Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 20 Νοεμβρίου 2016. (Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου)

Θ' Λουκᾶ (Ἡ παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου). Προεόρτια τῆς ἐν τῷ Ναῷ Εἰσόδου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Δεκαπολίτου καί τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Πρόκλου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.

Αρχαίο κείμενο




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΒ´ 16 - 21
16 Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· Ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 17 καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; 18 καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, 19 καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 20 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 21 οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν.

Απόδοση στη Νεοελληνική





16 Είπε δε προς αυτούς και την εξής παραβολήν· “κάποιου πλουσίου ανθρώπου εσημείωσαν εξαιρετικήν ευφορίαν τα χωράφια του. 17 Και αυτός έπεσεν αμέσως εις αγωνιώδην συλλογήν και μέριμναν, λέγων· Τι να κάμω, διότι δεν έχω που να συγκεντρώσω και αποθηκεύσω τους καρπούς των χωραφιών μου; 18 Και ύστερα από μεγάλην σκέψιν είπε· τούτο θα κάμω· Θα κρημνίσω τας αποθήκας μου και θα οικοδομήσω άλλας μεγαλυτέρας, και θα συγκεντρώσω εκεί όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. 19 Και θα πω εις την ψυχήν μου· Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα για έτη πολλά· απόλαυσε την ζωήν, αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου. 20 Αφού δε ετοίμασε όλα και πριν προλάβη τίποτε από αυτά να απολαύση, του είπεν ο Θεός· ανόητε από την κακίαν σου άνθρωπε και απερίσκεπτε, αυτήν την νύκτα, που επίστευσες ότι θα αρχίση η απολαυστική ζωη σου, απαιτούν να πάρουν από σε χωρίς αναβολήν την ψυχήν σου· αυτά δε που έχεις ετοιμάσει, εις ποίον τώρα ανήκουν; 21 Ετσι παθαίνει και αυτό το τέλος έχει εκείνος, που εγωϊστικά θησαυαρίζει δια τον ευατόν του και δεν προσπαθεί να αποκτήση τον πλούτον των καλών έργων, εις τα οποία ευχαριστείται ο Θεός”. 

Το Ιερό Κήρυγμα

  
ΚΥΡΙΑΚΗ Θ' ΛΟΥΚΑ (Λουκά ιβ' 16-21) Η παραβολή του άφρωνος πλουσίου. "Άφρων, ταύτη τή νυκτί τήν ψυχήν σου απαιτούσιν από σού, ά δε ητοίμασες τί νι έσται;"

π.Χρυσόστομος Τελίδης


Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή βλέπουμε τη συμπεριφορά ενός πλουσίου ανθρώπου, του οποίου τα κτήματα καρποφόρησαν τόσο πολύ ώστε τον απασχολούσε το πρόβλημα πού θα συγκεντρώσει τα αγαθά του. Ενώ δηλαδή άλλοι άνθρωποι σκεπτόταν πώς θα εξοικονομήσουν τα προς το ζην, αυτός αντίθετα ανησυχούσε που δεν είχε πού να αποθηκεύσει τα αγαθά του.
Τα γεννήματα του ήταν τόσο πολλά ώστε λησμόνησε και τον ίδιο το Θεό στον
Οποίον ούτε ευχαριστώ δεν είπε. Αλλά και τους φτωχούς και πάσχοντες συνανθρώπους του αγνόησε οι οποίοι είχαν ανάγκη βοήθειας. Η καρδιά του πλούσιου είχε αιχμαλωτισθεί στην ύλη ώστε τελικά ο άνθρωπος αποφάσισε να μεγαλώσει τις αποθήκες του και να αποθηκεύσει τα αγαθά του σ’ αυτές.
Αυτός θα ήταν πλέον ο μοναδικός σκοπός της ζωής του, δηλαδή χαμερπής, ζωώδης και κτηνώδης. Με αυτόν τον τρόπο όμως, επειδή κατέβασε τον εαυτό του στη θέση των άλογων ζώων, κόπηκε το νήμα της ζωής του, αφού δεν είχε πλέον κανένα ανώτερο σκοπό να επιτελέσει στη γη.

Στην κατάσταση αυτή του πλουσίου πολλοί μπορεί να βρεθούν σε κάθε εποχή. Πολλοί είναι εκείνοι που αγνοούν την πολύτιμη ψυχή τους και συμπεριφέρονται σαν να είναι μόνο σάρκες. Το τέλος όμως των ανθρώπων αυτών θα είναι η απώλεια, όπως συνέβη και με τον πλούσιο της παραβολής. Και βέβαια ο πλούτος του δεν ήταν η αιτία της απώλειάς του, γιατί ο πλούτος βρισκόταν στη δική του εξουσία, δηλαδή να του κάνει καλή ή κακή χρήση.
Εάν έδειχνε ευγνωμοσύνη προς το Θεό και βοηθούσε τους έχοντες ανάγκη, τότε τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά και δε θα έφθανε σ’ αυτό το κατάντημα. Αυτός όμως έδειξε αχαριστία στο Θεό και ασπλαχνία στους ανθρώπους. Το κατάντημα του άφρονα πλουσίου έχουν όλοι εκείνοι που ακολουθούν το παράδειγμα του και στρέφουν την προσοχή τους μόνο στα υλικά αγαθά. Η επίγεια ζωή είναι ο χώρος όπου πρέπει να βασιλεύει η αγάπη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά και η αδελφική αλληλεγγύη, όπως είναι το θέλημα του Θεού.

Όσοι επιθυμούν τη σωτηρία τους οφείλουν να πειθαρχούν στο θέλημα του Θεού και να αποφεύγουν το πάθος της πλεονεξίας το οποίο επιφέρει την οργή του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος λέει ότι, όταν έχουμε διατροφές και σκεπάσματα, ας αρκούμαστε σ’ αυτά. Αλλά και οι πλούσιοι στον κόσμο αυτό δεν είναι καταδικασμένοι, επειδή είναι πλούσιοι, γιατί μπορούν να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο και για τον εαυτό τους, αλλά και για τους έχοντες ανάγκη. Μπορούν να βοηθούν τους φτωχούς και ασθενείς με τη βεβαιότητα ότι η φιλανθρωπία τους θα ληφθεί από το Θεό ως θετικό στοιχείο κατά την ημέρα της κρίσεως. Ο Θεός είναι ελεήμων και δίνει χάρη και έλεος σε όσους ελεούν τους αδύνατους και τους φτωχούς.

Παράδειγμα πλούσιου ανθρώπου από την Παλαιά Διαθήκη είναι ο Ιώβ ο οποίος ζούσε στην Αυσίτιδα χώρα και ήταν «αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος». Ο Θεός τον είχε ευλογήσει και είχε επτά γιους και τρεις θυγατέρες, κτήματα, ζώα και πλούτη πολλά. Ήταν ευτυχής και δόξαζε το Θεό καθημερινά. Τα πλούτη του δεν τον έκαναν αχάριστο προς το Θεό ούτε σκληρό προς τους συνανθρώπους του. Αντίθετα ήταν άνθρωπος του Θεού και όλοι τον υπολόγιζαν και τον είχαν σε μεγάλη υπόληψη.
Αλλά και ο Αβραάμ τον οποίον οδήγησε ο Θεός στη γη της επαγγελίας και του χάρισε πλούτη πολλά, δεν φάνηκε αχάριστος στο Θεό. Το πρώτο του έργο μόλις έφθασε στη γη της επαγγελίας ήταν να προσευχηθεί και να ευχαριστήσει τον Πανάγαθο Θεό για τις ευεργεσίες Του.

Ο άφρων όμως πλούσιος δε θέλησε να μιμηθεί τον Ιώβ και τον Αβραάμ. Κράτησε για τον εαυτό του όλο τον πλούτο που του χάρισε ο Θεός,τον οποίο και λησμόνησε, με αποτέλεσμα να χάσει την ψυχή του,ψυχή που του ζήτησε πίσω πια ο Θεός με τα λόγια που ακούσαμε στην αρχή: "Άφρων, ταύτη τή νυκτί τήν ψυχήν σου απαιτούσιν από σού, ά δε ητοίμασες τίνι έσται;"Βλάκα,του λέει ο Θεός,τι θα τα κάνεις όλα αυτά που απέκτησες...αφού σήμερα θα πεθάνεις;
'Ας αποφύγουμε λοιπόν αδελφοί μου το παράδειγμα του άφρωνος πλουσίου και ας μοιάσουμε περισσότερο του Αβραάμ και του Ιώβ.
Αμήν.


Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 13 Νοεμβρίου 2016. (Ἡ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου)

Η' Λουκᾶ (Ἡ παραβολὴ τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου). Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Χρυσοστόμου καί τῆς μητρός αὐτοῦ, Ἁγίας Ἀνθούσης

Αρχαίο κείμενο




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι´ 25 - 37
25 Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; 26 ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; 27 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· 28 εἶπε δὲ αὐτῷ· Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. 29 ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; 30 ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. 31 κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. 32 ὁμοίως δὲ καὶ Λευῒτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. 33 Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ’ αὐτὸν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, 34 καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· 35 καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθὼν, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. 36 τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; 37 ὁ δὲ εἶπεν· Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως. 

Απόδοση στη Νεοελληνική



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι´ 25 - 37
25 Και ιδού, κάποιος νομοδιδάσκαλος εσηκώθηκε και με τον σκοπόν να πειράξη τον Χριστόν και να αποδείξη εις αυτόν ότι δεν γνωρίζει τον νόμον του είπε· “διδάσκαλε, τι πρέπει να κάμω, δια να κληρονομήσω την αιωνίαν ζωήν;” 26 Ο Κυριος δε του είπε· “στον νόμον τι είναι γραμμένον; Πως αντιλαμβάνεσαι αυτό που διαβάζεις στον νόμον;” 27 Ο νομικός δε αποκριθείς είπε· “στον νόμον είναι γραμμένον, να αγαπάς Κυριον τον Θεόν σου με όλην σου την καρδίαν και με όλην σου την ψυχήν και με όλην σου την δύναμιν και με όλον σου τον νουν. (Ολος δε ο ευατός σου, ο νους, η καρδία, η θέλησις, η δραστηριότης σου, το πνεύμα και το σώμα, να πλημμυρίζουν από την αγάπην προς τον Θεόν). Να αγαπάς δε και τον πλησίον σου, όπως τον ευατόν σου”. 28 Είπε δε προς αυτόν ο Κυριος· “πολύ ορθά απήντησες· έτσι να κάνης και θα κληρονομήσης την αιώνιον ζωήν”. 29 Εντροπιασμένος ο νομικός διότι εφάνηκε εις τα μάτια των άλλων ότι δια ζήτημα πολύ γνωστόν ηρώτησεν τον Χριστόν, ηθέλησε να δικαιολογηθή και είπε προς τον Ιησούν· “και ποιός είναι ο πλησίον μου, που πρέπει να αγαπώ σαν τον ευατόν μου;” 30 Επήρε δε ο Ιησούς, εξ αφορμής αυτής της ερωτήσεως, πάλιν τον λόγον και είπε την παραβολήν· “Ενας άνθρωπος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ εις την Ιεριχώ και έπεσε εις τα χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού του επήραν τα χρήματα, τον εγύμνωσαν, τον επλήγωσαν και έφυγαν, αφήσαντες αυτόν μισοπεθαμένον. 31 Κατά σύμπτωσιν ένας ιερεύς κατέβαινε στον δρόμον εκείνον και, μολονότι είδε τον τραυματίαν, τον επροσπέρασε, χωρίς να του δώση καμμίαν βοήθειαν. 32 Το ίδιο και κάποιος Λευΐτης, όταν έφθασε στο μέρος εκείνο, επλησίασε τον πληγωμένον, τον είδε, αλλά τον επροσπέρασε ασυγκίνητος. 33 Ενας όμως Σαμαρείτης, ο όποιος περνούσε από τον δρόμον εκείνον, ήλθε στο μέρος, όπου κατέκειτο μισοπεθαμένος ο τραυματίας, τον είδε και τον εσπλαγχνίσθηκε. 34 Επλησίασε κοντά του, έδεσε με προσοχήν πολλήν τα τραύματά του, αφού προηγουμένως τα έπλυνε και τα άλειψε μα λάδι και κρασί, τον ανέβασεν στο ζώον του, τον επήγε εις κάποιο πανδοχείον και τον επεριποιήθηκε ο ίδιος. 35 Την άλλην δε ημέρα εβγήκεν από το δωμάτιον του τραυματίου, όπου είχε διανυκτερεύσει, έβγαλε δύο δηνάρια, τα έδωσε στον ξενοδόχον και του είπε· Περιποιήσου τον, με όσην επιμέλειαν ημπορείς. Και ο,τι εξοδέψεις παραπάνω, εγώ, όταν επιστρέψω από την πατρίδα μου, θα σου το πληρώσω σαν προσωπικόν μου χρέος. 36 Λοιπόν, ηρώτησε τότε ο Κυριος τον νομοδιδάσκαλον, ποιός από τους τρεις αυτούς νομίζεις, ότι εφάνηκε πραγματικός πλησίον και αδελφός δια τον άνθρωπον αυτόν, που είχε πέσει στα χέρια των ληστών;” 37 Εκείνος δε είπε· “αυτός που έκαμε πράξιν ευσπλαγχνίας και αγάπης προς εκείνον”. Είπε λοιπόν εις αυτόν ο Ιησούς· “πήγαινε και συ και πράττε όμοια με αυτόν. (Κανε το καλόν με αγάπην προς όλους, είτε Ιουδαίοι είναι είτε Σαμαρείται είτε φίλοι είτε εχθροί”).

Το Ιερό Κήρυγμα



Η Παραβολή του καλού Σαμαρείτη που ακούσαμε από την σημερινή Ευαγγελική περικοπή, είναι ένας υπέροχος ύμνος προς την αληθινή και έμπρακτη αγάπη. Η άριστη συμπεριφορά του καλού Σαμαρείτη προς τον πάσχοντα, ανήμπορο και πονεμένο συνάνθρωπό του μας συγκινεί ιδιαίτερα και μας τονίζει ότι η πίστη μας είναι γνήσια όταν συνοδεύεται από έργα αγάπης διαφορετικά είναι νεκρή.
Την αφορμή για την διήγηση αυτή έδωσε στον Κύριο ένας νομικός, ένας γνώστης του νόμου, ένας θεολόγος του ιουδαϊσμού θα λέγαμε σήμερα. Αυτός Τον πλησίασε και θέλοντας να Τον πειράξει Τον ρώτησε τι θα πρέπει να κάνει για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Και ο Κύριος τον παρέπεμψε στον νόμο που τους παρέδωσε ο Μωυσής, τον οποίο γνώριζε πολύ καλά.
Αβίαστα τότε ο νομικός απάντησε ότι για την απόκτηση της αιώνιας ζωής απαιτείται κυρίως αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον. Στην επιθυμία του νομικού να πληροφορηθεί για την έννοια της λέξεως «πλησίον» ο Κύριος απάντησε με την καταπληκτική παραβολή του καλού Σαμαρείτη.
Ένας ταξιδιώτης, έπεσε σε χέρια ληστών. Αυτοί του πήραν τα ρούχα, τον χτύπησαν και τον άφησαν μισοπεθαμένο. Δυο περαστικοί ιερωμένοι που έτυχε να τον δουν δεν του έδωσαν σημασία. Ο καλός Σαμαρείτης όμως τον πόνεσε, του περιποιήθηκε τις πληγές και τον μετέφερε σε ξενοδοχείο πληρώνοντας τα έξοδα της διαμονής του. Έτσι, γίνεται κατανοητό ότι πραγματικός «πλησίον» ήταν αυτός που συμπόνεσε τον συνάνθρωπο και του στάθηκε στην συμφορά του.
Και εμείς τώρα δεν αρκεί να γνωρίζουμε μόνο τον νόμο του Θεού, να τον αποδεχόμαστε ως αληθινό και να υστερούμε στην έμπρακτη εκδήλωση αγάπης προς τον συνάνθρωπο. Δεν δικαιώνονται αυτοί που γνωρίζουν μόνο τον νόμο του Θεού, αλλά αυτοί που τον εφαρμόζουν.
Η εκδήλωση της αγάπης μας δεν έχει όρια. Δεν περιορίζεται μόνο στα συγγενικά και φιλικά μας πρόσωπα. Επεκτείνεται σε όλους ανεξάρτητα από συγγένεια, ηλικία, φύλλο, κοινωνική τάξη, πατρίδα και θρησκεία. Ο χριστιανός στο πρόσωπο του αδελφού του πρέπει να βλέπει τον ίδιο τον Θεό του. Δεν αποβλέπει σε κάποια ανταπόδοση ούτε στον έπαινο των άλλων. Κάνει το χριστιανικό του καθήκον χωρίς να υπολογίζει κόπους και θυσίες. Στις δύσκολες αυτές ώρες του καθήκοντος σκεπτόμαστε την αγάπη που έδειξε ο Θεός σε όλους μας και κάνουμε αυτό που θα έκανε και ο Ίδιος στην θέση μας.
Όλοι μας είμαστε καλοί στην θεωρία, στην πράξη υστερούμε. Πρέπει να υπερβαίνουμε τους εαυτούς μας και να προχωρούμε στο υπέρτατο καθήκον της αγάπης χωρίς υπολογισμούς και χωρίς να θέτουμε κάποια όρια. Οι άνθρωποι έχουν χορτάσει από τα λόγια και χρειάζονται έργα. Εφαρμόζοντας πρακτικά τον νόμο του Θεού βοηθούμε τους γύρω μας να βρουν τον βηματισμό τους, να δουν ότι η Πίστη μας είναι αληθινή και ζωντανή.
Στην σημερινή συγκυρία με την οικονομική κρίση που βιώνουμε όλοι μας η υλική βοήθεια είναι απαραίτητη. Πάντα όμως πρέπει να προσφέρουμε την δυνατότητα στον διπλανό μας να αισθανθεί την παρουσία και την αγάπη του Θεού. Έτσι, θα τον βοηθήσουμε να έχει την ελπίδα του στον Θεό ώστε όταν παρέλθει η δύσκολη οικονομική συγκυρία να εξακολουθήσει να ελπίζει «εις Θεόν ζώντα».
Ακούμε από πολλούς ότι η κρίση που περνάμε είναι κυρίως πνευματική και ηθική. Και αυτή είναι η πραγματικότητα. Ξεφύγαμε πολύ από την Πίστη και τον τρόπο ζωής των προγόνων μας. Μάθαμε την καλοπέραση και τον εύκολο δρόμο. Ξεχάσαμε την κακοπάθεια, την ασκητική οδό της Εκκλησίας μας, και επιδοθήκαμε στις υλικές απολαύσεις χωρίς μέτρο και όρια. Τώρα δυσκολευόμαστε και μας φαίνονται οι δυσκολίες που περνάμε σαν βουνό.
Ο καλός Σαμαρείτης έκανε το χρέος του χωρίς να υπολογίσει κόπο χρήματα και καθυστέρηση. Το θεώρησε αδιανόητο να προσπεράσει αδιάφορα τον κακοποιημένο αδελφό του. Γνώριζε καλά ότι αν τον άφηνε και εκείνος γρήγορα θα τον εύρισκε ο θάνατος. Έτσι ,χωρίς δεύτερη σκέψη τον βοήθησε να κρατηθεί στη ζωή.
Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι Καλός Σαμαρείτης είναι ο Χριστός. Στη θέση του κακοποιημένου από τους ληστές βάζουν όλους τους ανθρώπους που τραυματίστηκαν από την αμαρτία και σώθηκαν με την σταυρική θυσία του Χριστού.
Μακάρι μέσα από τις δυσκολίες που περνούμε να κατανοήσουμε αυτές τις αλήθειες να έλθουμε και πάλι κοντά στο Θεό και τον πλησίον και τότε η κρίση αυτή θα γίνει η μεγάλη ευκαιρία να ξαναβρούμε τον δρόμο μας και να επιστρέψουμε στον Θεό και τότε θα υπομείνουμε με καρτερία και ελπίδα όλα τα δεινά μέχρι να τα περάσουμε με την βοήθεια του Θεού και να ξαναβρούμε την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά μας, Αμήν!


Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 6 Νοεμβρίου 2016. (Η Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου)


Ζ' Λουκᾶ (Θεραπεία τῆς αἱμοῤῥοούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου). Τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Παύλου, Ἀρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Ὁμολογητοῦ

Αρχαίο κείμενο




ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Η´ 41 - 56
 41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ οὗτος ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα καὶ αὕτη ἀπέθνῃσκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· Τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι Τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· Μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· Ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς· ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

Απόδοση στη Νεοελληνική



41 Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, ονόματι Ιάρειος, ο οποίος ήτο και άρχων της συναγωγής. Και αφού έπεσεν εις τα πόδια του Ιησού, τον παρακαλούσε να μεταβή στο σπίτι του, 42 διότι η μονογενής κόρη, την οποίαν είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήτο ετοιμοθάνατος. Καθώς δε ο Ιησούς επήγαινεν στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη τον επίεζαν με τον συνωστισμόν των. 43 Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμοραγίαν και η οποία είχε εξοδέψει όλην την περιουσίαν της εις ιατρούς, χωρίς να μπορέση να θεραπευθή από κανένα, 44 επλησίασε πίσω από τον Ιησούν, ήγγισε την άκρη από το ιμάτιόν του και αμέσως εσταμάτησε η αιμοραγία της. 45 Και είπεν ο Ιησούς· “ποιός είναι αυτός, που με ήγγισε;” Επειδή δε όλοι ηρνούντο, είπεν ο Πετρος και οι μαθηταί που ήσαν μαζή του· “διδάσκαλε, τα πλήθη σε στενοχωρούν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ποιός με ήγγισε;” 46 Ο δε Ιησούς είπε· “κάποιος με ήγγισε. Διότι εγώ κατάλαβα ότι δύναμις θαυματουργική εβγήκε από εμέ”. 47 Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν εξέφυγε από την προσοχήν του Ιησού, τρέμουσα από φόβον και ευλάβειαν ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός του και διηγήθηκε εις αυτόν και εμπρός εις όλον το πλήθος την αιτίαν, δια την οποίαν τον ήγγισεν, όπως επίσης και το γεγονός, ότι εθεραπεύθηκε αμέσως. 48 Ο δε Ιησούς της είπε· “θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έχει σώσει· πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχίαν και την θλίψιν που είχες προηγουμένως από την ασθένειάν σου”. 49 Ενώ δε αυτός ακόμη ωμιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγων εις αυτόν, ότι “πέθανε η κόρη σου, μη ενοχλείς και μη βάζεις εις κόπον τον διδάσκαλον”. 50 Ο Ιησούς όμως, όταν ήκουσε την είδησιν, είπεν στον αρχισυνάγωγον· “μη φοβείσαι, μόνον πίστευε και θα σωθή η κόρη σου”. 51 Οταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν αφήκε κανένα να μπη, ει μη μόνον τον Πετρον και τον Ιωάννην και τον Ιάκωβον και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα. 52 Εκλαιαν δε όλοι και οδυρόμενοι εκτυπούσαν τας κεφαλάς και τα στήθη των δια την νεκράν. Ο δε Ιησούς είπε· “μη κλαίετε· δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. 53 Και τον περιγελούσαν, διότι ήξευραν καλά, ότι η κόρη είχε πεθάνει. 54 Αυτός όμως έβγαλε όλους έξω, επιασε το χέρι της και εφώναξε λέγων· “Κορη, σήκω επάνω”. 55 Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε· και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάγη, δια να αναλάβη τελείως από την εξάντλησιν της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατον. 56 Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς αυτής. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε εις αυτούς, να μη είπουν εις κανένα το γεγονός. 


Το Ιερό Κήρυγμα




 Δύο θαύματα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, σε δυο τελείως διαφορετικά πρόσωπα, μας αφηγείται η σημερινή Ευαγγελική περικοπή. Το ένα ήταν η ανάσταση της κόρης του Ιάειρου και το άλλο η θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός. Δύο άτομα εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, τόσο στην κοινωνική θέση, όσο και στον τρόπο προσέγγισης. Απ΄ την μια πλευρά ο Ιάειρος, άνδρας επιφανής, άρχων της συναγωγής, πρόσωπο καταξιωμένο έχοντας την εκτίμηση όλων των συμπολιτών του, και από την άλλη, μια γυναίκα, αιμορροούσα, μια φτωχή άτολμη, απογοητευμένη από κάθε ιατρική βοήθεια. Και ο μεν Ιάειρος ζητά από τον Ιησού να έρθει στο σπίτι του, για να θεραπεύσει την μονάκριβη κόρη του, η δε γυναίκα, δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να την θεραπεύσει, απλά τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων Του. Και οι δυο όμως διαθέτουν την πίστη ότι ο Χριστός μπορεί να τους δώσει την ίαση και γι αυτό τολμούν ένας να το ζητήσει η άλλη απλώς να αγγίξει, πετυχαίνοντας όμως και οι δύο αυτό που επεδίωκαν.

Μετά την θεραπεία του δαιμονιζόμενου στη χώρα των Γαδαρηνών, που ακούσαμε προηγούμενη Κυριακή και αφού οι κάτοικοι εκεί βλέποντας το θαύμα παρεκάλεσαν τον Ιησού να φύγει από την περιοχή τους, έρχεται ο Ιησούς στην Καπερναούμ, όπου εκεί τον υποδέχονται οι κάτοικοι με χαρά. Ανάμεσα σε όλον αυτό τον κόσμο που είχε συγκεντρωθεί και περίμενε τον Ιησού, βρίσκονταν και άνθρωποι οι οποίοι κατείχαν μια εξέχουσα κοινωνική θέση στην πόλη, όπως ο αρχισυνάγωγος Ιάειρος, ο οποίος ζητά από τον Χριστό να θεραπεύσει την μοναχοκόρη του, που ήταν βαριά άρρωστη. Δεν ήταν βέβαια μικρό πράγμα για έναν αρχισυνάγωγο να μιλήσει με τον Χριστό, αφού οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό και να Τον πλησιάζει αλλά και να ακούει την διδασκαλία Του. Όμως, σαν πατέρας που χάνει το μοναχοπαίδι του, ο Ιάειρος τολμά και βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος, ακούει τους λόγους του Ιησού και του ζητά να πάει στο σπίτι του, γιατί πιστεύει ότι Εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να το σώσει. Η πίστη του υπερνικά τον φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας, που με την ασθένεια της αιμορραγίας που είχε, βάση των θρησκευτικών αντιλήψεων των Εβραίων, την καθιστούσε «μολυσμένη», έχοντας έτσι να αντιμετωπίσει εκτός από την σωματική ασθένεια και την περιθωριοποίηση που υφίσταται από την κοινωνία. Όμως, όπως βλέπουμε και εδώ αλλά και σε άλλες Ευαγγελικές περικοπές, η διδασκαλία και τα θαύματα που επιτελούσε ο Χριστός, απευθύνονταν σε όλες τις βαθμίδες των ανθρώπων της κοινωνίας.

Πηγαίνοντας, λοιπόν, ο Ιησούς προς την οικία του Ιάειρου, τον πλησιάζει και η γυνή, όχι ζητώντας του με θάρρος να την θεραπεύσει, όπως ο Ιάειρος, αλλά ντρεπόμενη για την ασθένειά της και θεωρώντας τον εαυτό της ακάθαρτο, για να μιλήσει στον Κύριο, απλά άγγιξε την άκρη του χιτώνα του. Σκεπτόμενη μέσα της και λέγοντας με πίστη ότι «καν των ιματίων αυτού άψωμαι, σωθήσομαι», ότι δηλαδή, ακόμα και να ακουμπήσω μόνο την άκρη του χιτώνος του, θα θεραπευθώ. Αυτή την αναγκαιότητα της πίστης, προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, τονίζει και ο ίδιος ο Χριστός, λέγοντας της «Θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και επιλέγει να της το πει μπροστά σε όλο τον κόσμο, χωρίς να την αφήσει να περάσει απαρατήρητη, και για να ενδυναμώσει την πίστη του Ιάειρου, που τον ειδοποίησαν στο μεταξύ ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Χριστό, λέγοντάς του «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται», αλλά και για να επιδείξει σε όλους την πίστη της γυναικός και να την μιμηθούν.

Τη διαφορά αυτή ακριβώς, ανάμεσα σε αυτούς που πιστεύουν ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε αυτούς που δεν το πιστεύουν, την βλέπουμε αμέσως μετά, φτάνοντας στην οικία του Ιάειρου, στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού, που γέλασαν, γνωρίζοντας ότι είχε πεθάνει το κορίτσι, όταν τους είπε να μην κλαίνε, γιατί δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Ήθελε ο Κύριος να διαπιστωθεί πρώτα ο θάνατος, για να μην δημιουργηθούν υποψίες για την ανάσταση αλλά και για να φανεί η πραγματική πίστη του καθενός. Και αφού επιτελεί το θαύμα με ένα μόνο άγγιγμα, δίνει εντολή να της δώσουν να φάει, για να μην φανεί το γεγονός φανταστικό και να μην υπάρχουν αμφιβολίες για την ανάσταση.

Τόσο, λοιπόν, η αιμορροούσα γυναίκα, όσο και ο Ιάειρος, στήριξαν την ελπίδα τους πάνω στην πίστη που είχαν προς το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ως Θεού. Τι σημαίνει να πιστέψουμε; είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτείται υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Χρειάζεται πρώτα πρώτα να συνειδητοποιήσουμε και να δεχτούμε πως πέρα από τους δικούς μας κόπους και προσπάθειες, χρειάζεται και έχει και την μεγαλύτερη σημασία, η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία του  και η ευλογία του. Και μπορεί να είναι η να φαίνεται δύσκολο το να στηρίξουμε την ζωή και την ελπίδα μας στο Θεό, αλλά αν και εμείς τον δούμε, όπως ο Ιάειρος και η γυναίκα, σαν γιατρό και τον πλησιάσουμε με ταπείνωση, πιστή αλλά και τόλμη, για να βρούμε την θεραπεία, θα ακούσουμε και μείς όπως και αυτοί το «η πίστη σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην», Αμήν!