοποιήσει τέτοιες ἀπαιτήσεις τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑποκριτῶν. Ποτὲ ὅμως δὲν ἀρνήθηκε νὰ κάνει θαύματα ποὺ ἦταν ἀπαραίτητα, ἐπειδὴ ὑπηρετοῦσαν τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
* * *
.         Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο ἀπαραίτητο καὶ χρήσιμο θαῦμα: τὸν πολλαπλασιασμὸ τῶν ἄρτων στὴν ἔρημο. Αὐτὴ δὲν ἦταν κάποια ἀκατοίκητη ἔρημος, μία ἔρημος ὅπου μόνο ὁ διάβολος κατοικοῦσε. Ἦταν μία ἔρημος ὅπου βρέθηκαν πάνω ἀπὸ δέκα χιλιάδες πεινασμένοι ἄνθρωποι. Τὸ συμπέρασμα γιὰ τὸν ἀριθμό τους προκύπτει ἀπ᾽ ὅσα γράφει ὁ εὐαγγελιστής, πὼς τὸ πλῆθος ἦταν πέντε χιλιάδες ἄντρες, χωρὶς νὰ συνυπολογίσει τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά.
.              «Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν» (Ματθ. ιδ´ 14). Αὐτὸ ἔγινε τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ βασιλιὰς Ἡρώδης εἶχε ἀποκεφαλίσει τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή. Κι ὅταν τὸ ἄκουσε αὐτὸ ὁ Ἰησοῦς ἐπιβιβάστηκε σ᾽ ἕνα πλοῖο κι ἀναχώρησε «εἰς ἔρημον τόπον κατ᾽ ἰδίαν» (Ματθ. ιδ´ 13). Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ τὸ ἀναφέρουν καὶ οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές. Μερικοὶ ἀναφέρουν περισσότερες λεπτομέρειες, ἄλλοι λιγότερες. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἰωάννη, ὁ Κύριος μπῆκε στὸ πλοῖο κοντὰ στὴν Τιβεριάδα καὶ πέρασε στὸ ἀπέναντι μέρος τῆς θάλασσας τῆς Γαλιλαίας, ποὺ ὀνομάζεται καὶ θάλασσα τῆς Τιβεριάδας. Ὁ Λουκᾶς λέει πὼς «ὑπεχώρησε κατ᾽ ἰδίαν εἰς τόπον ἔρημον πόλεως καλούμενης Βηθσαϊδᾶ» (θ´ 10).
.         Τὸ συνήθιζε ὁ Κύριος ν᾽ ἀποσύρεται συχνὰ στὴν ἔρημο, σὲ ἐρημικὲς τοποθεσίες καὶ σὲ βουνά. Τὸ ἔκανε αὐτὸ γιὰ τρεῖς λόγους: Πρῶτον, γιὰ νὰ κάνει σύντομα διαλείμματα ἀπὸ τὶς ἐντατικὲς καὶ πολυσχιδεῖς δραστηριότητές Του, ὥστε νὰ χωνέψουν κι οἱ ἄνθρωποι τὶς διδαχές Του καὶ τὰ θαύματα ποὺ εἶχε κάνει. Δεύτερον, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα στοὺς ἀποστόλους καὶ σὲ μᾶς πὼς εἶναι ἀπαραίτητο ν᾽ ἀποσυρόμαστε, νὰ εἰσερχόμαστε στὸ ταμιεῖο μας (Ματθ. ϛ´ 6), γιὰ νὰ παραμένουμε στὴν προσευχὴ μόνοι μας μὲ τὸν Θεό. Ἡ ἡσυχία κι ἡ σιωπὴ καθαρίζουν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ διδάσκουν τὴν ὑποταγὴ στὸν Θεὸ καὶ τοῦ χαρίζουν πνευματικὴ διαύγεια καὶ δύναμη. Τρίτον, γιὰ νὰ μᾶς δείξει πὼς ὁ καλὸς καὶ χρήσιμος ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ – «Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» (Ματθ. ε´ 14). Ἔτσι ἔδειξε κι ἐπισήμανε ποιὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς τόπος γιὰ τοὺς ἐρημίτες καὶ τοὺς μοναχούς.
.         Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία τὸ ἔχει ἀποδείξει αὐτὸ χιλιάδες φορές. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας μοναδικὸς ἐρημίτης, ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς καὶ θαυματουργός, ποὺ νὰ κατόρθωσε νὰ κρυφτεῖ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Πολλοὶ ρωτᾶνε ἀναιτιολόγητα: Τί κάνει ὁ μοναχὸς στὴν ἔρημο; Δὲν θά ᾽ταν καλύτερα ὁ μοναχὸς νὰ μένει στὸν κόσμο, ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ; Πῶς ὅμως μπορεῖ νὰ φωτίσει ἕνα κερὶ ποὺ δὲν εἶναι ἀναμμένο; Ὁ μοναχὸς κουβαλάει τὴν ψυχή του στὴν ἔρημο σὰν κερὶ ἄκαφτο. Τὴν φέρνει στὴν ἔρημο γιὰ νὰ τὴν ἀνάψει μὲ προσευχή, μὲ νηστεία, μὲ περισυλλογὴ καὶ ἄσκηση. Ἂν κατορθώσει νὰ τὴν ἀνάψει, τὸ φῶς Του θὰ λάμψει σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ κόσμος θὰ τὸν ἀκολουθήσει καὶ θὰ τὸν βρεῖ, ἀκόμα κι ἂν αὐτὸς κρυφτεῖ στὴν ἔρημο, σὲ ἀπομακρυσμένα βουνὰ ἢ σὲ ἀπρόσιτες σπηλιές. Ὄχι, ὁ μοναχὸς δὲν εἶναι ἄχρηστος. Εἶναι ἱκανὸς νὰ γίνει πολὺ πιὸ χρήσιμος στοὺς ἄλλους ἀπὸ ὁποιονδήποτε ἄλλον. Αὐτὸ φαίνεται πολὺ καθαρὰ σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση ἀπὸ τὸν Κύριο Ἰησοῦ. Μάταια κρυβόταν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους στὴν ἔρημο, γιατί τὰ πλήθη τὸν ἔβρισκαν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν.
.         Ὁ Κύριος τοὺς κοίταξε καὶ «ἐσπλαχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα» (Ματθ. θ´ 36). Κάτω στὶς πόλεις οἱ συναγωγὲς ἦταν γεμάτες ἀπὸ αὐτόκλητους ποιμένες, ποὺ στὴν πραγματικότητα ἦταν λύκοι μὲ ἐμφάνιση προβάτων. Οἱ ἄνθρωποι τὸ  ἤξεραν αὐτό, τὸ ἔνιωθαν, ὅπως ἤξεραν κι ἔνιωθαν τὴν ἀμέτρητη εὐσπλαχνία καὶ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γι᾽ αὐτούς. Οἱ ἄνθρωποι ἤξεραν καὶ ἔνιωθαν πὼς ὁ Χριστὸς ἦταν ὁ μόνος Καλὸς Ποιμένας, πὼς ἡ μέριμνά Του γι᾽ αὐτοὺς ἦταν γνήσια, στοργική. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν στὴν ἔρημο. Κι ὁ Κύριος ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν πὼς τὸν χρειάζονταν τὸν Χριστό, δὲν τοῦ ζητοῦσαν νὰ θαυματουργήσει ἀπὸ μάταιη περιέργεια, ἀλλ᾽ ἀπὸ μεγάλη ἀνάγκη. Κι ὁ Μάρκος μᾶς λέει πὼς ἐκεῖ ἄρχισε νὰ τοὺς διδάσκει.
.         «Ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα» (Ματθ. ιδ´ 15). Ὁ Ματθαῖος δὲν μᾶς λέει τί τὸν κρατοῦσε τόσο πολὺ μὲ τοὺς ἀνθρώπους. Γράφει μόνο πὼς θεράπευσε τοὺς ἀρρώστους. Ὁ Μάρκος τὸ συμπληρώνει αὐτὸ καὶ λέει πὼς τοὺς δίδασκε πολλὰ πράγματα. Προσέξτε πόσο ὄμορφα συμπληρώνουν ὁ ἕνας εὐαγγελιστὴς τὸν ἄλλο! Ὁ Κύριος συνέχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους γιὰ πολλὲς ὧρες, ὡσότου ἄρχισε νὰ νυχτώνει. Ὅλες αὐτὲς τὶς ὧρες ὁ Κύριος δίδαξε τόσο πολλὰ στὸν λαό, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ γεμίσει ὁλόκληρο εὐαγγέλιο. Αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ὅταν ἔγραψε πὼς «οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία» (Ἰωάν. κα´ 25).
.         Παρατηροῦμε ὅμως καὶ τὴν ἀγάπη τῶν μαθητῶν: Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν. Τὸ πλῆθος πεινάει κι εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ νὰ φύγουν καὶ νὰ πᾶνε στὸν τόπο του ὁ καθένας. Τὰ σπίτια τους εἶναι μακριά. Δές, ἐδῶ ἔχουμε καὶ πολλὲς γυναῖκες, ἔχουμε καὶ παιδιά. Πρέπει νὰ βροῦν τροφὴ ὅσο πιὸ σύντομα γίνεται. Ἂσ᾽ τους λοιπὸν νὰ πᾶνε στὰ γύρω χωριά, γιὰ νὰ βροῦν κάτι νὰ φᾶνε.
.         Ὁ Χριστὸς σίγουρα εἶναι πιὸ εὔσπλαχνος καὶ πιὸ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Μήπως δὲν ἔνιωθε κι ὁ ἴδιος, ὅπως οἱ μαθητές Του, πὼς οἱ ἄνθρωποι πεινοῦσαν κι ἡ νύχτα ἦταν κοντά; Καὶ βέβαια ὁ Χριστὸς ἦταν περισσότερο ἐλεήμων καὶ στοργικὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές Του. Τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων τὶς ἔνιωθε πρὶν ἀπὸ ἐκείνους. Στὴν ἀρχή, ὅπως λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «ἐπάρας οὖν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι;» (Ἰωάν. ϛ´ 5). Ἡ συζήτηση μὲ τὸν Φίλιππο ὅμως τελείωσε κι οἱ ἄνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω ἀπὸ τὸν Κύριο μὲ τοὺς ἀσθενεῖς τους. Ὁ Κύριος θεράπευσε πρῶτα ὅλους τοὺς ἀρρώστους κι ἔπειτα ἄρχισε νὰ διδάσκει τοὺς ὄχλους. Ἡ διδασκαλία κράτησε ὣς τὸ βράδυ. Καὶ τότε μόνο σκέφτηκαν οἱ ἀπόστολοι πὼς οἱ ἄνθρωποι θὰ πεινοῦσαν κι ἔπρεπε νὰ φᾶνε.
.         Ὁ Κύριος τὸ εἶχε προβλέψει αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δὲν μίλησε ὅμως, σκοπίμως. Περίμενε τοὺς ἀποστόλους νὰ θέσουν τὸ πρόβλημα. Κι αὐτὸ τὸ ἔκανε γιὰ δύο λόγους: πρῶτα γιὰ νὰ τοὺς διεγείρει τὴν εὐσπλαγχνία καὶ τὴν συμπάθεια καὶ δεύτερον γιὰ ν᾽ ἀποδείξει πόσο ἀδύναμοι ἦταν χωρὶς Ἐκεῖνον. Τοὺς εἶπε ὁ Χριστός: «οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν» (Ματθ. ιδ´ 16). Γνώριζε πὼς αὐτὸ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ κάνουν, ἦταν ἀδύνατο ἀνθρωπίνως νὰ γίνει. Τὸ εἶπε ὅμως γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν πλήρως καὶ νὰ ὁμολογήσουν τὴν ἀδυναμία τους. Γι᾽ αὐτὸ καὶ τοῦ εἶπαν: «οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας» (Ματθ. ιδ´ 17). Σύμφωνα μὲ τὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, τὰ λιγοστὰ αὐτὰ τρόφιμα δὲν ἦταν δικά τους, ἀνῆκαν σὲ κάποιο μικρὸ παιδὶ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ. Γράφει ὁ εὐαγγελιστής: «Ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;» (Ἰωάν. ϛ´ 9). Στὸν Κύριο αὐτὸ τὸ εἶπε ὁ Ἀνδρέας. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρωτόκλητος τῶν ἀποστόλων ζοῦσε τόσο καιρὸ μαζί Του, ἀκόμα δὲν εἶχε ἑδραιωθεῖ στὴν πίστη, δὲν εἶχε τελειοποιηθεῖ. Αὐτὸ εἶναι φανερὸ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε: ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους; Τὸ ψωμὶ ἦταν κρίθινο. Κι αὐτὸ δὲν ἦταν συμπτωματικό. Σύμφωνα μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο, ἀπ’ αὐτὸ μαθαίνουμε πὼς πρέπει νὰ ἱκανοποιούμαστε μὲ ἁπλὲς τροφές, νὰ μὴν εἴμαστε ἀπαιτητικοί. «Ἡ λαιμαργία κι ἡ πολυφαγία εἶναι μητέρες τῆς ἀρρώστιας», συμπληρώνει ὁ ἅγιος πατέρας.

Κυριακή, 7 Αυγούστου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 7 Αυγούστου 2016. (Η Θεραπεία τῶν δύο τυφλῶν καὶ τοῦ κωφοῦ)



Κυριακὴ Ζ' Ματθαίου (Θεραπεία τῶν δύο τυφλῶν καὶ τοῦ κωφοῦ).

 

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 27 - 35
27 Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· Ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυῒδ. 28 ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· Ναί, Κύριε. 29 τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν. 30 καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· Ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω. 31 οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ. 32 Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον· 33 καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός. καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες, Οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ. 34 οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· Ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια. 35 Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας, διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Θ´ 27 - 35
27 Και ενώ ο Ιησούς επερνούσε από εκεί, τον ηκολούθησαν δύο τυφλοί, οι οποίοι έκραζαν και έλεγαν· “σπλαγχνίσου μας, υιέ Δαυΐδ, και δος μας το φως των οφθαλμών μας”. 28 Οταν δε έφθασε στο σπίτι, τον επλησίασαν οι τυφλοί και είπε προς αυτούς ο Ιησούς· “πιστεύετε πράγματι, ότι ημπορώ εγώ να κάμω αυτό, που ζητείτε;” Λεγουν προς αυτόν· “ναι, Κυριε”. 29 Τοτε ήγγισε τα μάτια των, λέγων· “σύμφωνα με την πίστιν σας ας γίνη αυτό προς χάριν σας”. 30 Και αμέσως άνοιξαν οι οφθαλμοί των. Ο δε Ιησούς συνέστησεν εις αυτούς με αυστηρότητα και είπε· “προσέχετε, κανείς να μη μάθη το θαύμα”. 31 Αλλά εκείνοι εξελθόντες διέδωσαν το θαύμα και την φήμη του Ιησού εις όλην εκείνην την χώραν. 32 Ενώ δε αυτοί εξήρχοντο, ιδού έφεραν στον Ιησούν ένα άνθρωπον δαιμονιζόμενον κωφάλαλον. 33 Και όταν εξεδιώχθη το δαιμόνιον, αμέσως ωμίλησεν ο κωφάλαλος και οι όχλοι που ήσαν εκεί εθαύμασαν και έλεγαν ότι ποτέ έως τώρα δεν εφάνησαν στον Ισραηλιτικόν λαόν τόσα πολλά και τόσα μεγάλα θαύματα. 34 Οι μοχθηροί όμως και δόλιοι Φαρισαίοι έλεγαν· “αυτός διώχνει τα δαιμόνια με την δύναμιν του αργηγού των δαιμονίων”. 35 Και περιώδευε ο Ιησούς όλας τας πόλεις και τα χωρία διδάσκων εις τας συναγωγάς αυτών και κηρύσσων το χαρμόσυνον άγγελμα της βασιλείας των ουρανών και θεραπεύων κάθε ασθένειαν και κάθε καχεξίαν μεταξύ του λαού.

Το Ιερό Κήρυγμα

 

 ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
(Τὰ θαύματα τοῦ θεοῦ καὶ ἡ λογικὴ τοῦ ἀνθρώπου)



Οἱ θαυματουργικὲς θεραπεῖες δύο τυφλῶν καὶ ἑνὸς κωφοῦ ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα εἶναι ἀντιπροσωπευτικὲς πολλῶν ἀνάλογων περιστατικῶν ποὺ συναντᾶμε πολὺ συχνὰ στὰ ἱερὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης. Θεμελιώδεις παράμετροι καὶ αὐτῶν τῶν θαυμάτων εἶναι ἡ ζωντανή, ἐπίμονη καὶ δυνατὴ πίστη τῶν ἀσθενῶν, ἡ μοναδικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ δίψα τῆς σωτηρίας.


Πίστη καὶ θαῦμα

Τὸ θαῦμα δὲν εἶναι μόνο ἕνα ἔκτακτο καὶ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς ποὺ μᾶς καταπλήσσει καὶ μᾶς ἐντυπωσιάζει. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δύναμης καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ εὐεργετήσει, νὰ θεραπεύσει, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ τονώσει τὸν πάσχοντα καὶ ἀδύνατο ἄνθρωπο. Τὸ πραγματικὸ θαῦμα εἶναι σημάδι καὶ γνώρισμα τῆς ἀληθινῆς πίστης, ἀλλὰ καὶ ἐγγύηση τῆς ἀλήθειας τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος. Ἀπαλλαγμένο ἀπὸ καθετὶ ἐγωιστικὸ καὶ ἰδιοτελές, δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὴν ἐπίδειξη καὶ τὴν ἐκμετάλλευση, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στὴ γελοιοποίηση τῆς πίστης. Τὸ θαῦμα εἶναι καρπὸς τῆς πίστης καὶ συνέπεια τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Τοῦ Θεοῦ, ποὺ οἰκοδομεῖ πνευματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν στερεώνει στὴ δύσβατη χριστιανικὴ ζωή. Ἡ πίστη ὁδηγεῖ στὸ θαῦμα καὶ ὄχι τὸ θαῦμα στὴν πίστη. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου νὰ κάνει θαύματα στοὺς κατοίκους τῆς Ναζαρὲτ ἐξαιτίας τῆς ἀπιστίας τους. Ἕνα τέτοιο θαῦμα θαμπώνει τὸ βλέμμα, ξαφνιάζει, δημιουργεῖ ἀπορία καί, κάποτε, ἀντίδραση.

Γιὰ τὸν πιστό, ὅμως, κάθε θαῦμα εἶναι ἕνα παράθυρο ποὺ ἀνοίγει στὸν οὐρανό, γιὰ νὰ δεῖ κανεὶς τὸν ὑπερβατικὸ κόσμο τοῦ Θεοῦ. Μοιάζει μὲ μία ἀστραπὴ μέσα στὸ σκοτάδι τῆς λογικῆς καὶ τῆς φθορᾶς αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ποὺ μᾶς ἀφήνει νὰ δοῦμε γιὰ λίγο αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο δημιουργηθήκαμε καὶ αὐτὸ στὸ ὁποῖο πρέπει νὰ φθάσουμε στὴν αἰωνιότητα. Τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, μιὰ ὕπαρξη καὶ ζωὴ χωρὶς πόνο, δάκρυα, ἀρρώστια, φθορά, θάνατο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντηση τοῦ οὐρανοῦ στὴν ἀγωνία καὶ τὰ δάκρυα τῆς γῆς. Τὸ θαῦμα μπορεῖ νὰ στερεώνει καὶ νὰ οἰκοδομεῖ τὴν πίστη, εἶναι, ὅμως, προσωρινό, γιατί, ἔστω καὶ ἂν θεραπευθοῦμε ἀπὸ μιὰ ἀρρώστια, ἔστω καὶ ἂν ὑπερνικήσουμε μιὰ δυσκολία, θὰ ἀρρωστήσουμε ξανὰ καὶ θὰ συναντήσουμε καὶ ἄλλη δυσκολία.

Ὅμως ἐμεῖς πήραμε δύναμη νὰ συνεχίσουμε. Συνειδητοποιήσαμε ὅτι τὸ κάθε θαῦμα στὴ ζωὴ μας εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σοφίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Μιᾶς ἀγάπης ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε καὶ μιᾶς σοφίας ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε, ἀλλὰ ποὺ καλούμαστε, ὡστόσο, νὰ πιστεύσουμε, γιατί μόνο ἐκείνη ξέρει πότε καὶ τί πρέπει νὰ δίνει στὸν καθένα μας. Μιὰ τέτοια πίστη, ἕνα τέτοιο βίωμα ἐμπιστοσύνης στὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ εἶναι πηγὴ δυνάμεως, ὅταν πρόσωπα, καταστάσεις καὶ γεγονότα μᾶς ἀπογοητεύουν, μᾶς πτοοῦν καὶ μᾶς λυγίζουν. Καὶ πορευόμαστε περιμένοντας νὰ ἀκούσουμε «κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν», ἂς γίνει σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας.


Ὁ ἀρνητισμὸς ἀπέναντι στὸ θαῦμα

Ὅταν ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ συναντᾶ τὴν πίστη τοῦ ἀνθρώπου, τότε δὲν πραγματώνεται μόνο τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ἀλλὰ καὶ τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας. Ἡ ἀντίδραση τῶν φαρισαίων ἀπέναντι στὸ θαῦμα εἶναι ἀξιοπρόσεκτη. Οἱ φαρισαῖοι δὲν ἀρνοῦνται τὸ θαῦμα, ἀλλὰ παραμορφώνουν ἐπικίνδυνα τὴν πραγματικότητα, διαστρεβλώνουν τὴν ἀλήθεια. Ἀναποδογυρίζουν τὴν πραγματικότητα, ποὺ εἶναι ἡ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο καὶ ἀγνώριστο ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας ἄνθρωπο, ἀποδίδοντας τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ στὶς δαιμονικὲς δυνάμεις· θὰ ἦταν, ὅμως, παιδαριῶδες καὶ ἁπλοϊκὸ νὰ δοῦμε στὴ συμπεριφορὰ τῶν φαρισαίων μόνο τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους ποὺ ἀδίκησαν, κατηγόρησαν καὶ συκοφάντησαν ἀδίστακτα τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἡ στάση τους ἀποκαλύπτει τοὺς ἀνθρώπους κάθε ἐποχῆς οἱ ὁποῖοι ἔχουν μιὰ ἀντεστραμμένη συνείδηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς. Εἶναι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἐγκλωβισμένοι μέσα στὸν ὀρθολογισμὸ τους ἀπορρίπτουν ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ὀφθαλμοφανῆ καὶ ὁλοφάνερα θαύματα. Αὐτοὶ ποὺ σὲ κάθε θαῦμα βλέπουν ψυχολογικὰ αἴτια καὶ φαινόμενα, φαντασιώσεις καὶ αὐθυποβολές, φυσικὰ αἴτια, τυχαῖες συμπτώσεις καὶ ἀνεξήγητες συγκυρίες. Ὄχι, δὲν ὑπάρχουν ἀποδείξεις «λογικῆς» γιὰ τὰ θαύματα. Τὰ θαύματα τὰ ἀναγνωρίζουν οἱ καλοπροαίρετοι ἄνθρωποι ἐκεῖ ὅπου οἱ ἄλλοι δὲν θέλουν νὰ τὰ δοῦν.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, μόνο ἂν νεκρώσουμε τὴν ἀλαζονεία τῆς λογικῆς μας καὶ τὴν ἐμπάθεια τοῦ ἐγωισμοῦ μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ἀναστηθοῦμε σὲ μία νέα ζωή, ὅπου θὰ βλέπουμε καὶ θὰ καταλαβαίνουμε τὰ συνεχῆ θαύματα τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ. Ἀμήν.