Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 2 Οκτωβρίου 2016. (Η εντολή της αγάπης)



Β' Λουκᾶ (Η εντολή της αγάπης). Τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Κυπριανοῦ καί τῆς Ἁγίας Μάρτυρος Ἰουστίνης τῆς Παρθένου.



Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ϛ´ 31 - 36
31 καὶ καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 32 καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. 33 καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 34 καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 35 πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 36 Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ϛ´ 31 - 36
31 Και όπως θέλετε να κάνουν και να συμπεριφέρωνται απέναντι σας οι άνθρωποι, έτσι και σεις να πράττετε και να συμπεριφέρεσθε προς αυτούς. 32 Εάν αγαπάτε μόνον αυτούς που σας αγαπούν, ποία χάρις του Θεού και αμοιβή σας αξίζει; Διότι και οι αμαρτωλοί αγαπούν εκείνους που τους αγαπούν. 33 Και εάν κάνετε το καλόν εις εκείνους μόνον που σας ευεργετούν, ποία ανταμοιβή εκ μέρους του Θεού σας ανήκει; Διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιον κάμνουν. 34 Και εάν δανείζετε εις εκείνους, από τους οποίους περιμένετε να πάρετε πίσω τα δανεικά, ποία ευμένεια και ανταπόδοσις από τον Θεόν σας αρμόζει; Διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν τους αμαρτωλούς, δια να λάβουν από αυτούς ομοίας εξυπηρετήσεις εις την ανάγκην των. 35 Αλλά σεις να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευργετήτε και να δανείζετε, χωρίς να αποβλέπετε εις καμμίαν ανταπόδοσιν και θα είναι ο μισθός σας πολύς και θα είσθε εις την βασιλείαν των ουρανών παιδιά του Υψίστου, διότι και αυτός είναι αγαθός και ευργετικός και προς αυτούς ακόμη τους αχαρίστους και πονηρούς. 36 Γινεσθε λοιπόν εύσπλαχνοι στους γύρω σας ανθρώπους, όπως και ο Πατήρ σας είναι πολυεύσπλαγχνος προς όλους.

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ Ευαγγέλιο: Λ κ. 6,3136

ΤΡΙΑ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ


Η σημερινή ευαγγελική διήγηση μας παρουσιάζει την αγάπη ως κανόνα της κοινωνικής ζωής των πιστών. Ο Χριστός αρχίζει με τον χρυσό κανόνα υπό την θετική του μορφή «καθώς θέλετε ίνα ποιούσιν ημίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς». Έτσι θεμελιώνει τη σχέση του χριστιανού με τον συνάνθρωπο. Βάση αυτής της σχέσης τίθεται ο εαυτός μας, γιατί δεν υπάρχει μεγαλύτερη από εκείνη προς τον ίδιο τον εαυτό μας. Και την αγάπη αυτή την επιβάλλει η φύση- αυτοσυντήρηση, αλλά και ο εγωισμός- φύση, αμαρτία.

Τρία κύρια γνωρίσματα της γνήσιας χριστιανικής αγάπης θα προσεγγίσουμε στη συνέχεια.

Πρώτο γνώρισμα είναι η εξίσωση του πλησίον με τον εαυτό μας. Την αγάπη προς τον πλησίον τη συναντάμε και  κατά την προχριστιανική περίοδο, όπως και σε εξωχριστιανικούς χώρους, αλλά περιορίζεται σε στενά όρια. Εξ άλλου στην αγάπη αναφέρονται και πολλοί λόγοι αρχαίων σοφών και άλλων θρησκευτικών ηγετών.
Κύρια έκφραση της είναι η αποφυγή διάπραξης οποιουδήποτε κακού εναντίον του πλησίον. «Ό συ μισείς ετέρω μη ποιήσεις». Η υπόδειξη όμως αυτή περιορίζει την αγάπη μόνο σ’ ένα αρνητικό μέτρο, δηλ. στην πρόληψη οποιουδήποτε κακού, η οποία δεν είναι πάντοτε και αγάπη.
Ο Χριστός στην έννοια της αγάπης πρόσδωσε άλλες διαστάσεις. Διακήρυξε κατηγορηματικά: « Όπως θέλετε να πράττουν και να φέρονται σε σας οι άνθρωποι, έτσι να κάνετε κι εσείς σ’ εκείνους». Ο Κύριος με τους λόγους αυτούς υποδεικνύει έναν άλλο τρόπο συμπεριφοράς που ήταν μέχρι τότε άγνωστος ή δεν είχε δοθεί σημασία και προσοχή.
Κι όμως ο τρόπος αυτός θα μπορούσε να βρεθεί από την προσωπική διάθεση του καθενός. Διότι αν δεχθούμε ότι ο νόμος της αγάπης είναι έμφυτος στις καρδιές μας, δεν είναι δυνατόν να περιορίζεται η ανθρώπινη διάθεση σαν αποφυγή οποιουδήποτε κακού στοιχείου. Θα επεκτείνεται βέβαια σε κάθε καλό και ανώτερο, με το οποίο εκδηλώνεται η ανθρώπινη συμπεριφορά.

Μία δεύτερη όψη της χριστιανικής αγάπης είναι ότι δεν υπολογίζει στην ανταμοιβή. Στην κοινωνική ζωή συνήθως δεχόμαστε επηρεασμούς από πράξεις και κινήσεις άλλων και προχωράμε σε ενέργειες που υπαγορεύουν οι συμπεριφορές τους, όπως λ. χ. η ανταλλαγή δώρων. Η τακτική αυτή δεν μαρτυρεί έστω και ένα στοιχείο αγάπης.
Η σωστή αγάπη ακολουθεί μία διαφορετική τακτική. Συμπεριφέρεται κατά τον αγιογραφικό λόγο: «Εάν κάνετε καλό σ’ εκείνους που σας έκαναν καλό, ποια χάρη θα έχετε; Το ίδιο κάνουν και οι άνθρωποι του κόσμου και της αμαρτίας. Η αληθινή αγάπη δεν στηρίζεται στο νόμιμο, στην λογική ή το υπολογίσιμο συμφέρον. Δηλ. δεν συμβαδίζει με κίνητρο την υποχρέωση, αλλά δεν φανερώνει και πάντοτε την έκφραση της αγάπης. Άλλο η ευγένεια και η νομική ανταπόδοση και άλλο αγάπη που πηγάζει ως περιεχόμενο της καρδιάς μας.

Ο Χριστός αφού ανέφερε δύο γνωρίσματα της χριστιανικής αγάπης προχώρησε και σ’ ένα τρίτο. Η αληθινή αγάπη αναβαίνει σε απροσμέτρητα ύψη. Αυτό είναι και το τελευταίο γνώρισμα της. Πιο ανώτερο δεν υπάρχει. Το εφάρμοσε ο ίδιος ο Κύριος και το διατύπωσε με τα λόγια: «Εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας και να κάνετε το καλό σ’ εκείνους που δεν ελπίζετε να πάρετε ανταπόδοση. Την χριστιανική αγάπη σ’ αυτό το ύψος την ανεβάζουν δύο κορυφαίες αρετές: η ταπείνωση και η θυσία.
Χωρίς την συνύπαρξη αυτών των δύο βασικών αρετών δεν είναι δυνατόν να έχουμε πραγματική αγάπη. Η αγάπη περνάει από την ανιδιοτέλεια, την ταπείνωση και την θυσία. Πρόκειται για δύσκολες και κοπιαστικές πνευματικές καταστάσεις, αλλά χαρίζει στην αγάπη αυτό που λέμε υ π ε ρ α ξ ί α, την καθιστούν «μείζονα πασών των αρετών».

Το ύψος της χριστιανικής αγάπης είναι ασύλληπτο, γι’ αυτό και οι καρποί της είναι γλυκύτατοι. Δεν οδηγεί μόνον σ’ έναν ιδανικό τρόπο ζωής  και στην εξύψωση της κοινωνίας , αλλά και προσδοκά και στο αποκλειστικό δώρημα που αναφέρει ο Χριστός. Τότε είπε: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών». Ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητής λέγει: « Εάν εκείνος που έχει όλα τα χαρίσματα του πνεύματος δεν έχει αγάπη, δεν ωφελείται καθόλου,  πόσο ζήλο χρειάζεται να  επιδείξουμε για να αποκτήσουμε αυτή την αρετή;».
Ο Χριστός σήμερα μας αποκάλυψε για άλλη μία φορά πια αγάπη αποτελεί το θεμέλιο της προσωπικής και της κοινωνικής ζωής του χριστιανού. Πάντως όχι την αγάπη της ψευτοχριστιανικής κοινωνίας μας, τις κοινωνικές συναλλαγές, του ρουσφετιού, των γνωριμιών και της ευνοιοκρατίας. Αλλά την αγάπη του Θεού που αποτελεί το επιστέγασμα της θείας φιλανθρωπίας. Και αυτή είναι η καινή εντολή, η αγάπη του Θεού και της Εκκλησίας.
Μέσα στην προοπτική αυτή μπορούμε να δούμε τον «χρυσούν κανόνα» με τον οποίο αρχίζει η σημερινή ευαγγελική διήγηση. Στην αρχαιότητα ο χρυσούς κανόνας δεν διαπερνάει τη αρχή της αμοιβαιότητας. Αντίθετα ο τρόπος που τον διατυπώνει ο Χριστός ισοδυναμεί με πλήρη επαναδιατύπωσή του κατά τρόπο μοναδικό σε σχέση με οποιαδήποτε γνωστή εκδοχή του κατά την αρχαιότητα, δηλ. να συμπεριφέρεσαι προς τους άλλους όχι απλώς όπως θα ήθελες εκείνοι να σου συμπεριφέρονται, αλλά όπως θα σου συμπεριφερόταν ο ίδιος ο Θεός.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 25 Σεπτεμβρίου 2016. (Ἡ θαυμαστὴ ἁλιεία καὶ οἱ πρῶτοι μαθηταί)


Α' Λουκᾶ (Ἡ θαυμαστὴ ἁλιεία καὶ οἱ πρῶτοι μαθηταί)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ε´ 1 - 11
1 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυνον τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς Σίμων εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι’ ὅλης νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ε´ 1 - 11
1 Ενώ δε τα πλήθη τον περιτριγύριζαν εις πυκνάς μάζας και τον εστρίμωχναν, δια να ακούουν τον λόγον του Θεού, αυτός εστέκετο πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ. 2 Και είδε δύο πλοία αραγμένα και ακίνητα εκεί κοντά εις την λίμνην· οι ψαράδες είχαν βγη από αυτά και έπλυναν τα δίκτυα εις την παραλίαν. 3 Και αφού εμπήκε εις ένα από αυτά, που ανήκε στον Σιμωνα, τον παρεκάλεσε να προχωρήση εις μικράν απόστασιν από την ξηράν. Και καθίσας εδίδασκε από το πλοίον τα πλήθη του λαού. 4 Οταν δε έπαυσε να ομιλή, είπε στον Σιμωνα· “ξαναφέρε το πλοίον πάλιν εις τα ανοικτά της λίμνης και ρίξτε τα δίκτυά σας για ψάρεμα”. 5 Και αποκριθείς ο Σιμων του είπε· “διδάσκαλε, όλην την νύκτα, που είναι κατάλληλες οι ώρες για ψάρεμα, εκοπιάσαμε ρίχνοντες τα δίκτυα και δεν επιάσαμε τίποτε. Αλλά, θα υπακούσω στον λόγον σου και θα ρίξω το δίκτυ”. 6 Και αφού έκαμαν τούτο, έκλεισαν πολύ πλήθος ιχθύων· ήρχισε δε να σχίζεται το δίκτυον από το πολύ βάρος. 7 Και επροσκάλεσαν με νεύματα τους συνεταίρους των, που ήσαν στο αλλο πλοίον, να έλθουν, δια να πιάσουν μαζή με αυτούς τα δίκτυα με τα ψάρια. Και εκείνοι ήλθαν και εγέμισαν και τα δύο πλοία τόσον πολύ, ώστε εκινδύνευσαν να βυθισθούν. 8 Οταν δε ο Σιμων είδε το θαυμαστόν αυτό γεγονός, έπεσε κάτω εμπρός εις τα γόνατα του Ιησού και είπε· “Κυριε, έβγα από το πλοίον μου, διότι εγώ είμαι ένας άνθρωπος αμαρτωλός και δεν μου αξίζει να ευρίσκομαι τόσον κοντά σου”. 9 Τα είπε δε αυτά, διότι κατέλαβε αυτόν και όλους εκείνους, που ήσαν μαζή του, μεγάλη έκπληξις, δια το πλήθος των ψαριών, που είχαν κλείσει εις τα δίκτυα. 10 Η ίδια δε έκπληξις κατέλαβε τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, που ήσαν συνεταίροι του Σιμωνος. Και είπεν ο Ιησούς προς τον Σιμωνα· “μη φοβάσαι· από τώρα θα πιάνης με τα δίκτυα του κηρύγματός σου ζωντανούς ανθρώπους και θα τους οδηγής εις την βασιλείαν των ουρανών”. 11 Και αφού έφεραν πάλιν εις την ξηράν τα πλοία, αφήκαν ολα, και ψάρια και δίκτυα και πλοία, και ηκολούθησαν ως πιστοί μαθηταί τον Χριστόν.

Το Ιερό Κήρυγμα

 Η θαυμαστή αλιεία

Ο σκοπός του θαύματος

Ο Κύριος περιδιαβαίνει την ακρογιαλιά της Γαλιλαίας και τα πλήθη τρέχουν με πόθο κοντά του. Και καθώς βλέπει δυο μικρά πλοία αραγμένα στη λίμνη, μπαίνει σ’ ένα από αυτά· είναι το πλοίο του Σίμωνα. Και τον παρακαλεί να το σύρει λίγο πιο μέσα στη λίμνη για να διδάξει τα πλήθη μέσα από το πλοίο αυτό. Όταν τελείωσε τη διδασκαλία του ο Κύριος, λέει στον Σίμωνα: Φέρε πάλι το πλοίο στα βαθιά νερά της λίμνης και ρίξτε τα δίχτυα σας. Ο Σίμων όμως με έκπληξη του αποκρίνεται: Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τα δίχτυα και δεν πιάσαμε τίποτε. Αφού όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ. Και το θαύμα που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Το δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλά ψάρια, ώστε άρχισε να σχίζεται. Οι ψαράδες τότε φώναξαν αμέσως τους συνεταίρους τους που ήταν στο άλλο πλοίο, να βοηθήσουν να σύρουν το δίχτυ επάνω. Αλλά τα ψάρια ήταν τόσο πολλά, ώστε τα δυο πλοία κινδύνευαν να βυθισθούν.

Τι νόημα όμως είχε αυτό το τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ο Κύριος πριν το επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους και μάλιστα σε ακατάλληλη ώρα; Διότι ο Κύριος μέσα από το θαύμα αυτό ήθελε να διδάξει πολύ μεγάλες αλήθειες στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους οποίους σε λίγο θα καλούσε να γίνουν αλιείς ανθρώπων και να σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα όλη την οικουμένη. Αυτό το θαύμα ήταν τύπος της πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε να χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους. Έπρεπε να το θυμούνται πολύ καλά οι Απόστολοι του Κυρίου όταν αργότερα στο τιτάνιο έργο τους θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις. Να θυμούνται και να συναισθάνονται ότι στην πνευματική τους διακονία χωρίς τον Κύριο δεν θα μπορούσαν τίποτε να επιτύχουν, ενώ με τη δική του δύναμη θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Άδεια τα δίχτυα χωρίς την ευλογία του. Γεμάτα όταν τα ευλογούσε ο Χριστός.

Έπρεπε ακόμη να καταλάβουν οι μαθητές μέσα από το θαύμα αυτό ότι για να έχουν καρποφορία στο έργο τους θα έπρεπε να έχουν τυφλή υπακοή στα προστάγματα του Κυρίου. Ακόμη και σ’ αυτά που δεν κατανοούσε η περιορισμένη τους λογική. Και να μην υπολογίζουν κόπο και θυσίες. Αυτοί να δίνουν το χρόνο τους, τον κόπο τους και τη ζωή τους στην υπηρεσία του Κυρίου, για να τα μεταχειρισθεί όπως Αυτός ήθελε· έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα επιβραβεύει τη θυσία τους, την πρόθυμη υπακοή τους, την αδιάσειστη πίστη τους στη δύναμή του.

Συναίσθηση αμαρτωλότητος

Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές αυτό και ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στα γόνατα του Χριστού και είπε: Βγες από το πλοίο μου και φύγε από μένα, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν είμαι άξιος να Σ’ έχω στο πλοίο μου. Ο Κύριος όμως τον καθησύχασε και του είπε: Μη φοβάσαι. Από τώρα θα σαγηνεύεις ανθρώπους, τους οποίους με το κήρυγμά σου θα οδηγείς στη σωτηρία. Κατόπιν αφού όλοι μαζί οι ψαράδες επανέφεραν τα πλοία στη στεριά, άφησαν τα πάντα και Τον ακολούθησαν.

Η στάση όμως του αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί αντί να πανηγυρίσει για το μεγαλειώδες θαύμα, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το πλοίο του; Αυτός που από τα παιδικά του χρόνια περίμενε τον Μεσσία, τώρα Του ζητά να φύγει από τη ζωή του; Ασφαλώς το αίτημα του Πέτρου δεν εκφράζει μια διάθεση αρνήσεως και αποδιώξεως του Χριστού. Αντίθετα. Ο άδολος αυτός ψαράς της Γαλιλαίας ένιωσε την ώρα εκείνη ένα φοβερό συγκλονισμό στην ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στην ευλογία του θαύματος ότι δεν έχει μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, αλλά ένα μοναδικό διδάσκαλο που έχει θεία δύναμη. Και αισθανόμενος το μεγαλείο του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και Τον προσκυνά. Διότι αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο της παρουσίας του. Αισθάνεται του Χριστού την αγιότητα και τη δική του μικρότητα και αμαρτωλότητα.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σε κάθε πνευματικό άνθρωπο κάθε φορά που αισθάνεται ιδιαιτέρως έκδηλη την ευλογία του Θεού στη ζωή του. Είναι ένα βίωμα που το νιώθουμε οι πιστοί καθώς βρισκόμαστε σε μία ιερή ώρα της λατρείας ή σε στιγμές που αισθανόμαστε τον Θεό ολοζώντανο στη ζωή μας, και αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητός μας. Μας συνέχει τότε ο φόβος του Θεού. Τρέμουμε, φοβόμαστε την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα και την ποθούμε και τη λαχταρούμε. Πώς να πλησιάσουμε τον πάναγνο Κύριο οι ρυπαροί και ανάξιοι; Αισθανόμαστε πόσο αμαρτωλοί είμαστε και ότι δεν αξίζουμε των ευλογιών του Κυρίου. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουμε ίσως είναι ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε το έλεος και την αγάπη του Κυρίου. Γι’ αυτό ας στεκόμαστε με δέος και φόβο ενώπιόν του και ας Τον παρακαλούμε ταπεινά και ολοκάρδια να μη φύγει ποτέ από κοντά μας λόγω της μεγάλης αμαρτωλότητός μας, αλλά να μένει πάντοτε στη ζωή μας και να την γεμίζει με τις ευλογίες του.

Ο Σωτήρ, 1985

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 18 Σεπτεμβρίου 2016. (Η Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν)



Κυριακὴ μετὰ τὴν Ὕψωσιν

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 - 38
34 Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι. 35 ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέσῃ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν. 36 τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; 37 ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ; 38 ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 - 1
1 Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες ὧδε τῶν ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Η´ 34 - 38
34 Και αφού επροσκάλεσε τον λαόν μαζή με τους μαθητάς του, είπεν εις αυτούς· “όποιος θέλει να με ακολουθήση ως πιστός μαθητής μου, ας απαρνηθή τον αμαρτωλόν εαυτόν του με τας αδυναμίας, και τα πάθη του, ας πάρη την απόφασιν να υποστή προς χάριν μου ταλαιπωρίες και αυτόν ακόμη τον σταυρικόν θάνατον, και ας με ακολουθήση στον δρόμον, που εγώ εχάραξα. 35 Διότι όποιος θέλει να σώση την επίγειον ζωή του, αυτός θα χάση την αιωνίαν και μακαρίαν ζωήν. Οποιος όμως αψηφήσει και θυσιάσει την ζωήν του προς χάριν εμού και του ευαγγελίου, αυτός θα σώση την ζωήν του εις την αιωνίαν μακαριότητα. 36 Διότι τι θα ωφελήση τον άνθρωπον, εάν κερδήση ολόκληρον τον υλικόν κόσμον και χάσει την ψυχήν του; 37 Η, τι θα δώση άνθρωπος ως αντάλλαγμα, δια να εξαγοράση την ψυχήν του από τον Αδην, αφού ούτε ο κόσμος όλος δεν ημπορεί να αντισταθμίση την αξίαν της ψυχής; 38 Διότι εκείνος, ο οποίος δια λόγους ανθρωπαρεσκείας και δειλίας θα εντραπή και θα αρνηθή εμέ και τους λόγους μου εις την γενεάν αυτήν, την αποστατημένην και αμαρτωλήν, και ο Υιός του ανθρώπου θα εντραπή αυτόν και θα τον αποκηρύξη, όταν ως κριτής των ανθρώπων έλθη ολόλαμπρος με την δόξαν του Πατρός αυτού συνοδευόμενος από τους αγίους αγγέλους”.

ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Θ´ 1 - 1
1 Και έλεγεν εις αυτούς· “Σας διαβεβαιώνω, ότι υπάρχουν μερικοί από αυτούς που ευρίσκονται εδώ, οι οποίοι δεν θα γευθούν τον θάνατον, προτού ιδούν την βασιλείαν του Θεού, δηλαδή την Εκκλησίαν, να εγκαθίσταται και να θεμελιώνεται εις την γην με δύναμιν κατά την ημέραν της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος”.

Το Ιερό Κήρυγμα

Προσκλητήριο επιστρατεύσεως
«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» (Μᾶρκ. 8,34)



Τον Σεπτέμβριο, ἀγαπητοί μου, ποὺ ὁ λαός μας τὸν λέει καὶ τρυγητή, γιατὶ τρυγοῦν τὸν εὐλογημένο καρπὸ τῆς ἀμπέλου, εἶνε ἡ μεγάλη ἑορτὴ τοῦ Σταυροῦ. Προσκυνοῦμε τὸ σταυρό, ποὺ κάνει θαύματα.


Γιὰ παράδειγμα, στὴ Θήβα, σ᾿ ἕνα χωριό, κάποιος ἔκοψε ἕνα πεῦκο καὶ μέσα στὸν κορμὸ εἶδε ζωγραφισμένο σταυρό, κ᾿ ἔμεινε κατάπληκτος. Χτύπησε ἡ καμπάνα, μαζεύτηκε λαὸς καὶ κλῆρος μὲ τὸ δεσπότη κ᾿ ἔκαναν δέησι. Καὶ μόνο αὐτό; Ἀναρίθμητα τὰ θαύματα τοῦ σταυροῦ.


Ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο ὠχριοῦν ὅλα τὰ ἄλλα, εἶνε ὅτι ὁ σταυρὸς κι ὅταν λέμε σταυρὸ ἐννοοῦμε τὸν Ἐσταυρωμένο τί ἔκανε; Πῆρε ἕνα λύκο καὶ τὸν ἔκανε ἀρνί· πῆρε τὸ λῃστή, ποὺ τὰ χέρια του ἔσταζαν αἷμα, καὶ τὸν ἔκανε νὰ πῇ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42). Αὐτὰ τὰ θαύματα, ποὺ μεταβάλλουν τὸν ἄνθρωπο, εἶνε τὰ μεγαλύτερα.
Τὸν Σεπτέμβριο λοιπὸν ἡ πιὸ μεγάλη γιορτὴ εἶνε ἡ Ὕψωσις τοῦ Σταυροῦ. Τὸν ἄλλο μῆνα, τὸν Ὀκτώβριο, οἱ Ἕλληνες ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστὸ καὶ ἀγαποῦν τὴν πατρίδα περιμένουν νὰ ἑορτάσουν τὴν ἑορτὴ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, ποὺ γράφτηκε στὴν ἱστορία.


Ἡ Ἰταλία μὲ τὸ δικτάτορά της χτύπησε τὴν πόρτα μας καὶ εἶπε· «Ἑλλάς, παραδόσου! προθεσμία τρεῖς ὧρες». Καὶ ἡ Ἑλλὰς μὲ τὸ στόμα τοῦ τότε πρωθυπουργοῦ της ἀπήντησε «Μολὼν λαβέ!» (αὐτὸ ποὺ εἶπαν οἱ πρόγονοί μας στὶς Θερμοπύλες)· εἶπε τὸ «Ὄχι». Ἤμουν νεαρὸς διάκονος στὸ Μεσολόγγι κι ἀκούω τὴ νύχτα νὰ χτυποῦν καμπάνες, νὰ τοιχοκολλοῦν προκηρύξεις καὶ ὅλοι νὰ λένε· Πόλεμος! ἐπιστράτευσις!… Εἰκοσι ἡλικίες κατετάγησαν.


Ἄλλαξε ἡ ὄψι τῆς Ἑλλάδος. Οἱ γεωργοὶ ἄφησαν τὰ δρεπάνια, οἱ βοσκοὶ τὰ πρόβατα, οἱ ἐργάτες τὰ ἐργαλεῖα, οἱ δασκάλοι τὰ σχολεῖα. Τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὸ σταυρουδάκι τοῦ Κυρίου στὸ στῆθος, μὲ τὴν εὐχὴ μανάδων καὶ συζύγων ποὺ τοὺς φώναζαν «Ἡ Παναγιὰ μαζί σας», ἀνέβηκαν στὰ βουνὰ τῆς Πίνδου. Καὶ πῆραν τὶς κορυφὲς καὶ τὶς ἕνωσαν μὲ τ᾿ ἀστέρια! Ἡ Ἑλλὰς γνώρισε μοναδικὴ τιμή. Τότε, ὅταν στὴ Νέα Ὑόρκη καὶ στὸ Λονδῖνο ἔβλεπαν Ἕλληνα, τὸν σήκωναν στὰ χέρια. Τέτοια δόξα εἶχε τὶς μέρες ἐκεῖνες ἡ πατρίδα μας ἑνωμένη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
Θὰ μοῦ πῆτε· Καλὰ εἶν᾿ αὐτά, ἀλλὰ νὰ τὰ πῇ ὁ δάσκαλος, ὁ καθηγητής, ὁ νομάρχης, ὁ πρωθυπουργός, ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας. Ἐμεῖς ἀπὸ σένα περιμένουμε ν᾿ ἀκούσουμε λόγο ἐκκλησιαστικό, ὄχι ἐθνικό.
* * *


Ἀπαντῶ. Γιὰ μᾶς οἱ γιορτὲς ἔχουν διπλὸ χαρακτῆρα, θρησκευτικὸ καὶ ἐθνικό. Πίστις καὶ πατρὶς εἶνε ἑνωμένα ὅπως τὸ κρέας μὲ τὸ νύχι. Ὅποιος ἀγαπάει τὸ ἕνα, ἀγαπάει καὶ τὸ ἄλλο. Στὰ ψηλὰ βουνά, ποὺ ἀνεβήκαμε τὰ χρόνια ἐκεῖνα ὡς στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, κάθε βράδυ γινόταν προσκλητήριο, καὶ ἄκουγες· «Ἀπών· ἔπεσε ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος»! Κι ὅταν κατελάμβαναν μιὰ κορυφὴ καὶ ὕψωναν τὴ σημαία μας, ἔψαλλαν «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Συνεπῶς, δὲν εἶμαι ἐκτὸς θέματος. Ἄλλωστε καὶ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ταιριάζει μὲ αὐτὰ ποὺ λέω. Πῶς ταιριάζει;
Ἂν ἀγαποῦμε τὴν πατρίδα μιὰ φορά, χίλιες φορὲς πρέπει ν᾿ ἀγαποῦμε τὸ Χριστό μας, ποὺ εἶνε πάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα κι ἀπ᾿ ὅλο τὸ σύμπαν. Κι ὅπως ἡ πατρίδα κάνει ἐπιστράτευσι, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς κάνει ἐπιστράτευσι. Εἶνε ὁ ἀρχηγός μας, ὁ ἀρχιστράτηγός μας, ὁ βασιλεὺς τῶν βασιλέων.


Σημαία του ὁ τίμιος σταυρός· σάλπιγγα τὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελίου· στρατιῶτες ὅλοι ἐμεῖς. Κι ὅπως ὁ στρατιώτης βγάζει τὰ ροῦχα του καὶ βάζει τὴ στολὴ τοῦ στρατοῦ, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς. Καὶ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα, μὲ ἁπλᾶ λόγια, τί λέει; Κάνει προσκλητήριο. Πόλεμος γίνεται! ὄχι ὁρατός, ἀλλὰ ἀόρατος καὶ ἀσυγκρίτως σπουδαιότερος. Ἐπιστράτευσι κάνει ὁ Χριστός. Τὸν ἀκούσατε τί εἶπε; «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν…» (Μᾶρκ. 8,34).


Σᾶς καλῶ ὅλους, ἄντρες – γυναῖκες – παιδιά, μικροὺς – μεγάλους, δεξιοὺς – ἀριστερούς, ὅλων τῶν χρωμάτων, νὰ καταταχθῆτε μὲ τὴ θέλησί σας ὑπὸ τὴν σημαία μου. Δὲν βιάζει κανένα. Θέλει ἐθελοντάς, ὄχι διὰ τῆς βίας. Ὁ Χριστὸς σέβεται τὴν ἐλευθερία μας.
Τί χρειάζεται; Ἕνα, δύο, τρία πράγματα. Τὸ ἕνα· «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Τὸ δεύτερο· «καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ». Τὸ τρίτο «καὶ ἀκολουθείτω μοι» (ἔ.ἀ.). Ἀπὸ αὐτὰ θὰ ἐξηγήσω τὸ πρῶτο, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν».
* * *


Ὅποιος θέλει νὰ εἶνε Χριστιανός, «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Τί σημαίνει «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν»; Νὰ ἀρνηθῇς, νὰ μισήσῃς τὸν ἑαυτό σου. Δύσκολο πρᾶγμα αὐτό. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε διπλός, ἔχει σῶμα καὶ ψυχή. Τί μᾶς λέει λοιπόν; Μερικοὶ τὸ ἑρμήνευσαν λάθος. Νόμισαν, ὅτι ὁ Χριστὸς λέει νὰ μισήσουμε τὸ σῶμα. Ὄχι, τέτοιο πρᾶγμα δὲ λέει ὁ Χριστός. Τὸ σῶμα εἶνε θαυμαστὸ δημιούργημα τοῦ Θεοῦ· τὰ μάτια, τὰ αὐτιά, ἡ καρδιά, τὰ ἑκατομμύρια κύτταρα, τὰ πάντα. Εἶνε τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἐργοστάσιο. Δὲν εἶπε λοιπὸν ὁ Χριστὸς νὰ μισήσουμε τὸ σῶμα. Ἀντιθέτως πρέπει νὰ τὸ προσέξουμε. Καὶ δὲν τὸ προσέχουμε, μὲ τὶς διάφορες ἁμαρτωλὲς καταχρήσεις ποὺ κάνουμε. Ὅποιος ζῇ ἐγκρατῆ βίον, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἔχει καὶ ὑγεία· ὅποιος ἔχει ἄσωτη ζωή, καταστρέφει καὶ τὴν ὑγεία.
Κάτι ἄλλο σημαίνει τὸ «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Ἐννοεῖ, νὰ μισήσουμε τὸν διεφθαρμένο ἑαυτό μας, τὴν κακία μας, τὸ κακὸ ποὺ φωλιάζει βαθειὰ μέσα στὴν καρδιά μας.
Μέσα στὸν ἄνθρωπο εἶνε δυὸ δυνάμεις· ἡ μία σὲ παίρνει καὶ σὲ ἀνεβάζει στὰ οὐράνια, ἡ ἄλλη σὲ ἁρπάζει καὶ σὲ βυθίζει στὸν ᾅδη· ἕνας ἄγγελος ποὺ μὲ τὶς φτεροῦγες του μᾶς ὑψώνει στὸν οὐρανό, κ᾿ ἕνας σατανᾶς ποὺ μᾶς σπρώχνει στὴν κόλασι. Ἂν θέλῃς γίνεσαι ἢ ἀπόστολος Παῦλος καὶ πετᾷς στὰ ὕψη ἢ Ἰούδας καὶ προδίδεις τὸ Χριστό. Δυὸ δυνάμεις παλεύουν. Τὸ κακὸ μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ μισήσουμε, τὴν ἁμαρτία, τὸ πάθος ἤ, ὅπως ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς, τὸ «γουρουνάκι» ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ μᾶς σπρώχνει στὸ κακό.
Τὸ κακὸ εἶνε πολύμορφο· ἡ ἁμαρτία εἶνε δέντρο μὲ πολλὲς διακλαδώσεις. Πορνεία, μοιχεία, κλοπή, πλεονεξία, γαστριμαργία, μῖσος, ὀργή… Πλῆθος οἱ ἁμαρτίες. Καὶ ὅταν αὐτὲς χρονίζουν, ἡ ψυχὴ ἀποκτᾷ πάθη. «Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν» σημαίνει νὰ κηρύξουμε αὐτοπόλεμο ἐναντίον ὅλων αὐτῶν.
Ὤ νὰ μποροῦσε ὁ ἄνθρωπος νὰ ξεῤῥιζώσῃ αὐτὰ τὰ κακά! Δῶστε μου ἀνθρώπους ἀπηλλαγμένους ἀπὸ ἁμαρτίες καὶ πάθη, καὶ ἡ γῆ θὰ γίνῃ παράδεισος. Τώρα τὸ κακὸ βασιλεύει καὶ κάνει τὴ ζωή μας κόλασι.
* * *


Δὲ θὰ πῶ περισσότερα. Πρὶν τελειώσω θὰ ὑπογραμμίσω ἕνα κακό, ποὺ μαστίζει ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες. Εἶνε ἡ φιλονικία, τὸ μῖσος, ἡ διχόνοια. Ἀναφέρω δύο – τρία παραδείγματα.
Βλέπεις τὴν οἰκογένεια καὶ τὴ νομίζεις ἀγαπημένη. Ἡ γυναίκα ὅμως μισεῖ τὸν ἄντρα, κι ἂς τρώῃ κι ἂς κοιμᾶται μαζί του. Ἔτσι ἐξηγεῖται πῶς μιὰ γυναίκα πῆρε τσεκούρι καὶ σκότωσε τὸν ἄντρα της καὶ ἔφριξε ὁ κόσμος.
Ὅταν περιώδευα ὡς ἱεροκήρυκας στὴν Πίνδο μὲ τὰ πόδια ―τὸ καλύτερο αὐτοκίνητο―, πέρασα κι ἀπὸ ἕνα χωριὸ μὲ βοσκούς, μὲ τοπία, μὲ δάση, μὲ νερὰ κρυστάλλινα – παράδεισος ἦταν. Σὲ λίγο ὅμως τί ἔμαθα· τὸ χωριὸ διχάστηκε. Ὁ σατανᾶς ἔσπειρε μῖσος ἀνάμεσά τους. Χωρίστηκαν σὲ δυὸ παρατάξεις, ἅρπαξαν τὶς καραμπίνες καὶ σκοτωθήκανε. Δέκα νεκροὶ καὶ σαράντα τραυματίες! Ἔσβησε τὸ χωριό, δὲν ὑπάρχει. Ἔλειψε ἡ ἀγάπη; δὲν ὑπάρχει οὔτε οἰκογένεια οὔτε χωριό.
Θέλετε κ᾿ ἕνα ἄλλο; Αὐτὸ τὸ μῆνα ἡ πατρίδα θρηνεῖ τὴν ἐπέτειο τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς· τέτοια ἐποχὴ ἦταν. Πῶς ἦρθε ἡ συμφορά; μᾶς νίκησαν οἱ Τοῦρκοι; Ὄχι. Ὁ διος ὁ Κεμάλ τὸ εἶπε· «Δὲ νικήσαμε τοὺς Ἕλληνες· μόνοι τους νικήθηκαν, μὲ τὴ διχόνοια». Ἑνωμένοι κι ἀγαπημένοι, ἤμασταν ἀήττητοι· ὅταν γίναμε δυὸ παρατάξεις, διαλυθήκαμε.
Καὶ τώρα πάλι τέτοια σημάδια διαιρέσεως παρουσιάζονται. Καὶ κλαίω κι ἀναστενάζω, γιατὶ φοβοῦμαι καμμιὰ νέα καταστροφὴ χειρότερη. Διότι φύγαμε ἀπὸ τὸ Θεό.
Ὁ Χριστὸς κάνει προσκλητήριο ἐπιστρατεύσεως. Ὁ σταυρός του κάνει θαύματα, κάνει καὶ τοὺς λύκους ἀρνία. Ἡ Ἐκκλησία μας καλεῖ ὅλα τὰ παιδιά της κοντά, χωρὶς διακρίσεις, σὰν τὴν κλῶσσα ποὺ ἀγαπάει ὅλα τὰ πουλάκια της ὁποιοδήποτε χρῶμα κι ἂν ἔχουν. Κ᾿ ἐσεῖς εἶστε παιδιὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατρίδος.


Μείνετε ἀγαπημένοι καὶ ἑνωμένοι. Τότε θὰ ἑορτάζουμε μὲ ἀγαλλίασι τὶς μεγάλες ἑορτὲς καὶ θὰ λέμε· Δόξα στὸ Θεό, δόξα στὸ Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.


ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


(Ι. ναὸς Ἁγ. Δημητρίου Κούτουρλα – Εὐβοίας 18-9-1988)


Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 11 Σεπτεμβρίου 2016. (Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως)



Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως

 

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 13 - 17
13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὤν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Γ´ 13 - 17
13 Κανείς δε δεν ανέβηκε στον ουρανόν, δια να μάθη εκεί και διδάξη εις σας αυτάς τας αληθείας, παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανόν και έγινε δια της ενανθρωπήσεως υιός του ανθρώπου και ο όποιος εξακολουθεί, καθ' ον χρόνον ζη εις την γην, να είναι και στον ουρανόν ως Θεός. 14 Οπως δε ο Μωϋσής εκρέμεσε υψηλά το χάλκινι φίδι εις την έρημον, δια να το αντικρύζουν με πίστιν οι Ισραηλίται και να σώζωνται από το θανατηφόρον δηλητήριον των φιδιών της ερήμου, έτσι, σύμφωνα με το πάνσοφον σχέδιον του Θεού, πρέπει να κρεμασθή και ο υιός του ανθρώπου επάνω στον σταυρόν. 15 Και τούτο, δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κανένας από εκείνους, που θα πιστεύσουν εις αυτόν, αλλά να κερδήση και να έχη την αιώνιον ζωήν. 16 Διότι τόσον πολύ ηγάπησεν ο Θεός τον βυθισμένον εις τας αμαρτίας κόσμον, ώστε παρέδωκεν εις σταυρικόν θάνατον τον μονογενή του Υιόν· δια να μη καταδικασθή εις την αιωνίαν απώλειαν κάθε ένας που θα πιστεύη εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον. 17 Διότι δεν έστειλεν ο Θεός τον Υιόν του στον κόσμον δια να κρίνη και καταδικάση τον κόσμον, αλλά δια να σωθή ο κόσμος με την θυσίαν αυτού.

Το Ιερό Κήρυγμα


Ο Θεός σε αγαπά (Κυριακή προ της Υψώσεως)

«Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)

Η Ύψωσις τοῦ τιμίου Σταυροῦ εἶνε τὸ κέντρο τοῦ Σεπτεμβρίου. Ἡ σημερινὴ Κυριακὴ λέγεται «πρὸ τῆς Ὑψώσεως» καὶ ἡ ἑπομένη «μετὰ τὴν Ὕψωσιν». Οἱ καταβασίες εἶνε «Σταυρὸν χαράξας Μωσῆς…», ἀπόστολος καὶ εὐαγγέλιο εἶνε ἐπίσης σχετικὰ μὲ τὸ σταυρό.

Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο· «Κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανὸ εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (Ἰωάν. 3,13). Μπᾶ, θὰ μᾶς ποῦν οἱ ἄπιστοι, σήμερα ἡ ἐπιστήμη προώδευσε, ὅλων τὰ βλέμματα εἶνε στραμμένα στὸ διάστημα· πῶς τὸ εὐαγγέλιο λέει, ὅτι κανένας δὲν ἀνέβηκε στὸν οὐρανό; Ἐδῶ ἡ ἐπιστήμη διαψεύδει τὴ θρησκεία… Τί ἔχουμε ν᾽ ἀπαντήσουμε;

Ἀγνοεῖτε τὰς Γραφάς. Ὅταν λέῃ τὸ Εὐαγγέ λιο «οὐρανός», δὲν ἐννοεῖ αὐτὸν τὸν φυσικὸ οὐρανό, στὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ὁ προφήτης Ἠλίας. Πέρα ἀπὸ αὐτὸ τὸν οὐρανό, πέρα ἀπὸ τὸν ἥλιο τὸ φεγγάρι τὰ ἄστρα καὶ τοὺς γαλαξίες, ὑπάρχει ἕνας ἄλλος οὐρανός, πνευματικὸς ὑπερφυσικὸς ἀόρατος. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Γραφὴ λέει κάπου «Αἰνεῖτε αὐτὸν οἱ οὐρανοὶ τῶν οὐρανῶν» (Ψαλμ. 148,4). Καὶ γι᾽ αὐτὸ γιὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο λέει ὅτι ἡρπάγη «ἕως τρίτου οὐρανοῦ» (Β΄ Κορ. 12,2). Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ κάποιος ἀνώτερος οὐρανός, στὸν ὁποῖο λατρεύεται ὁ Θεός. «Οἱ τὰ Χερουβὶμ μυστικῶς εἰκονίζοντες καὶ τῇ ζωοποιῷ Τριάδι τὸν τρισάγιον ὕμνον προσᾴδοντες…» (θ. Λειτ.). Γι᾽ αὐτὸ τὸν οὐρανό, στὸν ὁποῖο δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ γήινο ἀλλὰ κατοικεῖ ἡ ἁγία Τριὰς καὶ τὰ ἄυλα πνεύματα, ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὅταν λέῃ «Οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν».

Ὥστε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός· ἡ προέλευσί του εἶνε θεία, δηλαδὴ εἶνε Θεός. Καὶ ὅτι εἶνε Θεὸς ὁ Χριστὸς τὸ ἀπέδειξε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, μὲ τὴ διδασκαλία του, ποὺ εἶνε θεία. Τὰ βιβλία ποὺ ἔγραψαν καὶ οἱ μεγαλύτεροι σοφοὶ ὑστεροῦν ἐν συγκρίσει μὲ τὸ Εὐαγγέλιο. Ὅποιος ἀκούει καὶ διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, αἰσθάνεται ὅπως οἱ ἀκροαταὶ τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἔλεγαν «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46). Ὁ ἴδιος δὲ γιὰ τὴ διδασκαλία του εἶπε· «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35. Λουκ. 21,33. βλ. καὶ Μᾶρκ. 13,31).

Ἀπὸ τὸν οὐρανό, ποὺ ἦρθε ὁ Χριστός, μᾶς ἔφερε οὐράνια - ὑψηλὰ διδάγματα. Ποιό, θὰ ρωτήσετε, εἶνε τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ πιὸ μεγάλη διδασκαλία του; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Μακάρι νὰ εἶχα δύναμι Χρυσοστόμου καὶ Βασιλείου, νὰ τὸ ἐμφυτεύσω στὶς ψυχές σας. Τὸ ὑψηλότερο δόγμα, ἡ μεγαλύτερη ἀλήθεια, εἶνε ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν κόσμο - ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο (Ἰωάν. 3,16).

Ἀγαπᾷ τὸν ἄνθρωπο, πρῶτα - πρῶτα γιατὶ αὐτὸς τὸν ἔπλασε. Ἐὰν μὲ πείσῃς ὅτι τὸ σπίτι ἢ τὸ ρολόι σου ξεφύτρωσαν μόνα τους, τότε θὰ δεχθῶ ὅτι καὶ τὸ μεγάλο αὐτὸ ρολόι ποὺ λέγεται ἄνθρωπος ἔγινε μόνο του. Ὁ Θεὸς ἔκανε τὸν ἄνθρωπο αὐτὸς ἔκανε τὸ μάτι νὰ βλέπῃ, τὸ αὐτὶ ν᾽ ἀκούῃ, τὰ χέρια νὰ κινοῦνται, τὰ πόδια νὰ περπατοῦν, τὴν καρδιὰ νὰ χτυπᾷ, τὸ αἷμα νὰ κυκλοφορῇ, τὸ μυαλὸ νὰ κάνῃ συλλήψεις. Ὁ Θεὸς ἔδωσε τὴν εὔρυθμη λειτουργία σ᾽ αὐτά, τὴν ὑγεία. Κάθε χτύπος τῆς καρδιᾶς σου φωνάζει· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Κι ὄχι μόνο ἔπλασε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ προνοεῖ γι᾽ αὐτόν. Δὲν τὸν ἔρριξε σ᾽ ἕνα ξερονήσι ἢ πάνω στὸ φεγγάρι· τὸν ἔβαλε στὸν πλανήτη αὐτόν, στὸν ὁποῖο τοῦ ἔδωσε ὅλες τὶς πρῶτες ὗλες, ὅλα τὰ ἀναγκαῖα γιὰ νὰ δημιουργήσῃ πολιτισμό. Τοῦ ἔδωσε τὸν ἥλιο, ποὺ φωτίζει καὶ θερμαίνει. Κάθε ἀκτίνα, ποὺ ταξιδεύει τόσα μίλια κ᾽ ἔρχεται καὶ πέφτει πάνω στὸ μάγουλο τοῦ παιδιοῦ, στὸ χέρι τοῦ ἐργάτη, σὲ σπίτια καὶ καλύβες, περνάει ἀκόμα καὶ τὰ κάγκελλα τῆς φυλακῆς, τί εἶνε; Ἀσπασμός, φίλημα τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀκτίνα τοῦ ἥλιου, κάθε σταγόνα τῆς βροχῆς, κάθε πνοὴ τοῦ ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε, οἱ ζέφυροι, οἱ αὖρες, τὰ δέντρα, τὰ λουλούδια, τ᾽ ἀηδόνια, ὅλα λαλοῦν καὶ λένε· Ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπᾷ!

Ἀλλ᾽ ὄχι μόνο αὐτά. Ἂν εἶσαι Χριστιανός, ἄσε τοὺς ἄλλους νὰ μιλοῦν γιὰ τὰ λουλούδια καὶ τὰ πουλιά. Ἔλα τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ στὴν ἐκκλησία· κι ὅταν ὁ ἱερεὺς ὑψώνῃ τὸ τίμιο Ξύλο καὶ δῇς νοερὰ τὸ Χριστὸ μὲ τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, μὲ τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια πληγωμένα καὶ τὴν πλευρὰ κεντημένη, στάσου γιὰ λίγο, συλλογίσου καὶ κάνε τὸ ἐρώτημα· γιατί τὰ ἔπαθε ὅλα αὐτὰ ὁ Χριστός; Καὶ τότε θ᾽ ἀκούσῃς τὴν ἀπάντησι, ποὺ δίνει 800 χρόνια πρὸ Χριστοῦ ὁ προφήτης Ἠσαΐας· «Οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν» (Ἠσ. 53,4-5). Ποιός μπορεῖ νὰ νιώσῃ πόσο ὁ Θεὸς ἀγάπησε τὸν κόσμο! Μὲ ποιά γλῶσσα νὰ περιγράψουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ μας; Ὅποιος ἔχει ἕνα μόνο παιδί, πόσο τὸ πονάει! Ἐλᾶτε λοιπόν, ἐσὺ μάνα κ᾽ ἐσὺ πατέρα, νὰ μᾶς πῆτε πόσο ἀγαπᾶτε τὸ μονάκριβο γέννημά σας! Ἂν τώρα σᾶς πῇ κάποιος, ὅτι πρέπει τὸ παιδὶ αὐτὸ νὰ τὸ θυσιάσετε γιὰ τὸν ἐχθρό σας, ποιά μάνα καὶ ποιός πατέρας τὸ θυσιάζει; Καὶ γιὰ τὸν ἐχθρὸ μάλιστα; Ἐπ᾽ οὐδενὶ λόγῳ. Οὔτε γιὰ τὸ φίλο· πολλῷ μᾶλλον γιὰ τὸν ἐχθρό. Καὶ ὅμως τί λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· «Οὕτως ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόλλυται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. 3,16)· τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν ἀποστάτη κόσμο, ὥστε παρέδωσε τὸν Υἱό του, τὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὥστε ὅποιος πιστεύει σ᾽ αὐτὸν νὰ μὴ χάνεται ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ζωὴ αἰώνιο.

Δὲν ὑπάρχει, ἀδελφοί μου, ἀμφιβολία ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλ᾽ ἡ ἀγάπη αὐτὴ τοῦ Θεοῦ δημιουργεῖ καὶ σ᾽ ἐμᾶς τὴν ὑποχρέωσι νὰ Τὸν ἀγαποῦμε. Ὅπως ἔχεις ἀξίωσι ἐσὺ ἡ μάνα νὰ σ᾽ ἀγαπάῃ τὸ παιδί σου, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς περιμένει νὰ τὸν ἀγαποῦν οἱ ἄνθρωποι. Εἶνε χρέος μας ν᾽ ἀγαποῦμε τὸ Σωτῆρα μας.

Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ καρδιὲς εἶνε σήμερα κρύες - παγωμένες γιὰ τὸ Θεό. Μιὰ προφητεία τοῦ ἀποστόλου Παύλου λέει, ὅτι «εἰς τὰς ἐσχάτας ἡμέρας» -καὶ εἴμαστε στὶς ἔσχατες ἡμέρες- «ἔσονται οἱ ἄνθρωποι …φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι» (Β΄ Τιμ. 3,1-4), οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ θ᾽ ἀγαποῦν τὶς ἡδονές, τὰ μικρὰ καὶ τὰ ἀσήμαντα, παραπάνω ἀπὸ τὸ Θεό. Ἄλλος θ᾽ ἀγαπάῃ τὰ παιδιά του, ἄλλος τὴ γυναῖκα του, ἄλλος τὰ λεφτά, ἄλλος τὰ βιβλία, ἄλλος τὶς ἐπιστῆμες, ἄλλος τὰ γλέντια, ἄλλος τὰ σπόρ…. Θα τρελλαίνωνται γι᾽ αὐτά, ἀλλὰ στὶς καρδιές τους δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τοῦ ἀπείρου Θεοῦ.

Αὐτὸ δὲν γίνεται σήμερα; Τὸ Θεὸ ὄχι μόνο δὲν τὸν ἀγαποῦμε ἀλλὰ καὶ τὸν ὑβρίζουμε. Τὸν ὑβρίζουμε μὲ τὴ γλῶσσα καὶ τὰ λόγια μας, τὸν ὑβρίζουμε καὶ μὲ τὰ ἔργα μας. Κάθε μέρα, κάθε ὥρα, κάθε λεπτὸ βλαστήμιες ἀκούγονται. Κ᾽ ἔπειτα περιμένουμε προκοπή; Ὅπως πᾶμε -μὴ μὲ πῆτε ἀπαισιόδοξο, ζυγίζω μὲ τὸ Εὐαγγέλιο τὴν κοινωνία-, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς. Οἱ Ἑβραῖοι μιὰ φορὰ σταύρωσαν τὸ Χριστό, μὰ ἐμεῖς τὸν σταυρώνουμε χιλιάδες φορὲς κάθε μέρα. Στὰ σπίτια, στὰ σχολεῖα, στοὺς στρατῶνες, στὰ δικαστήρια, στὰ πλοῖα, στ᾽ ἁμάξια, στὶς παραλίες, στ᾽ ἀκρογιάλια, παντοῦ τὸν σταυρώνουμε· δὲν ὑπάρχει μέρος ποὺ νὰ μὴ στήνουμε κ᾽ ἕνα σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ.

Ὕστερα ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ ἐγὼ θαυμάζω πῶς ὁ Θεὸς ἐξακολουθεῖ νὰ μᾶς ἀγαπᾷ. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, Κύριε! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὸν ἥλιο· Χαμήλωσε λιγάκι, ζύγωσε στὴ γῆ! καὶ τότε ἡ θερμοκρασία ν᾽ ἀνεβῇ ἀπὸ 40 σὲ 100, 200, 300 βαθμούς. Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὴ θάλασσα· Δὲν ὑποφέρω τὶς μοιχεῖες καὶ πορνεῖες τους· φούσκωσε, ἀνέβα, κάλυψε τὶς κορυφές, νὰ μὴ μείνῃ κανένα σκουλήκι ζωντανό! Θὰ μποροῦσε νὰ πῇ στὰ νερά, στὶς πηγές, στὰ σύννεφα καὶ στὰ ποτάμια· Στερέψτε!… Ἀχάριστε ἄνθρωπε, ποὺ πίνεις νερὸ καὶ βλαστημᾷς τὸ Θεό. Δὲν κάνεις οὔτε σὰν τὴν ὄρνιθα, ποὺ πίνει καὶ μετὰ ὑψώνει τὸ κεφάλι πρὸς τὰ πάνω σὰ νὰ εὐχαριστῇ τὸ Θεό. Ἂν στερέψουν τὰ νερά, δὲ θὰ βρίσκῃς οὔτε ἕνα ποτήρι νὰ δροσιστῇς· θὰ κολλᾷς τὴ γλῶσσα σου στὰ μάρμαρα μέσα στὶς σπηλιές. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς μᾶς κρατάει ἀκόμα, τὰ σκουλήκια, πάνω στὴν πλάσι. Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ του!

Ἀδέρφια μου, ὅσοι πιστεύετε στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, στὸν αἰῶνα αὐτὸ τῆς διαφθορᾶς, ἐλᾶτε ὅλοι, μικροὶ - μεγάλοι, στὴν ἐκκλησία τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ Σταυροῦ. Νηστέψτε σὰν τὴ Μεγάλη Παρασκευή. Σκεφθῆτε τὶς ἁμαρτίες σας. Μετρῆστε τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Καὶ καθὼς θὰ βλέπουμε τὸν τίμιο σταυρό, ἂς ποῦμε ὅλοι· «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.


† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
στον ιερό ναό Ἀναλήψεως Δραπετσώνας - Πειραιῶς 11-9-1960)


Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 4 Σεπτεμβρίου 2016. (Ἡ παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων)



Κυριακὴ ΙA' Ματθαίου (Ἡ παραβολὴ τῶν μυρίων ταλάντων)

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 23 - 35
23 Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ ὃς ἠθέλησεν συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 24 ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 25 μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. 26 πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 27 σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτόν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 28 ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγεν λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 29 πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καὶ ἀποδώσω σοι· 30 ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. 31 ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. 32 τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· 33 οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγὼ σὲ ἠλέησα; 34 καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 35 Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν. 

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 23 - 35
23 Το καθήκον να συγχωρούμεν αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστον. Δι' αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθή με ένα βασιλέα, που ηθέλησε να λογαριασθή με τους δούλους του, στους οποίους είχεν εμπιστευθή την διαχείρισιν των οικονομικών του. 24 Εκεί δε που ήρχισε να εξετάζη τους λογαριασμούς, του έφεραν βιαίως έναν, που του χρεωστούσε το τεράστιον πόσον των δέκα χιλιάδων ταλάντων. 25 Επειδή δε δεν είχε να επιστρέψη όσα χρεωστούσε, διέταξε ο κύριός του να πωληθή ως δούλος αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, δια να εξοφληθή έτσι έστω και μέρος από το χρέος. 26 Επεσε τότε κατά γης ο δούλος εκείνος, τον επροσκυνούσε και έλεγε· “Κυριε, δείξε επιείκειαν και μακροθυμίαν εις εμέ και όλα όσα σου χρεωστώ, θα σου τα πληρώσω”. 27 Εφάνη δε σπλαγχνικός ο Κυριος του δούλου εκείνου, τον αφήκεν ελεύθερον και του εχάρισεν όλον το χρέος. 28 Αλλ' εκείνος ο δούλος όταν εβγήκεν έξω, ευρήκε ένα από τους συνδούλους του, ο όποιος του χρεωστούσε το μηδαμινόν ποσόν των εκατό δηναρίων. Αμέσως τον επιασε και τον επίεζε κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον λέγων· Πλήρωσέ μου ο,τι μου χρεωστάς. 29 Επεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος εις τα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγων· Δείξε σε μένα επιείκειαν και μακριθυμίαν και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα. 30 Αυτός δε δεν ήθελε να ακούση τίποτε, αλλά επήγε και τον κατήγγειλε εις τας αρχάς και τον έβαλε εις την φυλακήν, έως ότου πληρώση το χρέος του. 31 Οι άλλοι σύνδουλοί του, όταν είδαν αυτά που έγιναν, ελυπήθηκαν πάρα πολύ και ελθόντες στον κύριόν των του διηγήθηκαν με ακρίβειαν όλα τα γεγονότα. 32 Τοτε εκάλεσε αυτόν ο κύριός του και του είπε· Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιον εκείνο χρέος σου το εχάρισα, διότι με παρεκάλεσες. 33 Δεν έπρεπε και συ να λυπηθής και να ελεήσης τον σύνδουλό σου, όπως εγώ ο Κυριος σου σε ελυπήθηκα και σε ελέησα; 34 Και οργισθείς ο κύριός του τον έβαλε εις την φυλακήν και τον παρέδωκε στους βασανιστάς, δια να τον βασανίζουν, μέχρις ότου εξοφλήση όλον το χρέος του. 35 Ετσι και ο Πατήρ μου ο επουράνιος θα κάμη εις σας εάν δεν συγχωρήτε ο καθένας στον αδελφόν του, με όλην σας την καρδιά, τα πταίσματα, που έχει κάμει απέναντί σας”. 

Το Ιερό Κήρυγμα


Κυριακή ΙΑ Ματθαίου Ἔδει καί σέ ἐλεῆσαι..., ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα» εκ της Ιεράς Μητροπόλεως Χίου
(Ματθ. ιη΄ 23 – 35)

Ὁ Θεός, ἀδελφοί μου, εἶναι ὁ Πατέρας καί Κύριός μας. Αὐτός μᾶς ἐδημιούργησε καί ὁ Ἴδιος ἐπίσης μᾶς ἀναγέννησε, ὅταν ἐπέσαμε ἀνεπανόρθωτα καί μᾶς υἱοθέτησε πάλι, χάρις στή μεσιτεία τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός μᾶς κυβερνᾶ καί συντηρεῖ καί προστατεύει. Αὐτός μᾶς εὐεργετεῖ καθημερινά, ἑτοιμάζοντάς μας, συγχρόνως, τήν ἄφθαρτη καί αἰώνια κληρονομιά τῆς Βασιλείας Του. Ὁ Θεός τῆς ἀγάπης καί τῆς συγγνώμης, μέσα στόν ἀπύθμενο ὠκεανό τῆς ἀγάπης Του, ἀφήνει κάθε φορά, πού Τοῦ τό ζητᾶμε, νά ἀφανισθῇ ἡ σταγόνα τῶν ἁμαρτημάτων μας.

Σ’Αὐτόν, ὄπως καί ὁ δοῦλος τῆς παραβολῆς – χρωστᾶμε τό ἀνεξόφλητο χρέος τῶν μυρίων ταλάντων. Ἡ πρός Ἐκεῖνον διαγωγή μας, μέ τίς τόσες ἐλλείψεις καί παραβάσεις τοῦ θείου Νόμου, μέ τά καθημερινά παραστρατήματα τῆς σκέψεως, τῆς καρδιᾶς, τῆς γλώσσας καί ὅλων γενικά τῶν μελῶν τοῦ σώματος καί τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ψυχῆς μας, δημιουργεῖ τά ὀφειλήματα ἀπέναντί Του καί αὐξάνει τό βάρος τῆς ἐνοχῆς μας. Ταλαίπωρα πλάσματα! Σκλάβοι στά πάθη μας, καταπληγωμένοι ἀπό τήν ἁμαρτία, ἀνίκανοι γιά τίς μεγάλες πνευματικές ἀνατάσεις, δοῦλοι τῆς ἁμαρτίας, τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου, θά εἴμαστε καταδικασμένοι νά ἀντιμετωπίσωμε τή δικαιοσύνη τοῦ ἀδεκάστου Κριτῆ καί, ἑπομένως, τήν αἰωνία τιμωρία, ἄν ἡ ἔπειρη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ δέν ἄνοιγε τίς ἀνεξάντλητες πηγές τοῦ ἐλέους Του νά καταλούσουν τίς πληγές μας. Ὅμως, τό παντοδύναμο χέρι Του εἶναι ἀδύνατο νά διαγράψῃ τό χρέος τῶν μυρίων ταλάντων, ἄν ἐμεῖς οἱ ἴδιοι , οἱ μικροί καί ἀδύνατοι, δέν Τόν βοηθήσωμε. Τό γιατί μᾶς τό λέγει ἡ τιμωρία τοῦ ἀσπλάχνου ὀφειλέτη. «Ἐδει καί σέ ἐλεῆσαι...,ὡς καί ἐγώ σέ ἠλέησα». Καί «οὕτω καί ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐάν μή ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπό τῶν καρδιῶν ὑμῶν τά παραπτώματα αὐτῶν».

Θέλει δηλ. ὁ Κύριός μας, ἡ δική Του μεγαλοψυχία καί ἀνεξικακία νά εὑρίσκῃ ἀπήχηση στίς καρδιές μας καί κάποιαν ἀνταπόκριση στίς κοινωνικές μας σχέσεις. Θέλει νά γίνωμε μεγαλόψυχοι, μακρόθυμοι, ἐλεήμονες στά σφάλματα τῶν συνδούλων, τῶν συνανθρώπων μας, πρός ἐμᾶς τούς ἴδιους. Και τότε ἡ ἀγάπη αὐτή, πού μακροθυμεῖ, «πάντα στέγει, πάντα ὑπομένει καί οὐδέποτε ἐκπίπτει», θά βρῇ ἀνταπόκριση στούς οὐρανούς, ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νά εἴμαστε συνεπεῖς, ὅταν τοῦ λέγωμε: «Ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Θέλει νά εἴμεθα γνήσια παιδιά τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος «χρηστός ἐστιν ἐπί τούς ἀχαρίστους καί πονηρούς».

Θέλει νά βασιλεύωμε στά πάθη μας καί νά κυριαρχοῦμε στά ἐνστικτά μας. Θέλει νά ψάλωμε, ὅπως ὁ Δαυίδ τό ἆσμα τῆς ἀνεξικακίας ἐπάνω στή λύρα τῆς ἀγάπης. Θέλει νά ἀνεβαίνωμε συχνά μέχρι τό Γολγοθᾶ καί νά μένωμε ἐκστατικοί μπροστά στό δυσθεώρητον ὕψος τῆς ἀνεξικακίας καί μεγαλοψυχίας τοῦ Ἐσταυρωμένου, καί ἀκούοντάς Τον, μέσα στό σκοτάδι τοῦ πόνου καί τῆς ἀνθρώπινης κακίας, νά λέγῃ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς ۠ οὐ γάρ οἴδασι τι ποιοῦσι», νά βαδίζωμε ἐπί τά ἴχνη Του.
«Ἄφετε καί ἀφεθήσεται ὑμῖν». Εἶναι νόμος κάι ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, εἶναι πηγή ψυχικῆς γαλήνης. Εὐτυχισμένοι ὅσοι θά τόν ἐφαρμόσουν καί θά τόν πειραματισθοῦν. Ἀμήν!