Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 30 Οκτωβρίου 2016. (Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου)



Ε' Λουκᾶ (Ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου). Κλεόπα καί Ἀρτεμᾶ ἐκ τῶν Ο΄ Ἀποστόλων. Τῶν Ἁγίων Μαρτύρων Ζηνοβίου καί Ζηνοβίας καί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωσήφ, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.


Αρχαίο κείμενο

 

 


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙϚ´ 19 - 31
19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἐπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτοὺς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙϚ´ 19 - 31
19 Ειδικώτερα δε δια τον πλούτον ακούσατε και αυτήν την παραβολήν· Ενας άνθρωπος ήτο πλούσιος και εφορούσε κόκκινον πανάκριβον ένδυμα και λευκόν, λινόν πολυτελή χιτώνα. Και κάθε ημέρα ηυφραίνετο με πολυδάπανα λαμπρά συμπόσια. 20 Εζούσε δε τότε και κάποιος πτωχός ονάματι Λαζαρος, ο όποιος ήτο παραπεταμένος κοντά εις την μεγάλην εξώπορτα του πλουσίου, γεμάτος από πληγάς. 21 Και αυτός επιθυμούσε να χορτάση την πείνα του από τα ψίχουλα, που έπιπταν από το τραπέζι του πλουσίου. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, οι σκύλοι έγλειφαν τας πληγάς του γυμνού σχεδόν σώματός του. 22 Συνέβη δε να πεθάνη ο πτωχός και να μεταφερθή από τους αγγέλους εις τας αγκάλας του Αβραάμ, στον παράδεισον δηλαδή όπου ο Αβραάμ μαζή με τους δικαίους αναπαύονται και ευφραίνονται. Επέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη με πολλήν μεγαλοπρέπειαν. Η ψυχή του όμως κατέβηκε στον Αδην. 23 Και στον Αδην όπου εβασανίζετο, εσήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακρυά και τον Λαζαρον εις τας αγκάλας του. 24 Και αυτός, που τόσην αδιαφορίαν και σκληρότητα είχε δείξει, όταν ζούσε εις την γην, εφώναξε τώρα και είπε· Πατερ Αβραάμ, σπλαγχνίσου με και στείλε τον Λαζαρον να βρέξη την άκρη από το δάκτυλο του στο νερό και να δροσίση την γλώσσαν μου, διότι πονώ φοβερά μέσα εις την βασανιστικήν αυτήν φλόγα του Αδου. 25 Είπε δε ο Αβραάμ· Τεκνον, θυμήσου, ότι συ απήλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου εις την ζωήν σου και ο Λαζαρος ομοίως εδοκίμασε τα κακά της φτώχειας και της ασθενείας. Τωρα δε αυτός εδώ παρηγορείται και ευφραίνετε δια την υπομονήν, που έδειξε στον καιρόν της θλίψεώς του, συ δε κατά λόγον δικαιοσύνης βασανίζεσαι δια την φιλαυτίαν σου και την σκληρότητα της καρδίας σου. 26 Και επί πλέον μεταξύ του τόπου, που είμεθα ημείς, και του τόπου που είσθε σεις, έχει στηριχθή μέγα και ανυπέρβλητον χάσμα, ώστε εκείνοι που θέλουν να περάσουν από εδώ εις σας να μη ημπορούν ούτε και αυτοί, που είναι στο μέρος σας να μην ημπορούν να περάσουν προς ημάς. 27 Είπε δε ο πλούσιος· Τοτε σε παρακαλώ, πάτερ, να στείλης τον Λαζαρον στο πατρικό μου σπίτι, 28 διότι έχω εκεί πέντε αδελφούς, στείλε τον να τους διαβεβαιώση δι' αυτά που συμβαίνουν εδώ, ώστε να μη καταντήσουν και αυτοί στον τόπον τούτον των βασάνων. 29 Λεγει εις αυτόν ο Αβραάμ· Εχουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας· ας ακούσουν αυτών τας μαρτυρίας. 30 Εκείνος δε είπε· όχι, πάτερ Αβραάμ, δεν θα προσέξουν την μαρτυρίαν του Μωϋσέως και των προφητών. Αλλά εάν κανείς από τους πεθαμένους υπάγη προς αυτούς, θα μετανοήσουν. 31 Είπε δε εις αυτόν ο Αβραάμ· εάν δεν ακούσουν τον Μωϋσέα και τους προφήτας, δεν θα πεισθούν και αν ακόμη αναστηθή κάποιος εκ νεκρών”. (Οταν λείπη η καλή διάθεσις ούτε και το μεγαλύτερον θαύμα ημπορεί να οδηγήση εις πίστιν και μετάνοιαν). 


Το Ιερό Κήρυγμα



Κυριακὴ Ε΄ Λουκᾶ (Λουκ. 16,19-31)

Α) ΠΛΟΥΣΙΟΙ & ΦΤΩΧΟΙ

ΤΟ Εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἕνα βιβλίο ἀνεκτιμήτου ἀξίας. Μηδέν μπροστά του ὅλα τὰ βιβλία τοῦ κόσμου. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται», εἶπε ὁ Κύρι­ος, «οἱ δὲ λό­γοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35). Ἡ ἱ­στορία εἴκοσι αἰώνων ἀποδεικνύει, ὅτι εἶ­νε τὸ αἰώνιο βιβλίο. Ὅπως κανείς δὲ μπο­ρεῖ νὰ σβή­σῃ τὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶ­νε ὁ πνευματικὸς ἥλιος τῆς ἀνθρωπότητος.
Ἀπόδειξις ἡ σημερινὴ περικοπή. Εἶνε μιὰ ὑ­πέροχη παραβολὴ τοῦ Κυρίου, ἡ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου.

* * *

Παρουσιάζονται κυρίως δύο πρόσωπα· ὁ πλούσιος καὶ ὁ φτωχός, ὁ ἕνας στὴν κόλασι ὁ ἄλλος στὸν παράδεισο. Μποροῦμε ἆραγε ἀπ᾽ αὐτὸ νὰ βγά­λουμε τὸ συμπέρασμα, ὅτι κάθε πλούσι­ος θὰ πάῃ στὴν κόλασι καὶ κάθε φτωχὸς στὸν πα­ράδεισο; Ὄχι. Τὸ συμπέρασμα δὲν εἶ­νε ὀρ­θό. Δι­ότι στὴν ἴδια τὴν παραβολὴ βλέ­που­με, ὅτι μέσα στὸν παράδεισο ἔλαμπε σὰν ἄ­στρο φωτεινὸ – ποιός; Ἕνας πλούσιος· ὁ Ἀ­βραάμ. Πῶς κέρδισε αὐτὸς τὸν παράδεισο;
Ὁ Ἀβραὰμ ἔζησε ἀντίθετα ἀπὸ τὸν πλούσιο τῆς παραβολῆς. Ζοῦσε κάτω ἀπὸ σκηνές. Ἡ ζωή του λιτὴ καὶ ἀπέριττη. Καὶ πρὸ παντὸς ἦ­ταν φιλόξενος. Ὅ­πως ὁ ψαρᾶς ῥίχνει τὸ δίχτυ νὰ πιάσῃ ψάρια, ἔτσι αὐτὸς κάθε μέρα ἅ­πλωνε τὸ δίχτυ τῆς φιλαν­θρωπίας· ὅποιον ξένο ἔβλεπε, τὸν φιλοξενοῦ­σε στὴ σκηνή του.
Πλούσιος λοιπὸν ὁ Ἀβραάμ, καὶ τὸν βλέπου­με στὴν καρδιὰ τοῦ παραδείσου. Πλούσι­ος ἦ­ταν καὶ ὁ Ἰώβ, ἄλλη προσωπικότης τῆς πα­λαι­ᾶς διαθήκης, ποὺ ἦταν προστάτης χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, κοινωνικὸς καὶ μεταδοτικός. Πλούσι­ος ἦταν καὶ ὁ ἅγιος Ἀντώνιος, καὶ πούλησε ὅ­λη τὴν περιουσία του γιὰ νὰ τὴ δώσῃ στοὺς φτωχούς. Πλούσιοι ἦταν καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἅγιοι.
Πλούσιοι ὑπῆρξαν στὴν πατρίδα μας καὶ οἱ ἐ­θνικοὶ εὐεργέται. Τώρα δὲν ὑπάρχουν πλέον τέτοιοι. Ἡ πτωχὴ Ἑλλὰς ἔχει σήμερα πλουσίους, ἀλλὰ οἱ εὐεργέτες ἔλειψαν. Μαζὶ μὲ ἄλ­λες ὡραῖες παραδόσεις τῆς φυλῆς μας ἔ­σβησε κι αὐτή· σπανίζουν τώρα οἱ εὐεργέτες.
Στὶς 8 Νοεμβρίου, τῶν Ταξιαρχῶν, ἡ Φλώρι­­να ἑορτάζει τὴν ἀπελευθέρωσί της ἀπὸ τὸν Τουρκικὸ ζυγό. Ἀλλὰ γιὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ νίκη, ὁ θρίαμβος τοῦ ᾽12, ποιός συνετέλεσε; Οἱ μεγά­λοι εὐεργέτες, ὅπως ὁ Γεώργιος Ἀβέρωφ. Μι­κρὸ παιδί, ἔφυγε ἀπὸ τὸ ὑπόδουλο Μέτσοβο καὶ πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια. Τριάντα χρόνια δούλεψε σκληρά, ἀπέκτησε μεγάλη περιουσία, καὶ τὴν ἔ­δω­σε ὅλη στὸ ἔθνος. Ἔτσι ἀγοράστη­κε τὸ θρυλικὸ ἐ­κεῖνο καράβι, ὁ «Ἀβέρωφ», μὲ τὸ ὁ­ποῖο ὁ ὑ­πέροχος ναύαρχος Παῦλος Κουν­­τουριώ­της, κατεναυμάχησε στὰ Δαρδανέλλια τὸν τουρκικὸ στόλο. Ἕνας εὐεργέτης ὁ Ἀβέρωφ. Καὶ μόνο αὐτός; Γεμάτη εἶνε ἡ ἱστορία ἀ­πὸ εὐ­εργέτες. Καὶ σήμερα ἡ Ἑλλὰς γεννᾷ δρα­στη­ρίους ἀνθρώπους, ἀλλὰ εὐεργέτες ποῦ;
Ἑπομένως εἶνε εὐλογημένος ὁ πλοῦτος – πότε ὅμως; ὅταν γίνεται καλὴ χρῆσις του.
Τέτοιος ἦταν ἆραγε καὶ ὁ πλούσιος τῆς πα­ραβολῆς; Κάθε ἄλλο. Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἐγωιστής. Περι­ώριζε τὸ ἐνδιαφέρον του μόνο στὸ ἄ­τομό του, δὲν ἔβλεπε τίποτε ἄλλο. Ὅπως ὁ σα­λίγ­καρος κλείνεται στὸ κέλυφός του, ἔτσι αὐ­τὸς εἶχε κλειστῆ στὸν ἑαυτό του. Ἦταν φίλαυ­τος. Ἤθελε νὰ ἱκανοποιῇ τὶς αἰσθήσεις, νὰ ῥου­φᾷ ὅλες τὶς ἡ­δονές. Ἔμενε σὲ ἀρχον­τικό, ἔτρω­γε τὰ καλύτερα φαγητά, ἔπινε τοὺς πιὸ ἐκλεκτοὺς οἴνους, ντυνόταν πανάκριβα. Ἦταν σκλη­­ρός, ἀπάνθρωπος. Ἕνα σύνθημα εἶχε· ὅ­λα γιὰ τὸν ἑαυτό του, τίποτα γιὰ τοὺς ἄλ­λους.
Κάτω ἀπ᾽ τὸ παλάτι του καθόταν ἕνας πτω­χὸς – πάμπτωχος, ὁ Λάζαρος. Πεινοῦσε, ζητοῦ­σε κάτι νὰ φάῃ. Περίμενε νὰ τινάξουν τὸ τραπεζομάντηλο ἀπ᾽ τὴν τράπεζα τοῦ πλουσίου, γιὰ νὰ φάῃ ἀπὸ τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν…

* * *

Ἀπὸ τότε ποὺ γράφτηκαν αὐτὰ πέρασαν εἴ­­κοσι αἰῶνες, καὶ ὅμως εἶνε ἐπίκαιρα. Τὸ Εὐ­αγγέλιο δὲν παλιώνει ποτέ, εἶνε αἰώνιο. Σὰ νὰ βλέπουμε καὶ σήμερα τὴν παραβο­λὴ νὰ ζων­τα­νεύῃ ἐμπρός μας· εἰκόνες τοῦ ἀσπλάχνου πλουσίου παντοῦ στὸν κόσμο. Ἡ κοινωνία μας παρουσιάζει μεγάλη ἀντίθεσι· ἀπὸ τὸ ἕ­να μέρος οἱ πλούσιοι, ἀπὸ τὸ ἄλλο οἱ φτωχοί.
Οἱ πλούσιοι ἔχουν συγκεντρώσει στὰ χέρια τους τεράστια κεφάλαια, καὶ ὅλα τὰ διαθέτουν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό τους· γιὰ τοὺς ἄλ­λους τίποτε. Τί κι ἂν ὑπάρχουν ὀρ­φανά, χῆ­ρες, ἄρ­ρωστοι, ἀνάπηροι, δυστυχισμένοι; Αὐ­τοὶ εἶ­νε τυφλοὶ καὶ κουφοί, δὲ βλέπουν δὲν αἰ­σθάνον­ται τὴ δυστυχία γύρω τους. Σπανίως θὰ δῇς στὴν ἐποχή μας πλούσιο νὰ βαδίζῃ στὰ ἴχνη τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν ἄλλων ποὺ εἴ­παμε. Κατὰ κανόνα ὑπάρχει σκληροκαρ­δία. Ὅ­πως τὸ χρυσάφι σὰν μέταλλο εἶνε ψυχρό, ἔτσι καὶ ἡ καρδιὰ αὐτῶν ποὺ τὸ λατρεύουν· μένει ἀ­συγ­κίνητη, δὲ νιώθει ἀνάγκη νὰ κάνῃ ἔλεος.
Τὰ κράτη στὶς ἀποθῆκες τους ἔχουν τεράστιες ποσότητες τροφίμων. Ἀκόμα καὶ ἡ δική μας χώρα ἔχει ἀποθέματα. Ἐμεῖς, μικρὰ παιδιά, γνωρίζαμε, ὅτι ἡ πατρίδα μας δὲν εἶνε αὐ­τάρκης· σιτάρι, ῥύζι, ὅλα τὰ προμηθευόταν ἀπ᾽ ἔξω· φτωχὸς τόπος εἶνε. Ἀλλ᾽ εὐλο­γητὸς ὁ Θεός! μὲ τὸν κόπο τῶν παιδιῶν της, καὶ ἰδί­ως μὲ τὰ δύο ἑκατομμύρια προσφύγων ποὺ ἦρθαν ἀπ᾽ τὴ Μικρὰ Ἀσία, ὁ βράχος αὐ­τὸς τίναξε ῥόδα καὶ ἔγινε πλέον αὐτάρκης χώ­­ρα. Πολλὰ ἐκλεκτὰ προϊόντα παράγει· ἀχλάδια, μῆλα, ῥοδάκινα…, τόννους ὁλόκληρους.
Καὶ ἐρωτῶ· κάνουμε ἔλεος; Ὄχι δυστυ­χῶς. Περισσεύουν ἀγαθά. Μπορούσαμε νὰ φορτώσου­με μερικὰ καράβια μὲ ἑλληνικὴ σημαία καὶ νὰ τὰ πᾶμε κάτω ἐκεῖ, ποὺ πεθαίνουν κάθε μέρα παιδιὰ σὰν τὶς μῦγες. Καὶ ὅμως ἐ­μεῖς, ἄσπλαχνοι, δὲν σκεπτόμεθα αὐτοὺς ποὺ πεινοῦν· ἀνοίγουμε χωματερὲς καὶ θάβουμε τὰ προϊόντα! Θὰ τιμωρηροῦμε, θὰ πεινάσουμε, θὰ ποῦμε τὸ ψωμὶ ψωμάκι, καὶ θὰ ζητοῦμε τὰ ἄλλα ἔθνη νὰ σπεύσουν εἰς βοήθειάν μας. Νὰ λέμε Δόξα τῷ Θεῷ καὶ νὰ σκεπτώμεθα ὅτι, τὴν ὥρα ποὺ ἐ­μεῖς καθόμαστε στὸ τραπέζι, ἄλλοι στὴν Ἀσία καὶ στὴν Ἀφρικὴ πεινοῦν καὶ πεθαίνουν. Καὶ ὑπάρχουν ἀγαθά. Εἶνε ψέμα ὅτι δὲν φτάνει ἡ γῆ νὰ θρέψῃ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἐπιστήμη ἀπέδειξε, ὅτι διπλάσιο καὶ τριπλάσιο πληθυσμὸ μπορεῖ νὰ συντηρή­σῃ καὶ νὰ ζήσουν ὅλοι. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη.
Ὁ πλούσιος καταδικάστηκε ὄχι γιατὶ ἦταν πλούσιος ἀλλὰ γιατὶ ἦταν ἄσπλαχνος. Γι᾽ αὐ­τὸ εἶχε τέτοιο τέλος, αἰώνια κόλασι. Λένε μερικοί· Μὰ ὑπάρχει κόλασι;… Ἐμένα ρωτᾶτε; Ρωτῆστε τὸν ἑαυτό σας. Τὴν ὥρα ποὺ κάνουμε τὸ κακὸ ἔχουμε τύψεις συνειδήσε­ως. Ὁ ἐγ­κληματίας δὲν ἡσυχάζει. «Κάϊν Κάϊν», ἀκούει, «ποῦ εἶνε ὁ Ἄβελ ὁ ἀδελφός σου;» (Γέν. 4,9). Ζοῦμε μιὰ μικρὴ κόλασι· ἂς μὴ ζήσουμε καὶ τὴ μεγάλη, πέραν τοῦ τάφου. Κ᾽ ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ ὑπάρχῃ κόλασι, λέει ὁ ἱ. Χρυσόστομος, για­τὶ εἶμαι ἁμαρτωλός· ἀλλὰ ὑπάρχει. Γιὰ μερικοὺς ἀνελεήμονες πλουσίους, κι ἂν δὲν ὑπῆρ­χε, ἔπρεπε γίνῃ, λέει κάποιος φιλόσοφος· βα­ρὺ εἶνε τὸ κρίμα τους. «Οὐαὶ σ᾽ ἐσᾶς τοὺς πλου­σίους…», εἶπε ὁ Κύριος (Λουκ. 6,24). «Τὸν ἄσπλαχνο μὲ τοὺς ἀθέους θὰ κατακρίνῃ ὁ Χριστός», λέει κι ὁ ἐθνικός μας ποιητής.
Μαύρη λοιπὸν ἡ εἰκόνα τοῦ πλουσίου, τῶν ἀν­­θρώπων τοῦ κεφαλαίου ἐν γένει. Ἀντιθέτως ἡ εἰκόνα τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου εἶνε φωτει­­νή. Γιατί σώθηκε; μόνο ἐπειδὴ ἦταν φτωχός; Ὄχι. Πῆγε στὸν παράδεισο, διότι εἶχε μιὰ ἀρε­τὴ σπανία. Δὲ γόγγυσε, δὲ βλαστήμησε, δὲν καταράστηκε τὴν ἡμέρα ποὺ γεννήθηκε, δὲν ἔκανε κανένα ἔγκλημα. Ἔδειξε ὑπομονή. Καὶ χάρις στὴν ὑπομονή του, ποὺ εἶνε μεγάλη ἀρε­τή, ἀξιώθηκε νὰ σωθῇ.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ὑπάρχει πλούσιος μεταξύ μας; Μὴ πηγαίνει τὸ μυαλό μας μόνο στοὺς ἑ­κατομμυριούχους. Πλούσιος εἶνε καθένας ποὺ ἔχει κάποιο περίσσευμα. Καὶ ὅλοι ἔχουμε κάτι ποὺ περισσεύει. Ἐκεῖνο λοιπὸν ποὺ περισσεύει, δὲν εἶνε δικό σας, λέει ὁ ποιητής· «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ, καὶ μὴν τὸ σπατα­λᾶ­τε». Μὲ τὴν ἔννοια λοιπὸν αὐτὴ πλούσιοι εἶνε πολλοί· καὶ ὅλοι μποροῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό.
Λένε γιὰ τὸ Μέγα Ἀντώνιο, ὅτι ἄγ­γελος Κυρίου τὸν πῆγε στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε ἕνα τσαγκάρη. Δόξα τῷ Θεῷ, εἶπε αὐ­τός, σηκώνομαι τὸ πρωί, κάνω τὸ σταυρό μου, ἐργά­ζομαι ἐδῶ, καὶ ἀπὸ τὸ ψωμὶ ποὺ βγάζω τὸ μι­σὸ τὸ δίνω στοὺς φτωχούς. Θαύμασε ὁ Ἀντώνιος, ὅτι μέσ᾽ στὴν πολιτεία ὑπῆρχε τέτοια ἁγιότης. Διότι δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ πᾷς στὸ Ἅγιο Ὄ­ρος γιὰ νὰ γίνῃς ἀσκητής· καὶ μέσα ἐδῶ στὴν κοινωνία, ἂν θέλῃς, μπορεῖς ν᾽ ἁγιάσῃς καὶ ν᾽ ἀξιωθῇς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν.
Ὑπάρχει δυστυχία. Νὰ εἴμεθα μεταδοτικοὶ καὶ εὐχάριστοι. Διότι ἡ ἀδικία εἶνε δυναμίτης ποὺ προκαλεῖ τὴν ἀνατροπή. Ἐὰν ἐ­φηρμόζετο τὸ Εὐαγγέλιο, δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐπαναστάσεις ποὺ ζητοῦν νὰ φέρουν τὴν ἰσότητα.
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε πάντοτε σπλά­χνα οἰκτιρμῶν, γιὰ νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς καὶ ν᾽ ἀξιωθοῦμε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου,  ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 4-11-1984)

 

Β) Ο πλουτος κατα την χριστιανικη αντιληψι



«Ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη» (Λουκ. 16,22)




ΟΙ ἄνθρωποι, ἀγαπητοί μου, σὲ ὁποιοδήπο­τε μέρος τῆς γῆς κι ἂν κατοικοῦν καὶ ὁ­­ποιοδήποτε χρῶμα κι ἂν ἔχουν, ὅλοι μέσα τους ἔχουν ἕνα πόθο· θέλουν νὰ ζήσουν εὐ­τυχισμένοι. Παγ­κόσμιος εἶνε ὁ πόθος αὐτός. Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὅλοι συμφωνοῦν σ᾽ αὐτό, ἐν τούτοις ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ποιό εἶνε ἐκεῖνο ποὺ δίνει τὴν εὐτυχία. Τὸ μέγα ἐρώτη­μα εἶνε· τί κάνει τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο; Ἡ μεγάλη πλειονότης ―γιὰ νὰ μὴν πῶ τὸ σύνολο― τῆς ἀν­θρωπότητος νομίζει ὅτι τὸ χρῆμα, τὰ λεφτά, κάνουν τὸν ἄνθρωπο εὐτυχισμένο. Ἰδανικό τους ὁ πλουτισμός. Τοὺς ἀ­κοῦς καὶ λένε· Ἔχεις λεφτά; κάνεις ὅ,τι θέλεις. Μερικοὶ φθάνουν στὴν ἀσέβεια νὰ λένε· Ὅποιος ἔχει τὸ χαμοθεὸ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀ­π᾽ τὸ Θεό. Καὶ χαμοθεὸ ἐννοοῦν τὸ χρῆμα. Ὅτι τὸ χρῆμα εἶνε μία δύναμις, κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅμως αὐ­­τὸ μέχρι τοῦ σημείου τὸ χρῆμα νὰ θεοποι­ῆ­ται, δηλαδὴ ἀπὸ μέσον νὰ γίνεται σκο­πὸς καὶ νὰ θεωρῆται ὡς τὸ κλειδὶ ποὺ λύνει ὅλα τὰ προ­βλήματα (ἀτομικά, οἰκογενειακά, κοινωνικά, παγ­κόσμια), ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασι. Ἀλλ᾽ ἆραγε τὸ χρῆμα, ποὺ τοῦ ἀποδίδουν τέ­τοιες ἱκανότητες, εἶνε ἡ πηγὴ τῆς εὐτυχίας; Στὸ ἐ­ρώ­τημα αὐτό, ἐὰν δηλαδὴ τὸ χρῆμα κάνει τὸν ἄν­θρωπο εὐτυχισμένο, ἀπαντᾷ σήμερα τὸ εὐ­αγ­γέλιο μὲ τὴν παρα­βολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Ἐπ᾽ αὐτοῦ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ δι­ατυπώσω μερικὲς σκέψεις.


* * *
Ὁ πλούσιος φαίνεται ὅτι κολυμπᾷ σὲ πέλα­γος εὐτυχίας· γελᾷ, διασκεδάζει, γλεντᾷ τὴ ζωή. Ἀλλ᾽ αὐ­τὰ ἐξωτερικῶς. Στὸ βάθος ὑποφέρει. Μοιά­­ζει μὲ ἕνα μῆλο, ποὺ ἀπ᾽ ἔ­ξω φαίνεται γε­ρό, ἀλ­λὰ μέσα ἔχει σκουλήκι. Ἔτσι εἶνε κι ὁ πλούσι­ος· ἕνα ὡραῖο μῆλο, ἀλλὰ μέσα σκουλήκια τὸν κατατρῶνε. Ποιά σκουλήκια; ⃝ Πρῶτα – πρῶτα τὸ χρῆμα εἶνε μιὰ δίψα ἄ­σβηστη, βασανιστική. Κι ὅταν λέω χρῆμα, δὲν ἐννοῶ τὰ λίγα ἐκεῖνα ποὺ ἐξοικονομεῖ κανεὶς μὲ κόπο καὶ ἱδρῶτα γιὰ νὰ ζήσῃ τὴν οἰκογένειά του· αὐτὰ εἶνε εὐ­λογημένα. Ἐννοῶ τὰ μεγάλα πλούτη, ποὺ προσπαθεῖ νὰ μαζέψῃ μὲ κάθε τρόπο ἡ πλεονεξία. Αὐτὸς ὁ ἔρωτας γιὰ τὸ χρῆμα εἶνε τυραννία· δὲν ὑπάρχει πάθος πιὸ βασανιστικό. Ὁ ἔρωτας τῆς σαρκός, γιὰ τὴ γυναῖκα ἢ τὸν ἄντρα, ἔρχεται ὥρα ποὺ σβήνει· ἀλλὰ ὁ ἔρωτας τοῦ χρήματος εἶνε κάτι δαιμονικό, δὲν σβήνει. Ἔχει κάποιος ἕνα ἑ­κατομμύριο; δὲν ἱκανοποιεῖται, θέλει νὰ τὸ κάνῃ δύο· ἔχει δύο ἑκατομμύρια; δὲν ἡσυχάζει, θέλει νὰ τὰ κάνῃ τέσσερα· ἔχει τέσσερα; θέλει νὰ τὰ κάνῃ ὀχτώ… Ἄσβηστη δίψα. Ὅ­σο ὁ διψασμένος μπορεῖ νὰ ξεδιψάσῃ μὲ θαλασσόνερο, ἄλλο τόσο μπορεῖ νὰ ἱκανο­ποιη­θῇ κάποιος αὐξάνοντας τὰ πλούτη. Ἡ θάλασ­σα μπορεῖ νὰ πῇ στὰ ποτάμια «Φτάνει πιά, δὲν θέλω τὰ νερά σας»· ὁ ᾅδης μπορεῖ νὰ πῇ στοὺς νεκροθάφτες «Φτάνει πιά, δὲν θέλω ἄλλα πτώματα»· ἀλλὰ ἡ φιλαργυρία, ἡ δίψα τοῦ χρήματος, ποτέ δὲν θὰ πῇ «φτάνει». Τί εἶνε λοιπὸν αὐτὴ ἡ δίψα, εὐτυχία; Κάθε ἄλλο. ⃝ Τὸ χρῆμα ὅμως ἔχει κ᾽ ἕνα ἄλλο κακό. Κι αὐτὸ εἶνε ἡ ἀγωνία. Ὁ φτωχὸς κοιμᾶται ἥσυχος, ὁ πλού­σι­ος δὲν κοιμᾶται. Φοβᾶται τὴ μέρα, φοβᾶται τὴ νύχτα. Φοβᾶται μήπως κλέφτες διαρρήξουν τὰ χρηματοκιβώτιά του καὶ πάρουν τοὺς θησαυρούς του. Φοβᾶται μήπως καμ­μιὰ οἰκονομι­κὴ κρίσι, κανένας πληθωρισμός, καμμιὰ χρεωκοπία, τὸν κάνουν ξα­φνικὰ φτωχό. Διότι τὸ χρῆμα δὲν ἔχει μόνιμο κάτοχο. Ὀρθῶς οἱ Ἀ­μερικανοὶ στὴν ὀπισθία πλευρὰ τοῦ δολλαρίου ἔχουν ζωγραφίσει ἕνα πουλί· αὐτὸ σημαίνει, ὅτι τὸ χρῆμα εἶνε σὰν τὸ πουλί, πετάει ἀ­πὸ χέρι σὲ χέρι, φεύγει ἀπὸ οἰκογένεια σὲ οἰκογένεια, ἀπὸ ἔθνος σὲ ἔθνος, δὲν κάθεται μονίμως πουθενά. Τὸ χρῆμα, ποὺ κρατᾷς, εἶνε ἀσταθές· ἔχει ἀλλάξει καὶ θ᾽ ἀλ­λάξῃ ἀκόμα χιλιάδες χέρια. Δὲν μπορεῖς νὰ στηρίξῃς σ᾽ αὐτὸ τὴν εὐτυχία σου. ⃝ Τὸ χρῆμα δημιουργεῖ δίψα ἄσβεστη, ἀγωνία καὶ ἀναστάτωσι. Εἶνε ἀκόμα πολὺ ἐπικίνδυνο, διότι σπρώχνει σὲ ἀνομίες καὶ μεγάλες συμφορές. Αὐτὸς ποὺ λατρεύει τὸ χρῆμα θὰ κά­νῃ πολλὰ ἐγκλήματα· γιὰ νὰ κερδίσῃ λίγα κέρ­ματα, θὰ κλέψῃ, θὰ ἀπατήσῃ, θὰ πῇ ψέματα, θὰ ὁρκιστῇ στὸ δικαστήριο παλαμίζον­τας τὸ Εὐ­αγγέλιο, θὰ νοθεύσῃ τὰ φάρμακα ἢ τὰ τρόφιμα, θὰ πλαστογραφήσῃ, θὰ γίνῃ φοροφυγάς. Τὸ τελευταῖο αὐτὸ ποιός τὸ σκέπτεται; Μία ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες στὶς ὁποῖες σπρώχνει ἡ φιλαργυ­ρία εἶνε ὅτι ὅλοι σχεδὸν οἱ Ἕλληνες, πλὴν ἐ­λαχίστων ἐξαιρέσεων, εἶνε φοροφυγάδες· δὲν εἶνε συνεπεῖς στὶς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν πατρίδα, ἐξαπατοῦν τὸ δημόσιο. Αὐτὸ δὲν συμβαίνει ἀλλοῦ· ὁ Ἰσραηλίτης λ.χ. θεωρεῖ θανάσιμο ἁμάρτημα ν᾽ ἀποφύγῃ τὴ φορολογία, δίνει στὸ κράτος μὲ τὸ παραπάνω ὅ,τι ὀφείλει. Ἐ­δῶ οἱ πλεῖστοι κάνουν ψευδεῖς δηλώσεις στὴν ἐ­φορία. Ἔπειτα ὅμως θέλουμε νὰ ἔχουμε σχο­λεῖα, στρατό, Ἑλλάδα ἔνδοξη, μὲ τὸ ἀζημίωτο οἱ τσιγγούνηδες! Κλέβουμε τὸ κράτος. Καὶ ποιά ἡ αἰτία; Ἡ μανία τοῦ χρήματος. Διότι αὐτὸς ποὺ ἔχει νικηθῆ ἀπὸ τὸ χρῆμα φθάνει στὸ σημεῖο καὶ τὴν πατρίδα νὰ πουλήσῃ καὶ νὰ γίνῃ Ἐφιάλτης, καὶ τὸ Χριστὸ ἀκόμα πουλάει καὶ γίνεται Ἰούδας γιὰ τριάκοντα ἀργύρια. ⃝ Τὸ χρῆμα δίψα ἄσβεστος, ἔρωτας ἁμαρτωλός, ἀγωνία ψυχῆς, θηρίο ἀνυπόφορο, ῥίζα ἁ­μαρτημάτων πολλῶν καὶ ἐγκλημάτων. Αὐτὸ κά­νει τοὺς πολέμους. Καὶ αὐτοὶ οἱ παγκόσμιοι πόλεμοι, τόσο ὁ πρῶτος ὅσο καὶ ὁ δεύτερος, ῥίζα εἶχαν τὸν πόθο τοῦ πλούτου. Τὰ πετρέλαια, τὰ κάρβουνα, οἱ πλουτοπαραγωγι­κὲς πη­γές, αὐτὰ ἦταν κυρίως τὰ αἴτια ποὺ ἐξ­ερράγησαν δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. ⃝ Τὸ χρῆμα ἔχει κι ἄλλη μία ἀδυναμία· δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς βαθυτέρους πό­θους τοῦ ἀνθρώπου. Εἶνε φτωχὸ γιὰ ν᾽ ἀπαν­τή­σῃ στὰ αἰτήματα αὐτά. Αὐτὸ θέλει νὰ διδάξῃ ὁ ἀρχαῖος μῦθος τοῦ Μίδα, ποὺ ζήτησε ὅ,τι ἀγ­γίζει νὰ γίνεται χρυσάφι, ἀλλὰ σύντομα μετάνοιωσε· πῆγε τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι νὰ φάῃ, ἄγγιξε τὸ ψωμί, ἔγινε χρυσάφι καὶ θὰ πέθαινε τῆς πείνας. Καὶ ἡ ἀνθρωπότης, σὰν ἄλλος Μίδας, κινδυνεύει νὰ πεθάνῃ ἐπάνω στὸ σωρὸ τῶν νομισμάτων τοῦ κόσμου τούτου, ποὺ νόμισε ὅτι θὰ τὴν κάνουν εὐτυχισμένη. ⃝ Ἐκεῖ ὅμως ποὺ τὸ χρῆμα ἀποδεικνύεται τελείως ἀδύναμο καὶ ἀσθενές, εἶνε ἡ ὥρα – ποιά ὥρα; Ἡ ὥρα τοῦ θανάτου. Ὤ ἡ ὥρα αὐτή! Ἔρ­χεται στὸ φτωχό, γιὰ νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς· ἔρχεται στὸν ἀσθενῆ, γιὰ νὰ θέσῃ τέρμα στὴν ἀνίατη ἀρρώστια του· ἔρχεται στὸ γενναῖο μαχητὴ ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μά­χης, γιὰ νὰ τὸν ἀνεβάσῃ στὸ πάνθεο τῶν ἡρώ­ων. Γιὰ τὸν πλούσιο ὅμως ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶνε τρομερή, κατ᾽ ἐξοχὴν τρομερή. Ἐκεῖ ποὺ γλεντάει καὶ διασκεδάζει καὶ καταστρώνει σχέδια καὶ πυργώνει ὄνειρα, τότε, σὲ ὥρα «ἀ­κατάλληλη», χτυπάει τὴν πόρτα του ὁ κακὸς ἐ­πισκέπτης, ὁ θάνατος, καὶ τοῦ λέει· Ἦρθα νὰ σὲ πάρω! Καὶ τότε, ὅσο πλούσιος καὶ νὰ εἶνε, δὲν μπορεῖ μὲ ὅλα τὰ χρήματά του νὰ παρατείνῃ τὴ ζωή του οὔτε μία ὥρα παραπέρα. Φεύγεις, ἄφρον πλούσιε, «ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12,20). Ἔτσι συνέβη σ᾽ ἕνα ἀνάκτορο τῆς Ἀσίας, ποὺ διασκέδαζε ἕνας πλουσιώτατος βασιλιᾶς, ὁ Βαλτάσαρ. Ἐπάνω στὸ ζενὶθ τῆς εὐτυχίας του, ξαφνικὰ ἕνα χέρι ἀόρατο ἔγραψε στὸν τοῖχο τρεῖς λέξεις· «μανή, θεκέλ, φάρες», «μετρήθηκες, ζυγίστηκες καὶ βρέθηκες λειψός, ἡ βασιλεία σου καταλύεται» (Δαν. 5,25). Καὶ ὄντως τὸ ἴδιο βράδυ τὸν σκότωσαν καὶ ἡ αὐτοκρατορία του διαλύθηκε.


* * *

Ὅλα τ᾽ ἀγοράζει κανεὶς μὲ τὸ χρῆμα, ἀγαπη­τοί μου· ἕνα δὲν ἀγοράζει, τὴν εὐτυχία. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε στὸ χρῆμα. «Μαται­ότης μαται­οτήτων, τὰ πάντα ματαιότης» (᾿Εκκλ. 1,2). Κάντε ἕνα περίπατο στὸ νεκροταφεῖο, νὰ δῆτε ποῦ εἶ­νε οἱ πλούσιοι. Τὰ ἄνομα πλούτη εἶνε κατάρα. Τὰ πολλὰ χρήματα δὲν εἶνε τοῦ Χριστοῦ· μὲ τὸ Εὐαγγέλιο δὲν γίνεσαι πλούσιος. Καὶ οἱ πλεονέκτες πλούσιοι ἔχουν συχνὰ τέλος οἰ­κτρό· στατιστικὲς δείχνουν, ὅτι αὐτοκτονοῦν ὄχι τόσο φτωχοὶ ὅσο πλούσιοι. Ποιός λοιπὸν εἶνε εὐτυχισμένος; Ὁ Λάζαρος. Αὐτὸς ὁ φτωχὸς εἶχε ἕναν ἄλλο πλοῦτο. Πλοῦτος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε τὸ χρῆμα· εἶνε ἡ πίστι στὸ Χριστό, ἡ ζωὴ ἐν Χριστῷ, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Τὰ ὑλικὰ πλούτη τοῦ κόσμου τούτου δὲν ἔχουν ἀξία, ἡ ἀξία δὲν εἶνε στὴν ὕλη· ἡ ἀξία βρίσκεται στὸ πνεῦμα, στὴν ψυχή, στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὸ μᾶς λέει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τὰ πλούτη τοῦ πλουσίου δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν τὴ μακα­ριότητα στὴν αἰώνιο ζωή. Ἐνῷ ὁ φτωχὸς ἀλλὰ πιστὸς Λάζαρος ἀξιώθηκε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀξιώθηκε νὰ εἶνε στὸν κόλπον τοῦ Ἀ­βραάμ, ἀξιώθηκε νὰ δῇ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Εἴθε κ᾽ ἐμεῖς μιὰ μέρα νὰ βρεθοῦμε ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὸ Λάζαρο καὶ ν᾽ ἀπολαύσουμε τὰ ἀ­γαθὰ τῆς βασιλείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ· ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.




† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγίου Κωνσταντίνου & Ἑλένης Ἀμυνταίου 30-10-1977)

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 23 Οκτωβρίου 2016. (Η Θεραπεία τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν)


Ϛ' Λουκᾶ (Θεραπεία τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν). Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου καί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰγνατίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 26 - 39
26 Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας. 27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο, καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένη ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονὸς, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνὴρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 26 - 39
26 Επειτα από αυτά έπλευσαν και αγκυροβόλησαν εις την χώραν των Γαδαρηνών, η οποία είναι αντίπερα από την Γαλιλαίαν. 27 Οταν δε ο Ιησούς εβγήκεν εις την ξηράν, τον συνάντησεν ένας άνθρωπος της πόλεως εκείνης, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια και δεν εφορούσε ένδυμα και δεν έμενε σε σπίτι, αλλά μέσα εις τα μνήματα. 28 Οταν όμως είδε τον Ιησούν εκραύγασε δυνατά, έπεσεν εις τα πόδια του και με φωνήν μεγάλην είπε· “ποία σχέσις υπάρχει ανάμεσα εις εμέ και σε, Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσης και μη με κλείσης από τώρα στον φρικτόν Αδην”. 29 Είπε δε αυτά ο δαιμονιζόμενος, διότι ο Χριστός διέταξε το ακάθαρτον πνεύμα να βγη και να φύγη από τον άνθρωπον, επειδή από πολλά χρόνια τον είχεν αρπάξει και κυριεύσει. Οι δε άλλοι άνθρωποι, ένεκα της αγριότητος αυτού, τον έδεναν με αλυσίδες και με ισχυρά δεσμά εις τα πόδια, δια να τον φυλάσσουν, ώστε να μη επιτίθεται και κακοποιή τους άλλους. Αλλά αυτός έσπαζε τα δεσμά και ωδηγείτο βιαίως από τον δαίμονα εις ερημικούς τόπους. 30 Τον ερώτησε δε ο Ιησούς, λέγων· “ποιό είναι το όνομά σου;” Εκείνος δε απήντησε· “λεγεών”. Διότι πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει στον άνθρωπον αυτόν. 31 Και παρακαλούσαν τα δαιμόνια αυτόν, να μη τα διατάξη και πάνε εις τα τρίσβαθα του Αδου. 32 Ητο δε εκεί μία αγέλη με πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό· και τον παρακαλούσαν τα δαιμόνια να τους δώση την άδειαν να μπουν εις εκείνους τους χοίρους. Και τους το επέτρεψεν ο Κυριος (διότι κατά λόγον δικαιοσύνης έπρεπε να τιμωρηθούν με την απώλειαν των χοίρων οι ιδιοκτήται των, επειδή τους έτρεφαν, μολονότι αυτό απηγορεύετο από τον μωσαϊκόν νόμον). 33 Αφού δε εξήλθον τα δαιμόνια από τον άνθρωπον, εμπήκαν στους χοίρους και ώρμησε ασυγκράτητο όλο το καπάδι επάνω στον κρυμνόν, ερρίφθη από εκεί εις την θάλασσαν και επνίγησαν οι χοίροι. 34 Οταν δε οι βοσκοί είδαν το γεγονός αυτό, έφυγαν και το ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις όσους συναντούσαν, από αυτούς που έμεναν στους αγρούς. 35 Εβγήκαν δε από την πόλιν οι άνθρωποι, δια να ίδουν αυτό που έγινε. Ηλθαν στον Ιησούν και είδαν τον άνθρωπον, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να κάθεται κοντά εις τα πόδια του Ιησού, ντυμένος, ήρεμος και φρόνιμος, και εφοβήθησαν. 36 Είχαν δε διηγηθή εις αυτούς εκείνοι που είδαν το γεγονός, πως ελευθερώθηκε ο δαιμονιζόμενος. 37 Και όλον το πλήθος της περιοχής των Γαδαρηνών τον παρεκάλεσαν να φύγη από αυτούς, διότι είχαν κυριευθή από μεγάλον φόβον, δια την τιμωρίαν που τους επεβλήθη. Ενοχοι δε και δι' άλλα καθώς ήσαν, εφοβούντο πολύ και άλλας τιμωρίας. Ο δε Ιησούς εμπήκε στο πλοίον και επέστρεψε. 38 Παρακαλούσε δε αυτόν ο άνθρωπος, από τον οποίον είχαν βγη τα δαιμόνια, να μένη μαζή του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε ειρηνικά εις την πόλιν του, λέγων· 39 “γύρισε στο σπίτι σου και να διηγήσαι όσα έκαμε εις σε ο Θεός”. Και εκείνος έφυγε και διαλαλούσε εις όλην την πόλιν, όσα ο Ιησούς έκαμε εις αυτόν.

Το Ιερό Κήρυγμα



Κυριακὴ ΣΤ΄Λουκᾶ

(Λουκ. η΄ 26-39)

Ἡ θεραπεία τοῦ δαιμονισμένου τῶν Γαδαρηνῶν


Τὴν τραγικὴ πραγματικότητα τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Σατανᾶ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τὴ δυνατότητα ἀπελευθέρωσης ἀπὸ τὸ κακὸ, ποὺ παρέχει πάντα ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, ἀποκαλύπτει ἡ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ.

Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφερόμενος στὸ γεγονὸς τῆς μετάβασης τοῦ Κυρίου στὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν καὶ τῆς συνάντησεώς Του μὲ ἄνδρα «ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν», διαπιστώνει τὸ διαβρωτικὸ καὶ καταστρεπτικὸ ρόλο τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων στὸ ἀνθρώπινο γένος μέσα στοὺς αἰῶνες, ἀλλὰ παράλληλα φανερώνει τὴν καταλυτικὴ ἐξουσία ποὺ ἔχει ὁ Χριστὸς κατὰ τοῦ διαβόλου.

Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραμμίσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ὅταν κάνει λόγο στὸ σύγχρονο κόσμο γιὰ τὸν δαίμονα καὶ τὶς δυνάμεις του, δὲν σημαίνει ὅτι παραπέμπει τὸν ὀρθολογιστὴ ἄνθρωπο νὰ ψάξει νὰ τὸν βρεῖ στὶς τερατόμορφες παραστάσεις ἄλλων ἐποχῶν, γιὰ νὰ τὸν ἐκφοβίσει. Ἀλλὰ ἀπευθύνεται μὲ σκοπὸ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἀνιχνεύσει μέσα ἀπὸ τὰ γεγονὸτα τῆς ζωῆς του τὴν κρυπτόμενη παρουσία καὶ ἐπέμβασή του, τονίζοντας παράλληλα τὴν παρήγορη ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος ἦρθε «ἵνα καταργήσῃ τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ’ ἔστι τὸν διάβολον».

Εἶναι ἀδιαμφισβήτητη πραγματικότητα πὼς ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος κομπάζει γιὰ τὸ ἐπίπεδο τοῦ πολιτισμοῦ του, γιὰ τὴν πολύπλευρη ἐπιστημοσύνη του, γιὰ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς τεχνολογίας του, γιὰ τὰ κατοχυρωμένα δικαιώματά του, καὶ ὁπωσδήποτε γιὰ τὴν ἀσύδοτη ἐλευθερία του καὶ τὴν ἀσύλληπτη δυνατότητά του σὲ κάθε τομέα τῆς ζωῆς. Στὸν κόσμο αὐτὸ ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας σήμερα περὶ δαιμονίων ξενίζει, προκαλεῖ, ἀμφισβητεῖται, παραπέμπει στὸ σκοταδιστικὸ παρελθόν, ἀφοῦ ὅ,τι μᾶς βασανίζει, ἡ χωρὶς βάθος γνώση μας τὸ περιορίζει στὴν ψυχικὴ ἀνισορροπία.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὰ σκληρὰ περιστατικὰ τοῦ καθημερινοῦ ἀβίωτου πλέον βίου μας, δηλαδὴ ἡ ἀπουσία τῆς ἀνθρωπιᾶς, ἡ ἔλλειψη τῆς ἀγάπης, ἡ ἀποκαθήλωση τῶν ἰδεωδῶν, τὸ ἀναποδογύρισμα τῶν ἀξιῶν, τὸ γκρέμισμα τῶν θεσμῶν, ἡ ἀποτυχία τῶν πολιτικοκοινωνικῶν μας συστημάτων, ἡ διάλυση τῆς οἰκογένειας, ἡ ἐπίμονη ἄρνηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κυριαρχία τῆς ἁμαρτίας μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐντοπίσουμε τὴ διαβρωτικὴ παρέμβαση τοῦ προαιώνιου ἐχθροῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς ζωῆς, δηλαδὴ τοῦ διαβόλου.

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀναφορὰ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς στὸ ἀλλοιωμένο ἀνθρώπινο πρόσωπο τοῦ δαιμονισμένου. Στὴ δύστυχη αὐτὴ ὕπαρξη, κύρια χαρακτηριστικὰ συμπεριφορᾶς ἔγιναν ἡ διάθεση γυμνότητας, ἡ ἔλλειψη μέτρου, ἡ ἀπροθυμία κοινωνικότητας, ὁ πόθος παραμονῆς σὲ σκοτεινοὺς καὶ δυσώδεις τόπους, ἡ ἀφηνιασμένη δύναμη στὰ χέρια, ὥστε νὰ σπάζει ἀκόμη καὶ ἁλυσίδες, ἡ θορυβώδης ἐμφάνιση, ἡ μανιώδης ἐπίθεση καὶ τέλος, ἀκόμη χαρακτηριστικότερος, ὁ φόβος τοῦ δαίμονα νὰ ἀντικρύσει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Σήμερα, ἐξακολουθοῦν καὶ ὑφίστανται στὴν πολιτισμένη κοινωνία μας τέτοια χαρακτηριστικὰ μὲ κυριότερες ἐκδηλώσεις τὶς συμπεριφορὲς ἀναρχικῶν, τρομοκρατῶν, ληστῶν, ἀπατεώνων, τὴν ἀπειλὴ τῶν πάσης φύσεως βιαστῶν, ἐμπόρων ναρκωτικῶν καὶ γενικὰ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων νὰ ἑνώσουν τὶς δυνάμεις τους σὲ κοινωνία προσώπων. Χαρακτηρίζεται δὲ αὐτὴ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν ὑπαρξιακὴ μοναξιὰ τῶν μελῶν της, ἀπὸ τὴν γενικευμένη ἐπικράτηση τοῦ κακοῦ, ἀπὸ τὴν αὔξηση τῆς ἐγκληματικότητας καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιμονή τῶν ἀνυποψίαστων «προοδευτικῶν» ποὺ ἀποκλείουν ἐπιστημονικῶς τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν μεθοδεία τοῦ διαβόλου.

Ἡ Θεολογία τῆς Ἐκκλησίας μας, θεμελιωμένη στὴν ἁγιογραφικὴ μαρτυρία καὶ στὴν Πατερική σοφία, δίνει πειστικὲς ἐρμηνεῖες γιὰ ὅσα συμβαίνουν, γνωρίζοντάς μας πὼς τὰ δαιμόνια εἶναι προσωπικὲς ὑπάρξεις τοῦ πνευματικοῦ κόσμου μὲ συνείδηση καὶ ἐλευθερία. Μᾶς διδάσκει ἐπίσης ὅτι τὸ κακὸ προϋ-ποθέτει ὑπευθυνότητα, ἐπειδὴ δὲν εἶναι αὐθύπαρκτο, δὲν εἶναι δηλαδὴ ἀφηρημένη πραγματικότητα, ἀλλὰ καρπός ἐλεύθερης πράξης καὶ ἀποτέλεσμα συνειδητοῦ σκοποῦ.

Πολυσήμαντη ἀκόμη εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι τὸν δαίμονα τὸν δημιούργησε ἡ φιλαυτία του, ὁ ἐγωισμός του καὶ ἡ ἄρνηση ἀποδοχῆς τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτὸ καὶ σκοπός του ἔκτοτε ἔγινε ἡ κυριαρχία του ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἔργο του ἡ διάσπαση τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο.

Τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἀναφέρεται σὲ πολλὲς περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ διάβολος ἐπιδιώκει τὴν προσωρινὴ ἢ καὶ τὴν αἰώνια ἐξόντωση τοῦ πλάσματος τοῦ Θεοῦ. Ἀνέλαβε, ἐπίσης, τόν ρόλο τοῦ ὑποβολέα τοῦ κακοῦ στὴν ἐλεύθερη συνείδηση καὶ διάθεση τοῦ ἀνθρώπου, μισῶντας τὴν ἁρμονία, τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν τάξη τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Ὅμως οἱ ἐνέργειές του, οἱ σκοποί του καὶ οἱ δυνάμεις του καταλύονται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του.

Τὸ ἔργο αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ κατὰ τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων συνεχίζει στὸν κόσμο ἡ Ἐκκλησία, ὡς τὸ παρατεινόμενο στὴν ἱστορία ἀναστημένο σῶμα Του. Μέσα στὸ πνευματικὸ αὐτὸ ἐργαστήριο ὁ Θεὸς ἐπιστρατεύει τοὺς ἁγίους Του, οἱ ὁποῖοι διεξάγουν ἀόρατο πόλεμο κατὰ τοῦ διαβόλου, ποὺ μεταχειρίζεται ἀνθρώπους καὶ φυσικὰ φαινόμενα, γιὰ νὰ καταστρέψει τὰ δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση τοῦ ὀνόματος «λεγεών», δηλαδὴ τῆς ὕπαρξης χιλιάδων δαιμόνων μέσα στὸν δαιμονισμένο.

Ὁ πιστὸς ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διασώσει καὶ νὰ διαφυλάξει τὴν ὕπαρξή του, ὅταν συνειδητὰ καὶ ἐλέυθερα ἐντάξει τὸν ἑαυτό του στὴν κοινωνία τῶν ἁγίων· στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἔνταξη αὐτὴ ἀποτελεῖ ὑπέρβαση τῆς μοναξιᾶς καὶ ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστὸς τότε ἀποθεραπεύει καὶ ἀποκαθιστᾶ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος δὲν κινδυνεύει πιά, ἐπειδὴ μετέχει στὴν ἑνότητα τῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου καταλύονται, δηλαδὴ καταργοῦνται, οἱ διασπαστικὲς δυνάμεις τοῦ κράτους τοῦ διαβόλου.

Ἀδελφοί μου,

τὴν αἴσθηση καὶ τὴν ἀξία τῆς μετοχῆς σ’ αὐτὴν τὴν μυστηριακὴ ἑνότητα ποὺ μᾶς διασώζει, μποροῦμε νὰ τὴν κατανοήσουμε περισσότερο μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς πρωτοχριστιανικῆς, ξεχωριστῆς σὲ τυπικὸ Θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἡ ὁποῖα τελεῖται σὲ πολλοὺς Ἱεροὺς Ναούς, μὲ ἀφορμὴ τὴ μνήμη του σήμερα. Τὸ ἱερὸ αὐτὸ πρόσωπο τῆς πρώτης Ἐκκλησίας στὴν καθολική του ἐπιστολὴ ὑπογραμμίζει τὴν ἀλήθεια ὅτι ἡ αὐθεντικὴ πίστη στὸν Χριστό ἐκδηλώνεται μὲ ἔργα ἀγάπης. Ὑπαινίσσεται ὅμως καὶ κάτι ποὺ συνήθως ξεχνᾶμε, ὅτι μόνον ἐν Χριστῷ ξαναβρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν συνάνθρωπό μας ἀκυρώνοντας ὅσα μᾶς χωρίζουν καὶ μᾶς διαιροῦν. Ἔτσι ὑπερνικοῦμε τὴ διάσπαση καὶ βιώνουμε τὴν ἑνότητα καὶ τὴ σωτηρία.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 16 Οκτωβρίου 2016. (Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως)


Δ' Λουκᾶ (Ἡ παραβολὴ τοῦ σπορέως) - Τῶν θεοφόρων πατέρων τῆς ἐν Νικαίᾳ ζ΄ Οἰκουμενικῆς συνόδου (787). Τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Λογγίνου τοῦ Ἑκατοντάρχου, τοῦ φρουρήσαντος ἐπί τοῦ Σταυροῦ καί ἐν τῷ τάφῳ τόν Κύριον

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 5 - 15
5 Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· 6 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα· 7 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό. 8 καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. 9 Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη;. 10 ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. 11 Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 12 οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν. 13 οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται. 14 τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.

Απόδοση στη Νεοελληνική


ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 5 - 15
5 “Εβγήκε ο σπορεύς στο χωράφι, δια να σπείρη τον σπόρον του. Και καθώς αυτός έσπερνε, άλλο μεν μέρος του σπόρου έπεσε κοντά στον δρόμον, κατεπατήθη από τους διαβάτας και τα πτηνά του ουρανού το κατέφαγαν. 6 Και άλλο έπεσε εις την πετρώδη γην και αφού εφύτρωσε, εξηράνθη, διότι δεν είχε υγρασίαν. 7 Και άλλο έπεσε ανάμεσα εις αγκάθια και καθώς εβλάστησαν και εμεγάλωσαν τα αγκάθια, το έπνιξαν εντελώς. 8 Και άλλο έπεσεν εις την εύφορον και καλήν γην και αφού εφύτρωσε, έκαμε καρπόν εκατονταπλάσιον”. Ενώ δε έλεγε αυτά, είπε με φωνήν μεγάλην· “Εκείνος που έχει αυτιά πνευματικά, δια να ακούη την αλήθειαν του Θεού, ας ακούη αυτά που εγώ διδάσκω”. 9 Τον ερωτούσαν δε οι μαθηταί του λέγοντες· “ποιό είναι το νόημα αυτής της παραβολής;” 10 Αυτός δε είπεν· “εις σας που έχετε αγαθήν διάθεσιν, εδόθη από τον Θεόν το προνόμιον και η χάρις να γνωρίζετε τας μυστηριώδεις αληθείας της βασιλείας του Θεού. Τους άλλους δε (επειδή δεν έχουν αγαθήν διάθεσιν και ενδιαφέρον να ακούσουν και δεχθούν την αλήθειαν και δια να τους προφυλάξω από την μεγάλη ευθύνην, που θα είχαν ενώπιον του Θεού, αν εκαταλάβαιναν και περιφρονούσαν τας θείας αληθείας) τους διδάσκω με παραβολάς, ώστε, ενώ βλέπουν να μη ημπορούν να εισχωρήσουν στο βαθύτερον νόημα, και ενώ ακούουν να μη ημπορούν να ενοήσουν την αλήθειαν. 11 Το νόημα δε της παραβολής αυτής είναι το εξής· Ο σπόρος συμβολίζει τον λόγον του Θεού. 12 Εκείνοι δε που ομοιάζουν προς το έδαφος κοντά στον δρόμον, είναι όσοι ήκουσαν και δεν επρόσεξαν τον λόγον του Θεού. Επειτα έρχεται ο διάβολος και παίρνει τον λόγον από την καρδία των, δια να μην πιστεύσουν και σωθούν. 13 Εκείνοι δε που συμβολίζονται με την πετρώδη γην, είναι όσοι όταν ακούσουν δέχονται με χαράν τον λόγον του Θεού, δεν έχουν όμως βαθειές ρίζες εις την καρδία των και δι' αυτό ολίγον καιρόν πιστεύουν και εις εποχήν πειρασμού απομακρύνονται από την πίστιν. 14 Το δε μέρος του σπόρου, που έπεσε εις τα αγκάθια, συμβολίζει εκείνους οι οποίοι, όταν ήκουσαν τον λόγον του Θεού, τον εδέχθησαν και επροσπάθησαν να τον τηρήσουν με κάποιαν προθυμίαν, αλλά πνίγονται από αγωνιώδεις φροντίδας δια την απόκτησιν πλούτου και από τας υλιστικάς απολαύσεις της ζωής αυτής, και έτσι δεν προχωρούν μέχρι τέλους, ώστε να έχουν καλούς και μονίμους καρπούς. 15 Το δε μέρος του σπόρου, που εσπάρθηκε εις την εύφορον γην, συμβολίζει τους καλοπροαιρέτους ανθρώπους, οι οποίοι με καλήν και αγαθήν καρδίαν, αφού ήκουσαν τον λόγον του Θεού, τον κρατούν με προσοχήν και ευλάβειαν μέσα των και έχουν ως καρπούς τα έργα της αρετής μαζή με την υπομονήν, την οποίαν θα δεικνύουν εις διαφόρους θλίψεις και περιπετείας.

Το Ιερό Κήρυγμα





Κυριακή Δ΄ Λουκά (Λουκ. η΄4-15)
Η Παραβολή του Σπορέως
του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου,συγγραφέα

Ο ΣΠΟΡΕΑΣ ΚΥΡΙΟΣ: Ο Κύριος συχνά χρησιμοποιούσε παραβολὲς για να κάνει το λόγο πιο παραστατικό βοηθώντας να εντυπωθεί καλύτερα στις ανθρώπινες ψυχές και να φέρει στα μάτια τους εικόνες συμβολικές που συμβολίζουν παραστατικότερα τη διδασκαλία Του.

Η Παραβολή του Σπορέα ξεκινά με τη φράση: “εξήλθε ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον”. Κατά το σύνολο των Πατέρων ο Σπορέας είναι ο Κύριος. Εξήλθε λοιπόν ο Κύριος όχι τοπικώς, αφού είναι πανταχού παρών, αλλά τροπικώς. ΄Έγινε πλησιέστερος σε μας με την ενανθρώπισή του. Επειδή εμείς, λόγω τον αμαρτημάτων μας, δε μπορούσαμε να τον προσεγγίσουμε, βγαίνει εκείνος σε μας. Βγαίνει να σπείρει το λόγο της Αληθείας. Κι όμως από τα μέρη του σπόρου αυτού, τρία χάνονται και ένα καρποφορεί!

ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ ΤΩΝ ΑΚΡΟΑΤΩΝ: Α΄ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ: Μέρος του σπόρου, λεει η περικοπή, έπεσε κοντά στο δρόμο. “Ποιος είναι ο δρόμος; Είναι ο υπερήφανος άνθρωπος, που η καρδία του είναι σκληρή, καταπατημένη από βιοτικές μέριμνες, και ακούει τον λόγον του Θεού και τον δέχεται μετά πάσης χαράς, μα έχει λιγοστή ευλάβειαν στο Χριστό, και πηγαίνει με τον διάβολον, και μένει η πέτρα άκαρπη.”, λέει ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Οι άνθρωποι που παρομοιάζονται με δρόμο είναι οι οκνηροὶ και οι αδιάφοροι. Όμως, πρώτη αιτία που δεν καρποφορεί ο λόγος του Θεού είναι η ανευλάβεια. Και την ανευλάβεια τη δημιουργεί κυρίως η εωσφορική υπερηφάνεια, η ιδέα οτι τα ανώτερα(;) πνεύματα, δεν έχουν ανάγκη τα απλά λόγια του εὐαγγελικού κηρύγματος. Σε αλαζόνες ανθρώπους τους φαίνονται μωρία! Αυτοὶ, “δοκούντες σοφοί είναι” θέλουν ν᾿ ακούν ρητορεία Δημοσθένους ή διαλεκτικὴ Σωκράτους!… Όμως ξεχνούν ότι το κήρυγμα, ο θείος λόγος, δεν είναι κοσμικὴ λογοτεχνία. Όπως, επί παραδείγματι, ο γιατρὸς συνιστώντας ένα φάρμακο δε ρητορεύει! Έτσι κι ο λόγος Θεού συμπυκνωμένος είναι απλά το: «Μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Μάρκ. α΄15). Δυστυχώς τα θέματα περὶ μετανοίας δε συγκινούν αυτοὺς που αρέσκονται σε φιλολογικά φληναφήματα. Ακούν αδιάφορα ή γελούν σαρκάζοντες, όπως οι “φιλοσοφούντες” ακροαταὶ του αποστόλου Παύλου όταν εκείνος τοὺς έλεγε ότι οι νεκροὶ θ᾿ αναστηθούν. Τέτοιοι ακροατές μοιάζουν με τον πατημένο δρόμο της παραβολής. Όπως δε βγαίνουν λουλούδια στη δημοσιά, που την πατούν άνθρωποι και οχήματα, έτσι και στην ψυχή του αλαζόνα δεν ανθεί ο λόγος του Θεού. Η υπερηφάνεια σκλήρυνε τὴ συνείδησή τους. Η σκληρή τους καρδιά έγινε πέρασμα των δαιμόνων, που δεν αφήνουν ούτε ένα σπόρο στὴν επιφάνειά της. Μόνο αν ταπεινωθούμε ≪ως παιδία ≫ (Ματθ. 18,3), ο λόγος του Θεού θα ριζώσει. Ειδάλλως ακόμη κι αν κηρύττεται απὸ έναν Χρυσόστομο ἢ Μέγα Βασίλειο, στην καρδιά του υπερήφανου είναι ματαιοπονία.

Β΄ ΟΙ ΔΕΙΛΙΑΖΟΝΤΕΣ: Μέρος του σπόρου έπεσε στην πέτρα, όπου το χωμα ήταν λιγοστό. Έτσι αυτό φύτρωσε, αλλά επειδή δεν είχε ρίζα, γρήγορα ξεράθηκε. Με την πέτρα συμβολίζονται οι πιὸ ασθενείς χαρακτήρες. Τα πετρώδη μέρη που δέχτηκαν το σπόρο είναι αυτοὶ που ακούν το λόγο και τον δέχονται αμέσως με χαρά, δὲ ριζώνει όμως μέσα τους βαθιὰ αλλὰ είναι προσωρινός. Κι όταν έρθει θλίψη ή διωγμὸς εξ αιτίας του λόγου, σκανδαλίζονται αμέσως. Έτσι εκτὸς απὸ την υπερήφανη καρδιὰ υπάρχει και η δειλή. Οι δειλοί ακούν αρχικά με ευλάβεια και χαρὰ το κήρυγμα. Συγκινούνται ή και δακρύζουν. Όμως, όταν έρθουν περιστάσεις αποδεικνύεται, ότι τέτοιοι ακροατές δεν έχουν ρίζα και βάθος. Αν εξαιτίας τήρησης του θείου νόμου απειλούνται υλικά τους συμφέροντα, θα υποχωρήσουν, θα πουν ψέμα, θὰ καταπατήσουν την αργία της Κυριακής, θ᾽ αγνοήσουν φιλίες, υποχρεώσεις.
Πόσο μάλλον σε περίπτωση διωγμού! Γι' αυτούς ισχύει το: “Καλὴη Θρησκεία, εφ᾿ όσον δε ζητάει θυσίες”. Μόλις προκύψει ο σταυρός-διωγμός, τότε τα “ωσαννὰ” σταματούν, ο ενθουσιασμὸς εκμηδενίζεται, ο ζήλος μαραίνεται, και ο δειλὸς γίνεται “ρίψασπις”. Αν, για παράδειγμα, συμβεί δυστύχημα στην οικογένεια, έρθει ο θάνατος, ο δειλός τότε ταράζεται, γογγύζει κατα της θείας πρόνοιας. Παύει να εκκλησιάζεται και να προσεύχεται(!), υπακούοντας στον εξής περίπου “εμπορικό” συλλογισμό: ≪Αφού ήμουν τόσο καλός, γιατί να μου έρθει το δυστύχημα;≫. Προφανώς πριν το ατύχημα ο ίδιος θα μπορούσε να προσευχόταν ως εξής: ≪Σε αγαπῶ, Κύριε! πρέπει να μου δώσεις όλα τ᾽ αγαθά. Έτσι θα σ᾽ αγαπώ περισσότερο!≫.
Τέτοιος άνθρωπος είναι συμφεροντολόγος, λάτρης του “άλυπου βίου”, υπολογιστής θρήσκος. Αν ο Κύριος αφαιρέσει κάτι απὸ τὰ είδωλα που λατρεύει, τότε φεύγει πικραμένος απὸ κοντά του. Αν, όμως, αγαπούσε το Θεὸ ανιδιοτελώς, θὰ έμενε πιστὸς μέχρι τέλους. Αυτοὶ, λοιπόν οι “ακούσαντες” μοιάζουν με πετρώδη γη, στην οποία έπεσε ο σπόρος καὶ βλάστησε, αλλὰ με τις πρώτες καυστικὲς ακτίνες ≪εξηράνθη διά το μη έχειν ικμάδα ≫ (Λουκ. η΄6).

Γ΄ ΟΙ ΤΡΥΦΗΛΩΣ ΣΧΟΛΑΖΟΝΤΕΣ: Μέρος του σπόρου έπεσε στ' αγκάθια. Τα τελευταία όταν ψήλωσαν έπνιξαν τα μόλις φυτρωμένα φυτά. “Ποία είναι τα ακάνθια; Ακάνθια είναι ο πόρνος, που ακούει τον λόγον του Θεού και ύστερον όμως έρχονται τα πορνικά πάθη και τoν πνίγουν, και χάνεται και μένουν και τα ακάνθια άκαρπα”. [Α. Κοσμάς Αιτωλός] Άκαρποι οι υπερήφανοι, άκαρποι οι δειλοί, αλλ᾿ άκαρποι και όσοι κυριεύονται απὸ βιοτικές μέριμνες, απάτη του πλούτου και ηδονές.
Απ᾽ το πρωὶ ως το βράδυ ο κόσμος κινείται πυρετωδώς σ᾽ ένα κύκλο μυρίων μεριμνών. Δεν είναι μόνο οι φροντίδες γιὰ τροφὴ και ρούχο. Σ΄ αυτὲς προσθέτει και νέες περιττὲς φροντίδες, συχνά κωμικές: Η γυναίκα για καλλυντικά, βαφὲς και αρώματα ξοδεύοντας χρήματα αλλὰ και ώρες πολύτιμες, ο ανδρας πάλι δε μπορεί χωρὶς χαρτοπαίγνιο, τυχερὰ παιχνίδια, απολαύσεις Βάκχου καὶ Ἀφροδίτης. Ψυχὴ που κυλιέται μέσα στὶς φροντίδες αυτὲς μοιάζει, κατὰ την παραβολὴ, με χωράφι, που δέχτηκε τον καλὸ σπόρο, αλλὰ μαζὶ με το σπόρο φύτρωσαν και αγκάθια, που μεγάλωσαν, απορρόφησαν τους χυμοὺς της γης κι έπνιξαν τα τρυφερὰ στάχυα.
Συνεπώς, πρέπει να αφαιρεθούν απ᾽ το χωράφι τ᾽ αγκάθια, για ν᾽ αναπτυχθούν και να καρποφορήσουν τα στάχυα. Ανάλογα πρέπει να ξεριζωθούν από τις ψυχὲς οι μέριμνες για τα μάταια, η μανία του πλούτου και των ηδονών του βίου, για να αναπτύσσονται οι αρετὲς του Ευαγγελίου. Είναι όμως η τρυφή αγκάθια; Δεν το γνωρίζουμε όσοι παραφερόμαστε απὸ τὸ πάθος. Οι φρόνιμοι γνωρίζουν ότι η τρυφή προξενεί περισσότερο πόνο απὸ τ’ ἀγκάθια, κι ότι ακόμη η τρυφὴ περισσότερο από τη μέριμνα καταδαπανά την ψυχή. Ούτε τόσο βασανίζεται κάποιος απὸ τη φροντίδα, όσο απὸ την αφθονία. Κι όπως τ’ αγκάθια απ’ όπου κι αν τα κρατήσουμε ματώνουν τα χέρια, ομοίως και η τρυφὴ και όδια και χέρια και το κεφάλι και τα μάτια κι όλα τὰ μέλη γενικὰ τα καταστρέφει. “Και είναι ξηρὴ και άγονη. Φέρνει πρόωρα γηρατειά, αμβλύνει τις αισθήσεις, σκοτίζει το λογισμό, τραυματίζει την οξύτητα του νου, κάνει το σώμα πλαδαρό. Γι’ αυτὸ κι οι πτώσεις είναι αδιάκοπες και πυκνὰ τα ναυάγια. Τίποτα δεν είναι τόσο εχθρικὸ και βλαβερὸ στο σώμα, όσο η τρυφή. Τίποτα δεν οδηγεί στη διάρρηξη και τη διάλυση το σώμα, όσο η ασωτία” [άγιος Γρηγόριος Παλαμάς]. Όμως, ας μην ξεχνάμε πως λίγες λέξεις άκουσαν οἱ Νινευίτες απὸ τον Ιωνά κι έδειξαν μετάνοια. Λίγα είδε κι άκουσε ο εκατόνταρχος Λογγίνος τη Μεγάλη Παρασκευὴ κι οδηγήθηκε στην πίστη και στο μαρτύριο. Πρέπει λοιπόν να συντριβεί με την ταπείνωση ο βράχος της υπερηφάνειας, να καούν με τη φλόγα της προσευχής τ᾽ αγκάθια των μεριμνών, να οργωθεί βαθειὰ με το αλέτρι της αυταπάρνησης ο αγρός του βίου μας, να υψωθεί στο κέντρο η σημαία του σταυρού για να τη βλέπουν και νὰ φεύγουν τα εναέρια πνεύματα και να μην “κλέβουν” το θείο σπόρο. Φράκτης αυτού του αγρού ας είναι η αδιάλειπτος προσευχή, ενώ ο καρπός θα αναπτυχθεί ποτίζοντάς τα με δάκρυα μετανοίας. Έτσι ο αγρός εκείνος θα θυμίζει αυτόν που ψάλλει η Εκκλησία μας: “Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς τῆς ἐρήμου τὸ ἄγονον ἐγεώργησας καὶ τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς εἰς ἑκατὸν τοὺς πόνους ἐκαρποφόρησας.”

Δ΄ Η ΓΟΝΙΜΗ ΓΗ: Τέλος το τέταρτο μέρος του σπόρου έπεσε στην καλή, γόνιμη γη κι έδωσε καρπό τριάντα ως εκατό φορές περισσότερο. “Ποία είναι η καλή γη που έκαμε τα εκατόν, τα εξήκοντα και τα τριάκοντα; Εκατόν έκαμε ο τέλειος άνθρωπος, εξήκοντα ο μεσαίος και τριάκοντα ο κατώτερος”. [Α. Κοσμάς Αιτωλός]. Όμως δεν αρκεί να είμαστε μόνο καλοὶ ακροατὲς του Ευαγγελίου. Η ≪καλὴ γη≫ που φέρει πολλὴ καρποφορία, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου, είναι αυτοὶ οι οποίοι ≪ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι καὶ καρποφορούσιν εν υπομονή≫. ≪Κατέχουσι≫, δηλαδή κρατούν μέσα τους το λόγο του Θεού και δεν αδιαφορούν, όπως εκείνοι που άφησαν το σπόρο να πέσει στο δρόμο. ≪Και καρποφορούσιν εν υπομονή≫, δηλαδή δείχνουν υπομονὴ στις θλίψεις και τους πειρασμούς, κι έτσι ο λόγος του Θεού ριζώνει βαθιά στις ψυχές τους και δε χάνεται, όπως στο πετρώδες έδαφος. Ακόμη, δεν αφήνουν τα αγκάθια να αναπτυχθούν γύρω τους, δεν τους απορροφούν δηλαδὴ οἱ βιοτικὲς μέριμνες κι οι κοσμικὲς επιθυμίες, αλλὰ επιμελούνται τον αγρὸ της ψυχής τους. Τον καθαρίζουν απὸ τα πάθη και φροντίζουν την καλλιέργεια των αρετών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ: Όπως ο πραγματικός σποριάς δεν ξεχωρίζει το χωράφι του, αλλά απλά ρίχνει το σπόρο παντού και χωρίς διάκριση, έτσι κι ο Κύριος δεν ξεχωρίζει τους ακροατές Του σε πλούσιους και φτωχούς, σοφούς ή μη, οκνούς ή εργατικούς. Μάλιστα, ο Κύριος λέγοντας την παραβολή αυτή δείχνει και στους Μαθητές Του να μην απογοητεύονται, ακόμη κι όταν χάνονται οι περισσότεροι από όσους δέχονται το λόγο. Ας θυμόμαστε, πάντως, πως δεν φτάνει ένα μέρος της αρετής για τη σωτηρία. Ο πιστός, σύμφωνα με την περικοπή, χρειάζεται πρώτα ακριβή ακρόαση [ή και μελέτη] και παντοτινὴ θύμηση κι έπειτα ανδρεία, έπειτα περιφρόνηση του πλούτου κι απελευθέρωση απ’ όλα τα βιωτικά. Αντιθέτως η τρυφή και η αδιαφορία οδηγούν στην πνευματική ακαρπία.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 9 Οκτωβρίου 2016. (Ἡ ἀνάστασις τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν)



Γ' Λουκᾶ (Ἡ ἀνάστασις τοῦ υἱοῦ τῆς χήρας ἐν Ναΐν). Τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀλφαίου καί τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἀνδρονίκου καί Ἀθανασίας τῆς συμβίου αὐτοῦ. Ποπλίας Μάρτυρος

Αρχαίο κείμενο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ζ´ 11 - 16
11 Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. 12 ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ. 13 καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· Μὴ κλαῖε· 14 καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. 15 καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. 16 ἔλαβε δὲ φόβος πάντας, καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεὸν, λέγοντες ὅτι Προφήτης μέγας ἠγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι Ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

Απόδοση στη Νεοελληνική

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ζ´ 11 - 16
11 Επειτα από αυτά, επήγαινε ο Ιησούς προς την πόλιν Ναΐν. Και μαζή του επήγαιναν αρκετοί μαθηταί του και λαός πολύς. 12 Μολις δε επλησίασε εις την πύλην της πόλεως και ιδού εγίνετο η εκφορά ενός νεκρού, ο οποίος ήτο μονογενής υιός εις μητέρα χήραν και αποστράτευτον και πολύς λαός με πολλήν συμπάθειαν προς αυτήν παρακολουθούσε μαζή της την κηδείαν. 13 Και όταν την είδε ο Κυριος, την ευσπλαγχνίσθη και της είπε· “μη κλαίεις”. 14 Και αφού επλησίασε, ήγγισε το φέρετρον, ενώ εκείνοι που το εκρατούσαν εσταμάτησαν, και είπε· “νεανίσκε, εις σε λέγω· Σηκω”. 15 Και αμέσως εσηκώθη και εκάθισε ο νεκρός και ήρχισε να ομιλή. Ο δε Ιησούς έδωκε αυτόν εις την μητέρα του. 16 Και κατέλαβε φόβος όλους και εδόξαζαν τον Θεόν λέγοντες ότι “προφήτης μέγας παρουσιάσθη μεταξύ μας και ότι ο πανάγαθος Θεός επεσκέφθηκε τον λαόν του”.

Το Ιερό Κήρυγμα

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΛΟΥΚΑ
Ευαγγέλιο: Λουκ. ζ΄ 11 - 16

Η στάση μας απέναντι στον θάνατο



Η εκ νεκρών ανάσταση του μονογενούς υιού της χήρας της Ναϊν από τον Ιησού, όπως περιγράφεται στο σημερινό ανάγνωσμα από το κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, μάς δίδει την αφορμή να μιλήσουμε για το γεγονός του θανάτου και να δούμε πώς πρέπει ο Χριστιανός, ως συνειδητό μέλος της Εκκλησίας, να τοποθετείται απέναντί του.


Είναι αλήθεια ότι ο θάνατος ανέκαθεν προκαλούσε στον άνθρωπο αισθήματα φόβου και αποστροφής. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος κάνει τα πάντα προκειμένου να κρατηθεί στη ζωή και ν’ αυξήσει το προσδόκιμό της. Η στάση αυτή δικαιολογείται καθότι ο άνθρωπος, έχοντας ευεργετηθεί από τον Δημιουργό του με την ζώσα ψυχή, την οποία διαθέτει, έχει πλασθεί για την αθανασία. Ο θάνατος είναι κατάσταση ξένη προς την ίδια του τη φύση. Παράλληλα, όμως, είναι και δική του επιλογή, καθότι ο ίδιος άνοιξε τον δρόμο για την έλευσή του, με την αμαρτία και αποστασία από το θέλημα του Θεού. Καρποί του θανάτου, ως εκ τούτου, είναι ο πόνος, το αίσθημα της έλλειψης, η θλίψη, το κενό. Αποτέλεσμα όλων αυτών, για τον άνθρωπο που βρίσκεται μακράν του Θεού, είναι η απογοήτευση και η απελπισία.


Και ενώ για τους ανθρώπους ο θάνατος είναι γεγονός τρομακτικό και αποκρουστικό, η Εκκλησία τον τοποθετεί στη σωστή του θέση θεωρώντας τον αναπόφευκτη στιγμή της ζωής, κατά την οποία ο άνθρωπος μεταφέρεται από την μία όψη της ζωής στην άλλη, δηλ. από την κατάσταση της θνητότητας σ’ αυτή της αθανασίας.


Στη σκέψη της Εκκλησίας το απευκταίο είναι η απώλεια της ψυχής και όχι το γεγονός του θανάτου. Αυτό πρέπει να είναι και το ενδιαφέρον κάθε Χριστιανού, ο οποίος οφείλει να διάγει τη ζωή του, όχι απαρνούμενος αυτήν, αλλά προετοιμαζόμενος, δι’ αυτής, για την προοπτική της αιωνιότητας. Η Εκκλησία διδάσκει ότι ο παρών βίος πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένα πανδοχείο, στο οποίο ο άνθρωπος διαμένει για λίγες μόνο μέρες και, όσο καλό και πολυτελές κι αν είναι, προσδοκά, διαρκώς, την επιστροφή στην οικία του, έστω κι αν αυτή είναι λιτή και απέριττη. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο θάνατος είναι ο τρόπος επιστροφής του ανθρώπου στην οικεία γι’ αυτόν κατάσταση της αιωνιότητος της Βασιλείας του Θεού, για την οποία είναι προορισμένος.


Έλεγε ο μεγάλος Ρώσος Ορθόδοξος Θεολόγος Μπερδιάγιεφ ότι «η ζωή δεν είναι ευγενής παρά γιατί περιέχει το θάνατο, που μαρτυρεί ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος για μια άλλη ύψιστη ζωή. Χωρίς τον θάνατο η ύπαρξη θα ήταν ευτελής και ανόητη»


Αλλά ο Θεός, που αντιμετωπίζει το πλάσμα του πάντοτε με απόλυτη αγάπη και ενδιαφέρεται για την σωτηρία της ψυχής του, επιτρέπει τον θάνατο και για έναν ακόμη λόγο, τον οποίο πρέπει να κατανοήσουμε και να αποδεχθούμε. «Ο φυσικός θάνατος πρέπει να ιδωθεί όχι αρχικά σαν τιμωρία, αλλά σαν μέσο ανακουφιστικό, δοσμένο από τον Θεό που αγαπάει. Μέσα στο έλεός Του ο Θεός δε θέλησε να συνεχίσουν να ζουν οι άνθρωποι απεριόριστα μέσα σ’ ένα πεπτωκότα κόσμο, δεμένο για πάντα μέσα στον φαύλο κύκλο των δικών τους επινοημάτων κι έτσι έδωσε ένα τρόπο φυγής. Γιατί ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ζωής, αλλά η αρχή της ανανέωσής της. Αποβλέπουμε, πέρα από τον φυσικό θάνατο, στην μελλοντική επανασύνδεση σώματος και ψυχής, στην καθολική ανάσταση την έσχατη Ημέρα»


Αντί, λοιπόν, αδελφοί, να δαπανούμε τον εαυτό μας καλλιεργώντας μέσα μας φόβο και τρόμο για τον επικείμενο θάνατο και αντί να στρεφόμαστε κατά του Θεού, όταν ο Εκείνος, από αγάπη παίρνει κοντά Του αγαπημένα μας πρόσωπα, οδηγούμενοι στην καταστροφική και δαιμονική απελπισία, ας φροντίσουμε για την ημέρα εκείνη και την ώρα της προσωπικής μας κρίσης ενώπιον του δικαιοκρίτου Χριστού. Και ας εκμεταλλευτούμε τον χρόνο της ζωής μας με τέτοιο τρόπο, ώστε την ώρα του θανάτου να ακούσουμε την Θεϊκή κλίση: Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ. Επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου.


ΠΗΓΗ: ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ